ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ – ΕΚΤΟΣ ΚΙΒΩΤΟΥ / ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΚΡΗΣ «ΠΟΤΕ ΘΑ ΜΑΖΕΨΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΚΟΜΜΑΤΑΚΙ-ΚΟΜΜΑΤΑΚΙ;»

makris1

  Αυτό το κείμενο έχει μια ιδιαίτερη ιστορία, όπως ιδιαίτερη και ξεχωριστή υπήρξε η ζωή, η τέχνη και η «έξοδος» του Γιώργου B. Μακρή (1923-1968), που στις 31 Ιανουαρίου, αυτοκτόνησε πέφτοντας από την ταράτσα του σπιτιού του, στα Ιλίσια (μετά από άλλες πέντε, μπορεί και επτά, απόπειρες τα προηγούμενα χρόνια). Η ιστορία του κειμένου αφορά σε μια παρουσίαση για τον Μακρή που δεν έγινε ποτέ, για λόγους ανεξάρτητους από τη δική μου θέληση αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο εσωτερικά συνδεδεμένους με την προσωπικότητά του, αφού υπήρξε πάντα ηθελημένα «εκτός κιβωτού», αρνούμενος να προσκυνήσει κυκλώματα «καλλιτεχνικά», μέντορες και ιερατεία που λυμαίνονται τις τέχνες και τότε και τώρα. Κι αυτός είναι ο μόνος λόγος που κάνω αυτήν την προσωπική αναφορά, για να καταγράψω τη σύνδεση που πολλές φορές έχουν τα γραπτά μας με εκείνους για τους οποίους γράφουμε.

  Η μυθολογία που ακολουθεί όλους τους αυτόχειρες ποιητές, ισχύει και στην  περίπτωση του Μακρή. Από τα διάφορα επεισόδια της αναρχικής (χωρίς εισαγωγικά) ζωής και προσωπικότητάς του, το πιο γνωστό είναι ο διάλογος με το θυρωρό της πολυκατοικίας του την ημέρα του θανάτου του, όταν εκείνος τον είδε να ανεβαίνει στην ταράτσα:

 «Πού πάτε, κύριε Γιώργο;»

 «Μη σε νοιάζει, θα κατέβω αμέσως…»

  Ένα δεύτερο στοιχείο του μύθου του είναι η περίφημη προκήρυξη που έγραψε το 1944 ως Γενικός Διοργανωτής του «Σ.Α.Σ.Α.» («Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων»), με τίτλο «Να ανατινάξουμε την Ακρόπολη»: στόχος του «ΣΑΣΑ» ήταν η ανατίναξη αρχαίων μνημείων με πρώτη εκείνη του Παρθενώνα, ως σύμβολο του ιστορίας και του αρχαίου κλέους με τα οποία μας έχουν ταΐσει τόσο πολύ πολιτιστικά ώστε μας έχουν βγει από τα αφτιά, αλλά ας μην ξεχνάμε και το γεγονός ότι η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό υψωνόταν τότε στο μνημείο. Κι επειδή η προκήρυξη κυκλοφορεί ήδη από αρκετές πηγές στο διαδίκτυο, θα περιοριστώ εδώ σε ένα μικρό απόσπασμα που κατά τη γνώμη μου προοιωνίζει και θα εντασσόταν άνετα στο κίνημα των Καταστασιακών είκοσι χρόνια αργότερα:
 «Νομίζοντας πως κάνουμε μια ανώτερη καλλιτεχνικά πράξη, όντας σίγουροι πως όλη η γελοία και ψεύτικη επιβίωση όχι μόνο δε συγκρίνονται, έστω και μειονεκτώντας, μ’ ένα λεπτό ενεργητικής δράσης κι απόλαυσης, αλλά και καλλιτεχνικά είναι βλαβερή, προετοιμάζοντας ερασιτέχνες περιηγητές και ευνούχους».

  Στο μύθο του εντάσσεται και το γεγονός ότι ελάχιστες δημοσιεύσεις ποιημάτων ή κειμένων του έγιναν όταν ήταν εν ζωή, με επιβεβαιωμένη και με την υπογραφή του τη μετάφραση της «Πέτρας του Ήλιου» του Οκτάβιο Παζ στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ΠΑΛΙ το 1964. (Γνωρίζουμε δύο ακόμα μεταφράσεις του σε κείμενα των Άλντους Χάξλεϋ και Ζαν Μιρό.) Ενδεικτικό της ομιχλώδους κατάστασης που επικρατεί για τα γραπτά του είναι ότι για ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα που αποδίδεται σε αυτόν, «Εμείς οι λίγοι», υπάρχουν πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώριζαν προσωπικά πως  είναι τελικά της Λένας Τσούχλου.

«Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης
Με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
Κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου».

(ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ)

  Αλλά παρά το γεγονός ότι ο ίδιος αδιαφορούσε ως προς το να δημοσιεύσει το έργο του -τουλάχιστον ενυπόγραφα- αρνούμενος την έννοια της «πατρότητας» του πνευματικού έργου, μετά το θάνατό του το ανέλαβε μια ομάδα φίλων του, με προεξέχοντα στην προσπάθεια τον ποιητή Ε. Χ. Γονατά που τα επιμελήθηκε όπως του παραδόθηκαν σε ένα τσουβάλι από τον ξάδερφο και φίλο του Μακρή, Άγγελο Καράκαλο: ο τόμος με τίτλο «ΓΡΑΠΤΑ Γιώργου Β. Μακρή» κυκλοφόρησε το 1986 από τις εκδόσεις της Εστίας και περιλαμβάνει ποιήματα, ημερολογιακές σημειώσεις, αφηγήματα, φωτογραφίες και επιστολές, τις μεταφράσεις του καθώς και κείμενα που έγραψαν γι’ αυτόν οι φίλοι του. Το εξώφυλλο του τόμου κοσμεί έργο του επίσης στενού του φίλου Αλέξη Ακριθάκη, ένα κόκκινο ψάρι που έχει στο εσωτερικό του μια γάτα, βασισμένο σε μια ιδέα του Μακρή.

  Ποιος όμως ήταν αυτός ο ποιητής-φάντασμα που στοιχειώνει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση; Πώς ζούσε και τι περιλάμβανε η καθημερινότητά του;

  Και πάλι όσα συγκεντρώνουμε από μαρτυρίες, μας δίνουν μια λειψή εικόνα από την οποία λείπουν πολλά βασικά κομμάτια:

  Γιος ενός αυταρχικού δικαστικού, χωλός μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα στην παιδική του ηλικία, φοιτητής Νομικών που ποτέ δεν αποφοίτησε, περνούσε τις μέρες του σε καφενεία, συχνά απένταρος αφού επιβίωνε με τα χρήματα που του έδινε η μητέρα του, λιγομίλητος και κοινωνικά απομονωμένος με λίγους όμως πιστούς φίλους, εκείνους οι οποίοι συγκέντρωσαν τα αδημοσίευτα γραπτά του σε ένα τσουβάλι όταν έφυγε από τη ζωή.

makris2

  Κι από όλα τα παραπάνω, τις μαρτυρίες, το μύθο, τα μισοσβησμένα ίχνη του, τα γραπτά του, τι θα μπορούσαμε να καταλάβουμε γι’ αυτόν, για την προσωπικότητά του και τη ζωή που επέλεξε;

  Ο Γιώργος Μακρής εκτιμώ ότι έγραφε επειδή έτσι ήθελε να ζήσει, όχι για να κάνει καριέρα, να γίνει διάσημος, να πουλήσει τρέλα ή μούρη ως εκκεντρικός καλλιτέχνης. Έγραφε για τον εαυτό του και για όσους μοιράζονταν μαζί του τις σκέψεις του, τις αρνήσεις του, τις εμμονές του, τα λάθη του. Είναι απίστευτο το γεγονός, ότι για ένα πρόσωπο που έζησε στον εικοστό αιώνα και σε εποχές σχετικά πρόσφατες για τις οποίες υπάρχουν πλήθος στοιχείων για ένα σωρό σημαντικά ή και ασήμαντα καλλιτεχνικά πρόσωπα και γεγονότα, πως ό,τι ξέρουμε για τον Μακρή το ξέρουμε μόνο από τους ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά και τον αγάπησαν. Ο ίδιος έμοιαζε να ακολουθεί το επικούρειο «λάθε βιώσας», σχεδόν προσπαθώντας να μην αφήνει ίχνη του λαμπρού μυαλού του και του έργου του. Άλλοι τον χαρακτηρίζουν ως προβληματικό εν γένει, άλλοι τον θεωρούν χαρισματικό, άλλοι φιλόσοφο περισσότερο παρά ποιητή και άλλοι ένα περιθωριακό ταλέντο που κάηκε πριν σβήσει. Το γεγονός είναι ότι έζησε εκτός νόρμας κατ’ επιλογή (με την έννοια ότι ορισμένοι άνθρωποι αδυνατούν να επιλέξουν την κοινωνικοποίηση όχι γιατί δεν θέλουν, αλλά επειδή η φύση τους αδυνατεί να ενταχθεί), σαν ένα μυθικό πλάσμα για το οποίο ακούμε αφηγήσεις από τους μεγαλύτερους οι οποίοι ορκίζονται ότι το έχουν δει με τα μάτια τους. Και αυτό μόνο, θα αρκούσε για τη δημιουργία του μύθου του.

  Ένα ερώτημα που σίγουρα προκύπτει από την εποχή όπου έζησε (Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Εμφύλιος, Ψυχρός πόλεμος έως και τις αρχές της δικτατορίας), είναι αν είχε και ποια ήταν η πολιτική του στάση του. Προσωπικά, δεν μπόρεσα να την εντοπίσω από όσα έχω διαβάσει, εκτός από ένα απόσπασμα που αναφέρεται στην εμπειρία που είχε ο Μακρής στο Παρίσι, όπως καταγράφεται στο βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη «Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων», (εκδόσεις Τυφλόμυγα, 2014):

  «Δυστυχώς γι’ αυτόν, όμως, προσγειώνεται ανώμαλα, όταν μόνο για την εκστόμιση δημοσίως δύο φράσεων, τρώει εκεί δύο φορές άγριο ξύλο. Τη μία από τους μπάτσους (φλικ) όταν βλέποντας να δέρνουν ένα κοριτσάκι τους κράζει: “Ες Ες”! Και την άλλη, τον πατάνε κάτω “τακτοποιημένοι πολίτες και νοικοκυραίοι” γιατί βλέποντας μια πορεία διαμαρτυρίας, βροντοφωνάζει: “Ζήτω η Αλγερία”».

  Νομίζω όμως ότι το ανατρεπτικό του χαρακτήρα του και της κοσμοθεωρίας του αποτελούν την πολιτική του τοποθέτηση:

«Ακολούθως
Μπήκαν οι δήμιοι με μάσκες και κυλόττες
Οι αυλικοί το χέρι θα φιλήσουν
Κι ο τελετάρχης της επιτροπής των θανατώσεων…

Τον βασιλιά τον κρέμασαν, κι αυτό
Τη συνοδεία τυμπάνων από δέρμα.
Έβραζε ο όχλος με βουητό που λέει
Πάντ’ από πριν τη μέλλουσα ιστορία
Η διαδικασία παρετηρήθη
Κι από τα μάτια της επιτροπής
Τα θριαμβευτικά και φοβισμένα
Από τη δυσδαιμονία των οιωνών».

(ΙΣΤΟΡΙΚΟ)

  Και για την ποίησή του, εκείνη που διασώθηκε σε ένα τσουβάλι, τι μπορούμε να πούμε; Καταρχάς, να διαβαστεί, κυρίως από τις νεότερες γενιές, να διαβαστεί ξανά και ξανά. Προσωπικά θεωρώ τον Γιώργο Μακρή, σημαντικό ποιητή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, οπωσδήποτε πολύ σημαντικότερο από διάφορους αστέρες των δημοσίων σχέσεων. Τα περισσότερα ποιήματά του είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, αλλά υπάρχουν και κάποια με συναισθηματικά ισχυρές ομοιοκαταληξίες (πάντα πίστευα ότι η ομοιοκαταληξία εκφράζει και δημιουργεί ένα είδος συναισθηματικής συγκίνησης) :

«Σάμπως θα φύγουμε αύριο την αυγή.
Θα θέλατε να πάρουμε το πλοίο;
Θα αποχαιρετούσαμε τη γη
Στης θάλασσας το πράο μεγαλείο».

(ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ)

  Οι στίχοι του μιλούν για έναν πόνο εντελώς ανθρώπινο: τον πόνο της μοναξιάς και της έλλειψης, του σκοτεινού που αναζητά το φως για να κατανοήσει την ύπαρξή του.

«Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό
Και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα
Που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.
Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες
Ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο
Πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα».

(ΑΠΟΣΤΑΣΗ)

  Αυτό μου κάνει εντύπωση με τα ποιήματά του Μακρή ότι το πόσο πολύ η ματιά του είναι στραμμένη προς τα έξω, βλέπει, «διαβάζει» και αγαπά τον άλλο άνθρωπο, αυτός ο σχεδόν αστικός ερημίτης στον τρόπο ζωής του.

«Κατά τα άλλα είμαστε οι ίδιοι
Φορώντας όλη μέρα ένα ρούχο
Με κόκκινα κουμπιά
Με τσέπες φαρδιές
Με μαλλιά σκονισμένα

Τρέχοντας να χαϊδέψουμε
Σκυλιά».

(ΑΚΗ)

  Κλείνοντας θα έλεγα ότι αν ο μύθος εμπεριέχει αλήθεια, ο Γιώργος Μακρής πέθανε με χιούμορ, σατιρίζοντας τον εαυτό του και κρυφογελώντας με ένα εσωτερικό αστείο που εκείνη τη στιγμή μόνο ο ίδιος μπορούσε να αντιληφθεί. Και αυτός νομίζω είναι ο ορισμός της αναρχικής προσωπικότητας και οπτικής απέναντι στο μεγάλο, σουρεαλιστικό αστείο που είναι τελικά η ζωή.

  Και ως ταιριαστό αποχαιρετισμό σε εκείνον, κρατάω το ποίημα του φίλου του, και πολύ αγαπημένου μου, Μίλτου Σαχτούρη, στην τελευταία σελίδα του τόμου των 548 σελίδων με τα άπαντα του Μακρή:

«Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής

άνοιξε ένα μικρό κατάστημα με ψιλικά
Πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο
τον βασάνισαν
Πελάτες του δεν είναι όσοι αυτός βασάνισε-
Δικάστηκε
κι έχει αθωωθεί».

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: