ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΑΚΤΙΚΟΣ – ΤΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Κάθεται για ώρα στο παράθυρο. Ύστερα κάποια στιγμή διερωτάται αν θα ‘πρεπε τώρα να μετακινηθεί, γιατί τον νοιάζει το πώς δεν θα σκέφτεται αλλά θα παραμένει έτσι άπραγος, χωρίς αυτό να τον απασχολεί, για όσο το θελήσει, και περιμένοντας, ώσπου να θέλει πια κάτι άλλο, και να κάνει όπως και ό,τι είναι αυτό κάθε φορά. Δηλαδή το ζητούμενο είναι το πώς θα αφήνεται στα πράγματα για να προκύψουν κάπως από μόνα τους. Τώρα όμως αφού το σκέφτεται καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι πια εδώ απερίσπαστος και δεκτικός απέναντι στην απρόοπτη ροή των συμβάντων όταν του έχει μπει η ιδέα ότι ίσως θα έπρεπε να είναι αλλού και να κάνει κάτι, κι έχει ήδη από την έως τώρα του εμπειρία καταλήξει επίσης και στο ότι, όταν αυτό συμβαίνει, τότε θα πει ότι δεν έχει νόημα πια, και είναι μια ένδειξη πως θα ‘ταν καλύτερο αν εγκατέλειπε. Γι’ αυτό σ’ αυτήν την περίπτωση ξέρει ότι η σκέψη σημαίνει ότι θα φύγει τώρα μπροστά από το παράθυρο όπου κάθεται σαν να ‘ταν γι’ αυτό εδώ, και να ‘ταν αυτή κάποιο σινιάλο που περίμενε, όπως είχε προσυμφωνηθεί, την ορισμένη στιγμή να του γίνει από κάποιον που θα πέρναγε έξω στο δρόμο. Αυτό μοιάζει να γίνεται, δηλαδή η υποθετική παρότρυνση που του απευθύνεται από ένα υποθετικό πρόσωπο, επειδή, για να κινητοποιηθεί ο ίδιος και αυτή, πρέπει η επιθυμία του πρώτα να αποδοθεί σε κάποιον άλλον, για να μπορέσει στην συνέχεια να είναι δική του, αφού ως επιθυμία του άλλου την οικειωθεί.

    Έτσι κάνει να φύγει χωρίς να ξέρει για πού, αλλά μάλλον είναι για το άλλο δωμάτιο, κι όλο αυτό αποπνέει μια μυστικότητα, κι είναι ένας υπαινιγμός ότι θα μπορούσε τώρα να συμβεί σχεδόν οτιδήποτε· γι’ αυτό γοητεύεται, αφήνεται χωρίς να το πολυσκέφτεται κι αυτό του αρέσει. Όμως έτσι βέβαια δεν σκέφτεται και ότι το σινιάλο που του ‘χει γίνει ήταν κάτι που προβλέπεται από ‘να σχέδιο· μόνο γυρίζει σε μια στιγμή χωρίς να σκέφτεται, και κάνει ν’ απομακρυνθεί απ’ το παράθυρο όπου τώρα δα στεκόταν.

   Τότε ξαφνικά σκέφτεται, με σκέψη που ‘ναι πιο γρήγορη απ’ το βήμα του, ότι η προηγούμενη διερώτηση αν θα ‘πρεπε να στέκεται ή είναι καιρός να κάνει κάτι, σήμαινε πως έπρεπε να κάνει κάτι, γιατί, όπως και κάθε άλλη αντίστοιχη, προέκυπτε ως αντίδραση σε κάποια γεννώμενη επιθυμία, την οποία ήθελε να καταστείλει εν τη γενέσει της, και που όμως έτσι έκανε αισθητή την παρουσία της εξ αντανακλάσεως. Συνεπαρμένος απ’ αυτήν τη διαπίστωση γυρίζει πίσω στο παράθυρο για να το σκεφτεί λίγο ακόμα καλύτερα, και σαν να ‘ψαχνε έξω ελπίζοντας ότι θα εντοπίσει το συνεργό του για μια συνεννόηση της τελευταίας στιγμής και αλλαγή του σχεδίου.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: