ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΟΣΟΣ – ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

-Ω, μα τι έξυπνο! Πουλάτε… ΤΙΠΟΤΑ!

            Ο υπάλληλος του μαγαζιού –που έδειχνε φρεσκοξυρισμένος, παρότι ήταν εφτά το βράδυ κι ο ίδιος είχε περάσει όλη τη μέρα στο πόστο του-, μειδίασε σχεδόν ανεπαίσθητα προς την πελάτισσα κι έπειτα την κοίταξε ακόμα πιο έντονα από πριν, με βλέμμα που, αν δεν την είχε ενθουσιάσει τόσο πολύ η ιδέα του προϊόντος που είχε μπροστά της, θα της φαινόταν τρομακτικό.

            -Μάλιστα, κυρία μου, της είπε με τη μονότονη φωνή του κι αυτή χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά, ακόμα πιο ενθουσιωδώς, σαν να είχε γνωρίσει από κοντά τον Άντι Γουόρχολ τον ίδιο.

            Το σκηνικό της ιστορίας μας είναι –τι άλλο;- η Αθήνα του 2016, πρωτεύουσα μιας χώρας που ελπίζει πως με κάποιον τρόπο θα φρενάρει την κατρακύλα της προς την κόλαση, αγνοώντας πως έχει κιόλας φτάσει εκεί. Λίγο πριν το τέλος της προηγούμενης χρονιάς, ο Απόστολος Κατσικάκης, άρτι αποφοιτήσας από την ΑΣΚΤ – με το χαμηλότερο βαθμό από όλη τη φουρνιά του -, είχε τη φαεινή ιδέα να ξεκινήσει μια προβοκατόρικη περφόρμανς στο μαγαζί της θείας του στα Εξάρχεια, που είχε μείνει από καιρό ξενοίκιαστο: ένα μαγαζί που να πουλάει τίποτα. Ναι, καλά καταλάβατε: τίποτα, nada, μηδέν, αέρα κοπανιστό, αυτό που μένει αν αφαιρέσεις μια μονάδα από το 1, το κενό.

            «Αποστόλη μου, τι χαζομάρες είναι αυτές, πουλάκι μου;», σχολίασε ένας πρώην συμφοιτητής του, από τους πλέον φερέλπιδες της προαναφερθείσας φουρνιάς, και από τους πρώτους που επισκέφτηκαν το μαγαζί του μηδενός, με σκοπό να συνεχίσει την καζούρα που είχε επιφυλάξει για τον νεόκοπο καταστηματάρχη/περφόρμερ καθ’ όλη τη διάρκεια της κοινής τους φοίτησης στην Καλών Τεχνών. Ο Αποστόλης δεν ανταπάντησε.

            Οι επόμενοι επισκέπτες –επίσης παλιοί γνωστοί του Κατσικάκη- διέσχισαν το κατώφλι του μαγαζιού του για τον ίδιο λόγο: για να σπάσουν πλάκα σε βάρος του. Αλλά, ένα απόγευμα, εκεί που μια τέτοια παρέα είχε συγκεντρωθεί στο μαγαζί και γέλαγε επιδεικτικά σε βάρος του καταστηματάρχη, μπήκε μέσα ένας γνωστός τους, ένας από τους πιο φημισμένους και σεβαστούς συλλέκτες των τελευταίων χρόνων, μαζί με την κουστωδία του. Στην αρχή μίλησε με τους άλλους επισκέπτες. Όταν εκείνοι του εξήγησαν τι έπαιζε με το μαγαζί, ο συλλέκτης δεν έσπευσε, όπως θα περίμενε κανείς, να πάρει κι αυτός μέρος στο χλευασμό: αντιθέτως, ήταν σαν να άστραψε κάτι στο βλέμμα του. Παράτησε τους υπόλοιπους κι έτρεξε σχεδόν προς τον Αποστόλη.

            -Λοιπόν, πώς γίνεται όλο αυτό; Αγοράζω το προϊόν σε πακέτα; Απλά μου το δίνεις, χέρι με χέρι; Τι;

            Ο Αποστόλης ψέλλισε:

            -Έχω κάτι… κουτιά.

            Ήταν κάτι κουτιά για παπούτσια που είχαν ξεμείνει από τον προηγούμενο νοικάρη της θείας του. Το χρώμα τους ήταν ξεβαμμένο γκρίζο και πάνω τους δεν αναγραφόταν κάτι. Ο Αποστόλης έσκυψε, πήρε ένα και το έδωσε έτσι απλά στον συλλέκτη.

            -Μα όχι, όχι, σχολίασε εκείνος. Δεν είναι ολοκληρωμένο έτσι. Η σύλληψή σου είναι πολύ ωραία, αλλά πρέπει να είναι ωραία και η εκτέλεση!

            -Δηλαδή; έκανε απορημένος ο Αποστόλης.

            -Θέλω να σε βλέπω να παίρνεις το τίποτα από τη βιτρίνα και να το βάζεις στο κουτί. Και μετά να μου το δίνεις. Ε; Δεν είναι καλύτερο έτσι;

            Ο Αποστόλης συμφώνησε. Ούτως ή άλλως, δεν πήγαινες κόντρα στον Στάμο Ευσταθιάδη (διότι περί αυτού ο λόγος), εκ των επιφανεστέρων μαικήνων των τεχνών.

            Έκανε βήμα-βήμα όλη την περφόρμανς που του ζητήθηκε, κάπως άνευρα και αμήχανα –γεγονός που προκάλεσε ακόμα πιο δυνατά γέλια από τους γνωστούς του, εκείνους που είχαν συγκεντρωθεί στο κατάστημα πριν από την άφιξη του Ευσταθιάδη -, αλλά, όταν παρέδωσε το πακεταρισμένο τίποτα στον συλλέκτη, εκείνος έδειξε ικανοποιημένος. Του έδωσε πενήντα ευρώ – δεν δέχτηκε ρέστα – και έφυγε μαζί με την κουστωδία του – νεαρούς και νεαρές ντυμένους και ντυμένες ως επί το πλείστον στα μαύρα -, χωρίς να χαιρετήσει την άλλη παρέα.

            Οι παλιοί συμφοιτητές του Αποστόλη έμειναν άναυδοι. Έπειτα, ένας από αυτούς, ο πιο επιθετικός προς τον μαγαζάτορα/περφόρμερ πλησίασε τον πάγκο και, σχεδόν ταπεινά, παρήγγειλε κι αυτός ένα πακέτο τίποτα – το οποίο πλήρωσε με πενήντα ευρώ, μη θέλοντας να παραβεί το προηγούμενο που είχε θέσει λίγο νωρίτερα ο διάσημος συλλέκτης.

            Μετά από αυτόν τον θρίαμβο – το να αγοράζει από το μαγαζί σου ολόκληρος Ευσταθιάδης – ήταν πολύ εύκολο η φήμη του μαγαζιού που πουλούσε τίποτα να επεκταθεί σε όλη την Αθήνα – κι έπειτα σε όλη τη χώρα. Μα ενώ αρχικά ήταν ένας νεωτερισμός που γοήτευε μόνο το σινάφι των καλλιτεχνών, των καλλιτεχνιζόντων, των κριτικών και των συλλεκτών, τελικά κατέληξε να συζητιέται μέχρι και στις πρωινές εκπομπές των μεγάλων καναλιών. Όλοι ήθελαν να πάνε στο μαγαζάκι στα Εξάρχεια και να αγοράσουν τίποτα.

            Έτσι, σύντομα άρχισαν να εμφανίζονται στο μαγαζί άνθρωποι σαν την κυρία που άνοιξε την αφήγησή μας και που ποτέ πριν δεν είχε ενδιαφερθεί για την εννοιολογική τέχνη ή για την περφόρμανς ή για τα εικαστικά γενικά. Από τον ανέκφραστο υπάλληλο – τον ξάδερφο του Αποστόλη, που έτρεχε πλέον το μαγαζί μαζί του, καθότι ο καταστηματάρχης είχε υπερβολικό φόρτο εργασίας -, αγόρασε τέσσερα πακέτα τίποτα.

            Το είπε στην ξαδέρφη της, που το είπε στο γαμπρό της, που το είπε στον κολλητό του, κι όλοι πήγαν κι αγοράσανε κάμποσα πακέτα τίποτα. Ήταν η νέα μόδα, η νέα απόλαυση, το νέο φάρμακο-για-όλα: το τίποτα.

            «Αχ, μόνο να είχα λίγο τίποτα, τα πάντα θα ξεχνούσα!»

            Περιττό να αναφέρουμε πόσο δημοφιλής είχε γίνει ο Κατσικάκης μετά από όλα αυτά: εμφανιζόταν σε εφημερίδες, κανάλια και πόρταλ σχεδόν καθημερινά. Όποτε, όμως, τον ρωτούσαν πώς του είχε έρθει η ιδέα για το μαγαζί που πουλούσε τίποτα, εκείνος δίσταζε να πει την αλήθεια: πως ήταν δηλαδή μια αλληγορία πάνω στη νοοτροπία – το δράμα – μιας χώρας που επί δεκαετίες δόξαζε και αποθέωνε ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα ουσιαστικό και θετικό να επιδείξουν. Ανθρώπους άδειους από ταλέντο, ικανότητες, χιούμορ, οξυδέρκεια, εργατικότητα, γνώσεις, νοιάξιμο, αίσθημα αλληλεγγύης. Ανθρώπους κενούς ανθρωπιάς. Ανθρώπους που είχαν ακόμα και τώρα, στα χρόνια της σήψης, το θράσος να παρουσιάζονται σαν καλλιτεχνάρες, σαν ηγέτες, σαν trendsetters, σαν σωτήρες. Πως ο ίδιος ο Απόστολος Κατσικάκης δεν ήταν ο πρώτος που είχε πουλήσει τίποτα στις μάζες. Αντιθέτως, απαντούσε στις ερωτήσεις περί της έμπνευσής του με εννοιολογικές αοριστίες «ήθελα να δω μέχρι πόσο μακριά μπορούσα να τραβήξω μια πλάκα» ή «το κόνσεπτ αυτό είναι μέρος ενός ντοκυμαντέρ για την κρίση».

            Αυτές οι αοριστίες μόνο κακό δεν έκαναν στην επιχείρησή του, που πήγαινε όλο και καλύτερα, που έφτανε όλο και ψηλότερα. Με τον καιρό σχεδόν δεν θεωρούσουν άνθρωπος, αν δεν πέρναγες από ένα από τα πλείστα όσα μαγαζιά της αλυσίδας προκειμένου να αγοράσεις τουλάχιστον ένα πακετάκι τίποτα.

            Ακόμα και η γυναίκα μου, που τόσο καιρό είχε σταθεί δύσπιστη απέναντι στο φαινόμενο των τίποτα-μάρκετ (όπως ονόμαζε πλέον τα καταστήματά του ο Κατσικάκης), πείστηκε τελικά από μια ξαδέρφη της να πάει και να αγοράσει ένα πακέτο τίποτα για τα γενέθλιά του γιου μας.

            «Είναι η τελευταία λέξη της μόδας. Όλα τα παιδιά ζητάνε τίποτα από τους γονείς τους» είχε πει η ξαδέρφη στη γυναίκα μας. Μα όταν η Κορίνα γύρισε από το μαγαζί και έδειξε στον Μιχάλη μας το δώρο γενεθλίων του – ένα καλοσυσκευασμένο, είναι η αλήθεια, πακέτο τίποτα- αυτός την κοίταξε με τόσο μίσος που δεν περίμενα ποτέ να μπορεί να νοιώσει ή να εκδηλώσει ένας οκτάχρονος. Στις δικαιολογίες της μητέρας του, στις παραινέσεις πως με αυτό το δώρο θα τον συμπαθήσουν επιτέλους οι συμμαθητές του, ο Μιχάλης απάντησε με κραυγές, άλλοτε άναρθρες και άλλοτε μπολιασμένες με βρισιές που δεν περιμέναμε ποτέ να γνωρίζει. Τελικά κλείστηκε στο δωμάτιό του και πλάνταξε στο κλάμα.

            Μα κάπως είχε συγκρατήσει τη διεύθυνση του υποκαταστήματος από το οποίο είχε αγοράσει η Κορίνα το τίποτα. Και το λέω αυτό γιατί, το επόμενο πρωί, μας πήραν τηλέφωνο από την αστυνομία και μας είπαν πως ο Μιχάλης είχε ρίξει μια πέτρα στη βιτρίνα του εν λόγω μαγαζιού. Πήγαμε και τον πήραμε από το Τμήμα, όπου βρισκόταν επίσης, με την ίδια αφορμή, και ο Αποστόλης Κατσικάκης αυτοπροσώπως. Ο μαγαζάτορας/καλλιτέχνης φαινόταν ιδιαίτερα τσατισμένος, αλλά όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Μιχάλη, δεν πρόλαβε να τον κατσαδιάσει – τον κατσάδιασε πρώτος ο μικρός. «Ήθελα ένα βιβλίο, μια μπάλα, ένα μικροσκόπιο. Όχι ένα τίποτα!» του είπε. Και μετά σηκώθηκε κι έφυγε, αρνούμενος να συνεχίσει την όποια αντιπαράθεση. Ο Κατσικάκης δεν απάντησε. 

            Τελικά, πάντως, δεν έκανε μήνυση στο γιο μας. Χαμήλωσε το βλέμμα κι έφυγε άλαλος. Έκλεισε εν μία νυκτί όλα του τα καταστήματα και εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Λένε πως τώρα ζει μπογιαντίζοντας σπίτια κάπου στην Αργεντινή. Το μόνο που έκανε πριν φύγει από εδώ –εκτός από το να αποζημιώσει αδρά τους πρώην υπαλλήλους του – ήταν να οργανώσει δωρεάν φαγοπότια από άκρη σε άκρη της Ελλάδας. Όλοι ήταν ευπρόσδεκτοι: μετανάστες, πρόσφυγες, γκέι, άνεργοι, εργάτες, άστεγοι, υπάλληλοι, κακοπληρωμένοι καλλιτέχνες, φτωχοί, θύματα, τα πάντα. Οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν μπουκωθεί τίποτα, που μπουκώνονταν τίποτα εδώ και δεκαετίες, τώρα επιτέλους έπαιρναν πίσω κάτι.

 

 
 
 
 
Ο Γιώργος Δρόσος γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (να ένα μήλο, Metropolis FreePressFractal Press, HUMBA!, To Παράθυρο, thecricket.gr, 3pointmagazine.grmixtape.gr, bibliotheque.gr, Ποιητική, κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr
 
 
 
 
Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: