ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ ΜΠΑΣΟΥΚΟΣ – ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

basoukos

 

 

Απογευματινές ιστορίες

 

Δευτέρα μεσημέρι,

στον πεζόδρομο κόσμος πολύς,

μυρμηγκιάζοντας στα ξέφωτα της πόλης∙

ο χρόνος κυλά γοργά πάνω στα καπό των αυτοκινήτων,

σαν τον ήλιο λαμπυρίζουν τούτο το μεσημέρι οι στιγμές του,

στάζοντας φωτιά και ιδρώτα στους ανυποψίαστους διαβάτες.

Συντροφιά με πέντε-δέκα ανθρώπους

της γενιάς αυτής της οφθαλμαπάτης,

δεν τους ξέρεις∙

να καταπίνεις αχόρταγα τον ήλιο σαν αυγουστιάτικη αργία

στον καφέ σου, δίπλα από το κρυστάλλινο

νερό της δίψας σου.

 

Ο αέρας να φυσά κατά πρόσωπο

σαν επιτακτική κλήση στο κινητό σου τηλέφωνο,

τρεις απόκληροι μηχανόβιοι

από μηχανής μουσικοί της θεωρίας,

συζητούν, αναμασώντας τον καπνό τους

με τη σοβαρότητα μιας Πυθίας,

μηρυκάζοντας μια νοσταλγία γονατισμένη χρόνια τώρα,

από κεραίες και ηλεκτρονικά μηνύματα πολλαπλών αποδεκτών.

Στην άλλη άκρη της γραμμής μια σκιά απλώνεται

αγκαλιάζοντας τη διπλανή μεσοτοιχία∙

 

της πλανεμένης πλατείας το εγκώμιο ξεκινά∙

τυλιγμένη στο τσιμέντο που της φόρεσαν κοστούμι,

με τα αρπακτικά της να αλυχτούν στη διασταύρωση,

περιδιαβαίνει ξεπεσμένη βασίλισσα ανάμεσα στα άφωνα σκυλιά,

ποιος ξέρει,

ίσως να αισθάνθηκαν για μια στιγμή

το παράξενο της ιστορίας να σκαλίζει

τις γέρικες πληγές τους.

 

Επάνω στα κεφάλια μας, ο ουρανός,

να βάφεται σιγά-σιγά στα θερμά του χρώματα,

ακροβάτης που ετοιμάζεται να εκτελέσει το άλμα του

πίσω από τον ορίζοντα με την ακρίβεια μιας αιωνιότητας.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: