ΓΙΩΡΓΟΣ Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΤΟ

 

 

Caso limitrofe

 

Στράγγιξα τοὺς δρόμους

κι ἔγινε ἡ σκόνη τους

ἡ μέσα μου δροσιὰ

στὸ σκότος ἔσβησα

καὶ τὸ κοχύλι τοῦ βυθοῦ

στὴν κοιλιά

σου

κλειδὶ τοῦ ἐφιάλτη

 

πίσω ἀπ᾽ τὴν ἀπελπισία

μυρίζει ἄνθρωπος

 

Τὰ βήματά μου ἔφερα

στὶς πόρτες ἄλλου κόσμου

γονάτισα

κι ἄφησα τὸ νερὸ

νὰ μᾶς κάνει ἕνα

 

δέν εἶναι πιὰ πῶς γίνονται οἱ λέξεις

ἀλλά πῶς ὀστρακίζεται ἡ ἀγάπη

 

Δὲν ὑπάρχει πέτρα

δὲν ὑπάρχει φωτιὰ

δὲν ὑπάρχει οὐρανὸς

Εἶναι ὁ φθόνος τῶν θεῶν

ποὺ μᾶς στοιχειώνει

τὴ μέρα ποὺ μὲ πῆρες

στὴ ζώνη σου

φυλακτὸ

 

Γύρισες ὅλα τὰ ρολόγια

πίσω

γύρισε πίσω τοὺς δεῖκτες

τοὺς νεκρούς σου

οἰκειόθηκα

 

Ἀποτρόπαια συναλλαγὴ

μέλι δέλεαρ

σὲ κεντρὶ

 

Πῶς νὰ ἐκποιήσω τὰ δῶρα

τῆς ἀγάπης

πῶς νὰ σηκώσω τὸ βάρος

τῶν λέξεων;

Πῶς νὰ χρίω

τὸν τρόμο ποὺ γαλουχεῖς;

 

Εἶναι ἡ ἄλλη ὄψη τῆς κίνησης

εἶναι τὸ ἄλλο τῆς ἀγκαλιᾶς

εἶναι ἡ τρύπα ποὺ σὲ ρουφάει

εἶναι οἱ ἀνήκεστοι λογαριασμοὶ

 

 

Ἕνα βλέμμα τυφλὸ

βόμβος στὸ αἷμα

ἡ λάβα τοῦ μυαλοῦ

τό ὑδρόφιλο λιβάδι

τῆς ὀδύνης

 

Μὲ ποιὸ αἷμα νὰ ἐκποιήσω

τὸν πόθο

ποιὰ κτερίσματα θὰ σώσουν

τὴ στιγμὴ ἐκείνη

ποὺ στὸν ἄλλον

ἐσένα ἀκουμπᾶς

ποιὸς χορὸς σπλαχνικὸς

τὸ ἴσο τῆς φωνῆς

θὰ πιάσει

ποὺ ζητᾶ

λύτρωση

 

Περπάτησα τοὺς δρόμους

ὅλους

πιάστηκα

στὸν ἴσκιο τῆς ἐκδίκησης

μὲ εἶδα σφάγιο

γιατὶ ἐκεῖ σὲ ἔψαχνα

τὴν ὥρα ποὺ φτιάχνονται

τὰ γράμματα

τόσο βαθιὰ κατέβηκα

γιὰ νὰ σὲ συναντήσω

 

Ἔλα, μοῦ ἔλεγες, ἔλα

ἡ Θήβα εἶναι σκληρὴ

ἡ πέτρα της σφουγγάρι

ἔλα, τὸ γάλα μου

στέργει τὴ μοίρα τῶν βροτῶν

ἔλα νὰ πορευτοῦμε στὴν ἀπόγνωση

ἡ ἀγκαλιά μας εἶναι ὁ τόπος

 

Στράγγιξα ἀπ᾽ τοὺς δρόμους ὅλους

τυφλὸς μὲ νύχια στὸ αἷμα

πιὰ

ἔνιωσα τὴν ἀνατριχίλα τῆς φυγῆς

εἶδα νὰ σηκώνεται ἄνεμος

εἶδα πῶς καίει ὁ κεραυνὸς

ζύγιασα τὸ νερὸ στὰ πλεμόνια

δὲν φτάνει, μοῦ λές, δὲν φτάνει

τὸ κορμί μου γεφύρι

πέτρες στὸν χαμό,

δὲν φτάνει

 

γύρισε πίσω τὸ ποτάμι

ἔσπασαν ὅλες οἱ μουσικὲς

 

Ἀκούγονται οἱ φωνὲς

τῶν ἀποθαμένων

τσακίζουν τὴ φωνή μου

 

Τὸ αἷμα σου ἕνα τίποτα

οὐρλιάζουν

στὸ πανηγύρι τοῦ δάσους

τὸ βλέμμα τῆς Μαινάδας

στὴ σάρκα τοῦ ἄλλου βρίσκεται

χωρὶς στοργὴ

caso limitrofe

τῆς ψυχῆς μου.

 

 

Ἡ τρυφερότητα τοῦ σημαίνοντος

 

Τὶς νύχτες ἀνοίγω τὴν πόρτα

καὶ μπαίνω στὸ σπίτι

δὲν ξέρω πιὰ

ἀπὸ ποῦ τὸ χέρι σου

μοῦ ἔδινες

δὲν ξέρω πιὰ

ποῦ νὰ σὲ συναντήσω

 

Κι ὅμως τὸν χῶρο ὅλο γνωρίζω

κι αὐτὴ τὴν ἐκκωφαντική του σιωπὴ

ἔτσι τουλάχιστον νόμιζα

εἶχα ἀφουγκραστεῖ τοὺς ἤχους

καὶ τὰ βλέμματα ὅλα διάβασα

καὶ τὴ γραφὴ τοῦ αἵματος στὶς φλέβες

εἶχα μαντέψει ὅλες τὶς σκιὲς

καὶ τὰ κορμιά μας γυμνὰ

στὸ πάτωμα ξάπλωνα

 

Πῶς νὰ σοῦ πῶ τώρα πιὰ

ὅτι ὅλα ἴδια εἶναι

θέλω νὰ πῶ

ὁ ἴδιος πόθος

κι ἡ λαχτάρα ἴδια

πῶς φυλακίζεται ὁ ἄνθρωπος

στὰ ἴδια του τὰ λόγια

Θέλω τώρα νὰ σοῦ πῶ

στὴ μέση τῆς νύχτας στάθηκα

καὶ τὴν ἔκοψα στὰ δυὸ

 

βρῆκα τὰ χέρια σου

βρῆκα τὸ κορμί σου

βρῆκα τὰ μάτια σου

κι αὐτὴ τὴ μυρουδιὰ

ποὺ πάντα χάνω.

 

 

 

Τα ποιήματα του Γιώργου Θ. Γιαννόπουλου περιλαμβάνονται στη συλλογή  Λόγια Θανάτου και Αγάπης , εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, 2015

ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΞΩΦΥΛΛΟ

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: