ΜΠΑΜΠΗΣ ΤΣΙΝΙΚΟΣΜΑΟΓΛΟΥ – AD LIBITUM / György Sándor Ligeti – Musica Ricercata

ligeti

György Sándor Ligeti – Musica Ricercata[i]

 Ο György Sándor Ligeti γεννήθηκε στις 28 Μαΐου του 1923 στο Diciosânmartin της Ρουμανίας (σύγχρονη ονομασία Tîrnăveni). Στα 6 του μετακομίζει με την οικογένειά του στην πόλη Cluj. Ξεκινάει τις μουσικές του σπουδές το 1941 στο ωδείο της πόλης. Το 1944, λόγω της ουγγρο-εβραϊκής του καταγωγής, το φασιστικό καθεστώς της Ουγγαρίας στέλνει το μικρό György στα τάγματα υποχρεωτικής εργασίας, τον 16χρονο αδερφό του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Mauthausen-Gusen και τους γονείς του στο Auschwitz. Εργάστηκε σε ένα αγροτικό κέντρο στο Szeged και μετά στα σύνορα, όπου μετέφερε εκρηκτικά στην πρώτη γραμμή. Αυτοί που έμειναν στο Szeged δολοφονήθηκαν από τα SS. Φοβούμενος για τη ζωή του το σκάει και κρύβεται σε ένα δάσος όπου τον βρήκαν οι Σοβιετικές δυνάμεις. Καθώς απελευθερώνεται, επιστρέφει μετά από ταξίδι 2 εβδομάδων στο σπίτι του για να ανακαλύψει ότι κάποιοι ξένοι μένουν στο σπίτι τους. Η οικογένειά του δεν ήταν τόσο τυχερή. Μόνο η μητέρα του επιβίωσε από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μετά το πέρας του πολέμου συνέχισε τις σπουδές του στη Βουδαπέστη στην ακαδημία Franz Liszt όπου και εργάστηκε αργότερα. Τον Δεκέμβριο του 1956, λόγω της καταστολής της Ουγγρικής επανάστασης από τον Σοβιετικό στρατό, καταφεύγει στην Βιέννη, με την γυναίκα του Vera, και καταλήγει στην Κολωνία. Εκεί συναντάται με σημαντικές φυσιογνωμίες της avant garde όπως ο Karlheinz Stockhausen, ο Mauricio Kagel και ο Pierre Boulez και μελετά τη μουσική τους. Διδάσκει σύνθεση σε σημαντικά πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής. Από το 1989 διέμενε με την γυναίκα και τον γιο του στη Βιέννη. Πέθανε στις 12 Ιουνίου του 2006.  

 Από τα πρώιμα γνωστά και σημαντικά του έργα είναι η Musica Ricercata (1956) και το πρώτο κουαρτέτο εγχόρδων Métamorphoses nocturnes (1953 – 1954) που ήταν τόσο τολμηρά που προκάλεσαν τη Σοβιετική λογοκρισία. Το κουαρτέτο παίχτηκε για πρώτη φορά το 1958, 2 χρόνια αφού έφυγε στη Βιέννη. Την περίοδο που ήταν στην Κολωνία, μελετάει την ηλεκτρονική μουσική του Stockhausen στο στούντιο του WDF και γράφει 2 έργα με αυτήν την τεχνική: Glissandi (1957) και Artikulation (1958) πριν επιστρέψει στην ορχηστρική μουσική.

 Στα επόμενα έργα του Apparitions (1958–59) και Atmosphères (1961) εμφανίζει ένα νέο τρόπο δόμησης της μουσικής, καθώς σκέφτεται τις δυνατότητες μιας μουσικής γλώσσας. Το ύφος ονομάζεται «μικροπολυφωνία» και συνίσταται από πολλές μελωδικές γραμμές που κινούνται σε διαφορετικές ταχύτητες ή ρυθμούς, καταλήγοντας σε clusters. Χρησιμοποιεί πολλές δεύτερες[ii] και έτσι αχρηστεύει τα διαστήματα, εξαφανίζει την αρμονική παράμετρο και καταργεί το συνηθισμένο ρυθμό. Με αυτόν τον τρόπο συνθέτει τον ήχο επεμβαίνοντας στην πυκνότητα, τη δομή και τη χροιά του, με ρευστές μεταβάσεις μεταξύ φωτός και σκότους, πυκνότητας και αραίωσης. Στο σύνολο προκύπτει ένας παλλόμενος κυματισμός χωρίς γραμμική μελωδικότητα. Στην κινούμενη εσωτερική δομή των ήχων συμμετέχουν πολλές διαφορετικές φωνές.[1]

13282552_10208189407588381_660601538_o

 Υπάρχουν όμως πιο σκοτεινοί ψυχολογικοί λόγοι για την χρήση της πολυφωνίας. Ο ίδιος ο Ligeti συσχέτισε τα νήματα των μελωδιών στο έργο Apparitions με την αραχνοφοβία του και ειδικά με ένα όνειρο της παιδικής του ηλικίας στο οποίο «ολόκληρο το δωμάτιο ήταν γεμάτο με ένα πυκνό, μπερδεμένο κουβάρι από λεπτά νήματα… ήμουν εγκλωβισμένος μέσα σε αυτόν τον τεράστιο ιστό μαζί με ζωντανά πράγματα διαφόρων ειδών – τεράστια λεπιδόπτερα και διάφορα σκαθάρια – που προσπαθούσαν να φτάσουν στην φλόγα του κεριού που τρεμόπαιζε στο δωμάτιο». Σε αυτές τις σκοτεινές σκέψεις που φωτίζονται από την υφή των ηχοχρωμάτων και την συναισθητική αίσθηση του χρώματος, μπορούμε να εντοπίσουμε τον φόβο του θανάτου και το «καταφύγιό» του: να γελάει μπροστά στη θνητότητα. Ο Ligeti δεν ήταν ο μόνος από την γενιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που θα πρωτοστατούσε στην μεταπολεμική avant garde: ο Stockhausen εργαζόταν σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο πίσω από το Γερμανικό μέτωπο, ο Ιάννης Ξενάκης σημαδεύτηκε στο πρόσωπο από μια βρετανική οβίδα. Ο τρόμος του πολέμου φαίνεται πως δημιούργησε σε αυτή τη γενιά μια απόσταση από το συναίσθημα, μια ανάγκη να απορρίψουν το παρελθόν και μια ορμή να δημιουργήσουν ηχητικές ουτοπίες.[2] Δεν προσποιούνταν ότι μπορούσε να παρέχει μια οριστική απάντηση στις προκλήσεις για να βρει ένα μεταπολεμικό μουσικό ιδίωμα. Δεν ανήκε ποτέ σε κάποιο μουσικό ή πολιτικό χώρο· είχε προσωπική εμπειρία για το που μπορεί να οδηγήσει αυτού του είδους η σκέψη.

13556095_10208452456364436_999480340_o

 Το έργο Aventures (1962) είναι μια σύνθεση για 3 τραγουδιστές και σεπτέτο[iii] και χρησιμοποιεί ένα κείμενο σημασιολογικά δίχως νόημα, επινόησης του Ligeti. Καθένας από τους τραγουδιστές έχει να τραγουδήσει 5 ρόλους, εξερευνώντας 5 περιοχές συναισθημάτων και αλλάζουν από το ένα στο άλλο τόσο γρήγορα και απότομα που και οι 5 περιοχές είναι παρούσες σε όλο το έργο.

 Από τα πιο γνωστά του έργα είναι το Requiem (1963) και το Lux Aeterna (1965). Στο Requiem χρησιμοποιεί τις φωνές σαν μεταφορά από συγκεκριμένες εκφάνσεις  της αστικής κοινωνίας. Το πρόσωπο σαν άτομο μπορεί να εισέλθει στην αστική κοινωνία ανώνυμα και ως εκ τούτου εύκολα, αλλά μπορεί εξίσου εύκολα να αντικατασταθεί. Αυτή η γνώση τείνει να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα αμοιβαίας αδιαφορίας που συνοδεύεται από μια συγκεκριμένη ποσότητα έντασης.[3] 

 Στο Lux Aeterna διαπραγματεύεται την έννοια του χρόνου. «Η μουσική ως παγωμένος χρόνος, ως ένα αντικείμενο στον φανταστικό χώρο που εμφανίζεται στην φαντασία μας, σαν ένα αντικείμενο το οποίο με την πραγματική έννοια ξεδιπλώνεται στον χρόνο και παρόλα αυτά με έναν φανταστικό τρόπο είναι ταυτόχρονα παρούσα σε όλες του τις στιγμές. Ο εξορκισμός του χρόνου, η κατάργηση από το πέρασμά του και η ενσωμάτωσή του στην παρούσα στιγμή είναι η κύρια πρόθεσή μου σαν συνθέτης»[4]. Η μουσική του Ligeti δεν αντικατοπτρίζει τους χωρικούς συνδέσμους μεταφορικά, αλλά επίσης ενσωματώνει τον χρόνο σαν χώρο για να απεικονίσει τα πάντα σαν να είναι ταυτόχρονα παρόντα.

13582448_10208452455124405_1006858050_o

 Δεν είναι τυχαίο που αυτά τα έργα επέλεξε ο Stanley Kubrick για την ταινία του: 2001: A Space Odyssey (1968). Στην τελευταία σκηνή ακούγονται σχεδόν ολόκληρα τα έργα Atmosphères και Kyrie από το Requiem. Ήταν πολύ τολμηρό από πλευράς Kubrick να πιστέψει πως το κοινό θα άντεχε να παρακολουθήσει 17 λεπτά avant garde μουσικής που συνόδευε την εικόνα.[5] Άλλα έργα του συνθέτη που χρησιμοποίησε σε ταινίες του είναι το Lontano (1967) στο The Shining και το 2ο μέρος από την Musica Ricercata (1952) στο Eyes Wide Shut. Η απόκοσμη ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι ηχητικές επιφάνειες των έργων βοήθησαν στην ένταση των σκηνών που χρησιμοποιήθηκαν κάνοντάς τες να θεωρούνται πλέον ορόσημα  στην ιστορία του κινηματογράφου. Η επιτυχία των ταινιών χάρισε μεγάλη αναγνώριση στον Ligeti κάνοντας τη μουσική του γνωστή το ευρύ κοινό.

13271591_10208189405588331_1202247046_o

 Το 1977 ολοκληρώνει τη μόνη όπερα που έγραψε: Le Grand Macabre. Στο έργο αυτό – το μεγαλύτερο σε διάρκεια που συνέθεσε ποτέ – καθρεφτίζει την κοινωνία στα τέλη του 20ου αιώνα, πολιτικούς, ανθρώπινες σχέσεις, και η εικόνα που δείχνει πίσω είναι γεμάτη από δυσάρεστες αλήθειες που αντηχούν ακόμα σήμερα: πολιτικοί από το Μαύρο και Άσπρο κόμμα των οποίων οι πολιτικές είναι ανταλλάξιμες, έναν υπάκουο και εγωιστικό πληθυσμό, την υπερβολική φιλοδοξία από γραφειοκράτες δίχως humour, την αποπλάνηση της νοσηρότητας. Βασιζόμενη στο θεατρικό έργο του Michel de Ghelderode, La balade du grand macabre (1934), ανήκει στο Θέατρο του παραλόγου. Ο Θάνατος (Nekrotzar) φτάνει στην φανταστική πόλη Breughelland και ανακοινώνει ότι τα μεσάνυχτα θα καταστρέψει τον κόσμο.

13551148_10208452453324360_1456870740_n

 Τα έργα που ακολουθούν είναι το Trio for violin, horn and piano (1982), Piano Concerto (1988), Violin Concerto (1993), Etudes for piano (1985 – 2001). Μεγάλη επιρροή στα έργα αυτά αποτελεί η εθνομουσικολογική έρευνα που κάνει στην μουσική της νότιας Αφρικής με την πολυρυθμία της, η ορχήστρα gamelan της Ινδονησίας, η μουσική για αυτόματο πιάνο του  Conlon Nancarrow, οι μινιμαλιστικές επαναλήψεις του Terry Riley, η πολυρυθμία της Καραϊβικής, ο Thelonious Monk και ο Bill Evans. Προς το τέλος της ζωής του θα επιστρέψει στην ουγγρική παράδοση και στις κλίμακες και ρυθμούς παραδοσιακής μουσικής της κεντρικής Ευρώπης.

 Μέσα από τα έργα του βλέπουμε μια συνεχή πορεία, όχι μόνο φυσική· από τα Καρπάθια, στη Βουδαπέστη, στη Βιέννη και τα μετέπειτα ταξίδια του, αλλά και συνθετική· από την εθνική μουσική, στον σειραϊσμό, στην ηλεκτρονική μουσική, στην μικροπολυφωνία,  στην πολυρυθμία. Δεν ήθελε να ανήκει σε κανένα ρεύμα. Κάθε φορά επέλεγε, διαμόρφωνε και δημιουργούσε το δικό του καινούριο ύφος που θα χρησιμοποιούσε σαν όχημα στις αναζητήσεις του. Η μουσική του διαπραγματεύτηκε έννοιες όπως ο χώρος και ο χρόνος, η πολιτική, η μεταφυσική, η κοινωνία, οι ανθρώπινες σχέσεις, το κοινωνικό και πολιτικό ον στο τέλος του 20ου αιώνα. Έτσι κατάφερε και παρέμεινε ανοιχτός στις άπειρες πιθανότητες ενός συνεχώς διαστελλόμενου μουσικού σύμπαντος.


[1] Άτλας της Μουσικής, σελ. 551

[2] Ligeti Split, Alex Ross

[3] Thomas Clifton, Music as Heard: A Study of Applied Phenomenology, New Haven: Yale University Press, 1983), 169-71

[4] Lobanova, György Ligeti in Conversation, p. 15

[5] Space Is the Place, Alex Ross

[i] Παρόλο που η ricercata ή ricercar δηλώνει ένα αντιστικτικό ύφος (και το τελευταίο μέρος του ομώνυμου έργου ακολουθεί αυτή τη μορφή), ο τίτλος του Ligeti θα πρέπει να εκληφθεί σαν μουσική έρευνας ή μουσική αναζήτησης.

[ii] Η απόσταση ανάμεσα σε δυο διαδοχικές νότες.

[iii] Ορχηστρικό σύνολο που αποτελείται από 7 όργανα

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: