ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΟΥΤΟΣ- ΕΝΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

poutos

Ένα υπηρεσιακό ζήτημα

  Το παράθυρο στο γραφείο με τα τηλέτυπα ήταν το μόνο που είχε κάγκελα, τα είχαν βάλει για προστασία, αφού εκεί φυλάσσονταν όλα τα διαβαθμισμένα έγγραφα της μοίρας· από εκεί έβλεπε το πάρκινγκ, τη δεντροστοιχία και πέρα στον ορίζοντα τις χαμηλές κορυφές των βουνών που έκλειναν από το βορρά την μικρή πεδιάδα. Από τα δέντρα –ευκάλυπτοι και πεύκα– κατέβαιναν κάτι πουλιά που δεν τα είχε ξαναδεί.

  «Τι πουλιά είναι αυτά;»

  Ο υπαξιωματικός σταμάτησε για μια στιγμή, σήκωσε το κεφάλι του από τα σήματα που διάβαζε και κοίταξε έξω.

  «Δεν έχω ιδέα.»

  «Τα έχετε ξαναδεί;» 

  «Δε θυμάμαι.»

  «Γιατί από τότε που ήρθα εδώ τα βλέπω συνέχεια.»

  Ο υπαξιωματικός δεν έδωσε σημασία· κούνησε το κεφάλι του και συνέχισε το μουρμουρητό σκυμμένος πάνω από τη μικρή στοίβα με τα χαρτιά. Ήταν άκεφος· κάθε φορά που ερχόταν ένας καινούριος έβαζαν εκείνον να κάνει την εκπαίδευση στα τηλέτυπα. Και για όσο κράταγε η εκπαίδευση έπρεπε να βγάζει τις βάρδιες μέσα στη μονάδα, για να μη γίνουν λάθη.

  «Αυτό το σήμα πρέπει να πάει στο γραφείο Διοικητού. Αφορά την ανανέωση αδειών εισόδου. Μη διαβάζεις μόνο το θέμα, να βλέπεις και τις συντομογραφίες, ειδικά όσες αφορούν πολλαπλούς παραλήπτες. Σου έχω ετοιμάσει λίστα, πρέπει να τη μάθεις απ’ έξω· μην ανησυχείς, είναι μικρή. Αυτό αφορά τα ανταλλακτικά· θα πάει και στους μηχανικούς και στον Μοίραρχο.» Συνέχισε να του δείχνει πώς κατανέμονται τα εισερχόμενα σήματα και τα καταχώριζε με ταχύτητα σε μια συρταριέρα που ήταν κολλημένη στον τοίχο. Του είχε πει πως μετά από μία βδομάδα εκπαίδευσης θα ήταν έτοιμος να κρατήσει μόνος του τη βάρδια. Μέχρι τότε έπρεπε να κοιμάται στο κτίριο με τους κοιτώνες.

   «Αυτό το σήμα δε μας αφορά. Όταν δε μας αφορά, το πετάμε κατευθείαν στην αποθήκη» είπε και άνοιξε μία πόρτα δίπλα του. «Τα συρταράκια τα αδειάζουμε και αυτά στην αποθήκη κάθε φορά που γεμίζουν ή –αν δε γεμίσουν- στο τέλος κάθε μήνα. Όποτε γεμίζει η αποθήκη, πηγαίνουμε τα σήματα για καταστροφή. Για την ώρα δεν έχω να σου πω άλλα για τα εισερχόμενα. Τώρα που θα επιστρέψει η πτήση θα σου δείξω πώς συντάσσουμε ένα εξερχόμενο. Δεν είναι δύσκολο, αρκεί να ακολουθήσεις τη ρουτίνα.»

  Μιλούσε συνέχεια, όμως είχε αναπτύξει αυτοματισμούς και μπορούσε να κάνει πολλές δουλειές μαζί. Μιλούσε και είχε το νου του στα χαρτιά που κρατούσε ταυτόχρονα· συχνά σταμάταγε την κουβέντα του για να διαβάσει κάτι αξιοπρόσεχτο, κάτι υπηρεσιακά ενδιαφέρον. Τότε το έδειχνε και σε εκείνον, για να τον μάθει να διακρίνει τα σημαντικά σήματα από τα συνηθισμένα. Έδειχνε προθυμία να μάθει. Τις πρώτες δυο μέρες τού είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον η ανάγνωση απόρρητων και διαβαθμισμένων εγγράφων· όταν πέρασαν οι πρώτες βάρδιες και είδε πόσο τετριμμένα και πόσο υπηρεσιακά ήταν, ξεφούσκωσε ο ενθουσιασμός του για όλα αυτά και έμεινε μόνο ο ξερός ήχος του εκτυπωτή που του προκαλούσε έναν εκνευρισμό χωρίς προηγούμενο· δεν μπορούσε να ξεχαστεί παρά μόνο για ελάχιστα δευτερόλεπτα κι αμέσως σχεδόν ο εκτυπωτής ξανάρχιζε να τυπώνει μηνύματα τρυπώντας του τα αφτιά. Το μυαλό του ήταν εγκλωβισμένο, η σκέψη του ήταν καρφωμένη μέσα στο δωμάτιο με τα τηλέτυπα. Ο υπαξιωματικός, από την άλλη, δεν έδειχνε να ενοχλείται, σα να μπορούσε επιλεκτικά να κλείσει τα αυτιά του και να απομονώσει τον ενοχλητικό ήχο. Είχε εκπαιδευτεί καλά σε αυτό.

  «Αν με ενοχλούσε ακόμα ο θόρυβος –έπειτα από μία πενταετία που είμαι εδώ-  θα είχα γίνει νευρασθενικός. Δεν είναι τίποτα, σιγά σιγά θα το συνηθίσεις και εσύ», του είπε. Καθώς διεκπεραίωνε τις διάφορες υπηρεσιακές υποθέσεις έμοιαζε απόλυτα ήρεμος, τα έκανε όλα με αργό ρυθμό και συχνά σταματούσε για να πιει λίγο καφέ. Κάθε λίγο και λιγάκι έμοιαζε με άνθρωπο αργόσχολο, που δεν έκανε τίποτε άλλο από το να κοιτά το κινητό του ή να πιάνει κουβέντα.

  «Τι δουλειά έκανες πριν ξεκινήσεις τη θητεία σου;» τον ρώτησε· είχε τελειώσει με τα εισερχόμενα, ο εκτυπωτής είχε σταματήσει να φτύνει σήματα και μπορούσαν να ξεκουραστούν. Πήρε μία βαθιά ανάσα ανακούφισης και άργησε λίγο να απαντήσει, λες και είχε ξεχάσει και έπρεπε να καταβάλει προσπάθεια για να θυμηθεί. 

  «Δούλευα σε μία χρηματιστηριακή εταιρεία.»

  «Για στάσου, δε μου ‘χεις πει ότι είσαι μαθηματικός;»

  «Σωστά, αλλά έκανα μεταπτυχιακό με ειδίκευση στα εφαρμοσμένα μαθηματικά, στο χώρο της οικονομίας.»

  «Στην Ελλάδα;»

  «Στην Αγγλία.»          

  Κούνησε με ενδιαφέρον το κεφάλι του: «Ωραίο ακούγεται· και τι έκανες;»

  Άρχισε να εξηγεί με απλά λόγια. Σιχαινόταν τις μεγαλοστομίες. Εξάλλου δεν είχε καν προλάβει να κλείσει χρόνο στην εταιρεία και όλο αυτό το διάστημα του ανέθεταν συνήθως αγγαρείες. Μίλησε για τη ρουτίνα του γραφείου, τα χρηματιστηριακά, τις απλήρωτες υπερωρίες, τους δυσνόητους οικονομικούς όρους και ένιωσε σα να βρισκόταν ξανά στο ασφυκτικό περιβάλλον του γραφείου, ένιωσε ξανά όπως τότε που το η ρουτίνα ήταν τόσο έντονη, ώστε το αύριο έμοιαζε σα να μην υπάρχει, αφού δεν έφερνε τίποτα διαφορετικό από το σήμερα. Ο υπαξιωματικός άκουγε με προσοχή.

  «Κάνεις και ιδιαίτερα;» τον ρώτησε στο τέλος. Από τον διάδρομο ακούστηκαν γέλια. Κάποιος άνοιξε την πόρτα και πρόβαλε ένα κεφάλι.

«Να έρθει ο ναύτης για τον καθαρισμό.»

«Δεν υπάρχει άλλος; Τώρα κάνουμε εκπαίδευση.»

«Οι άλλοι έχουν έξοδο.»

  Έκανε έναν αδιάφορο μορφασμό. «Πήγαινε» είπε «θα σου δείξω αύριο πώς συντάσσουμε ένα εξερχόμενο.»

  Έξω από το κτίριο απλωνόταν ερημιά, η απέραντη έκταση του αεροδρομίου κι ο ορίζοντας πέρα, που τον έκλειναν χαμηλά βουνά, γυμνά από βλάστηση. Το σούρουπο ερχόταν σιγά σιγά· «δεν βλέπω ούτε τη μύτη μου», είπε στον αξιωματικό που ξεκλείδωνε το αεροπλάνο.

 «Πλύνε μόνο το ουροδοχείο», τού απάντησε.

  Φόρεσε τα γάντια· κάθε τόσο ακουγόταν ο ξερός ήχος μιας κανονιάς. Ο θόρυβός της έδιωχνε τα πουλιά από τους αεροδιαδρόμους. Είχε υπολογίσει ότι ακουγόταν κάθε τρία λεπτά· εκείνο το βράδυ άκουσε τέσσερεις κανονιές μέχρι να γυρίσει πίσω. Το κρύο ήταν τσουχτερό, φυσούσε βοριάς παγωμένος από τις βουνοπλαγιές που κρατούσαν ακόμα χιόνι. Όταν επέστρεψε, τουρτούριζε.

  «Να πάρεις το αερόθερμο φεύγοντας.» τον συμβούλεψε ο υπαξιωματικός και τον ξαπόστειλε νωρίς για να κοιμηθεί και ο ίδιος. Χρειάστηκε να μείνει πολλή ώρα με τη στολή αγγαρείας και τον επενδύτη βαδίζοντας πάνω-κάτω στο δωμάτιο, περιμένοντας να ζεστάνει κάπως ο χώρος. Το κρεβάτι του ήταν κολλημένο πλάι σε μια μεγάλη τζαμαρία που έπιανε τη βορινή πλευρά κι έβλεπε στο βουνό. Το πυκνό φύλλωμα από τους δύο ευκαλύπτους άφηνε λίγο από το φεγγαρόφωτο να περάσει. Το θρόισμα των φύλλων ακουγόταν και μέσα στο δωμάτιο. Άλλαξε γρήγορα και χώθηκε κάτω απ’ τις κουβέρτες, έπρεπε να σηκωθεί στις έξι. Συλλογίστηκε την εποχή πριν το στρατό, όταν συνήθιζε να κοιμάται τις ώρες που τώρα ήταν υποχρεωμένος να ξυπνάει.

  Η εβδομάδα της εκπαίδευσης κύλησε αργά και η κάθε μέρα που περνούσε του μεγάλωνε τη δυσφορία· ανυπομονούσε να αναλάβει μόνος του το πόστο. Προτιμούσε να μένει μόνος από το μεσημέρι και –το πιο σημαντικό- να κοιμάται στο ράντσο τού γραφείου, που είχε θέρμανση, αντί να πηγαίνει για ύπνο στους παγωμένους κοιτώνες. Την έκτη ημέρα ο υπαξιωματικός τού ανακοίνωσε ότι η εκπαίδευση είχε τελειώσει και πως ήταν έτοιμος να βγάλει τη βάρδια μόνος του. Όταν ήρθε το μεσημέρι, έφυγε, αφού φρόντισε να του δώσει τηλέφωνα επικοινωνίας, σε περίπτωση που θα αντιμετώπιζε πρόβλημα. «Φρόντισε όμως να μην με παίρνεις κάθε λίγο και λιγάκι», τον προειδοποίησε.

  Το ενδιαφέρον του για την υπηρεσία ξαναζωντάνεψε πρόσκαιρα, αφού τώρα είχε την απόλυτη ευθύνη· σχεδόν ένιωθε πως πήρε λίγη από την εξουσία του υπαξιωματικού. Άρχισε να διαβάζει το αρχείο των σημάτων με την ελπίδα να βρει κάποια συνταρακτική πληροφορία κι αφοσιώθηκε σε αυτή μελέτη μέχρι το απόγευμα, όταν βαρέθηκε κι αποφάσισε να ταξινομήσει τα καινούρια σήματα. Η δουλειά δεν του φάνηκε δύσκολη· συμπέρανε πως ο ίδιος εκεί που δούλευε κόπιαζε πολύ περισσότερο για πολύ λιγότερα χρήματα.

  Όσο περνούσε η ώρα, έκανε τη δουλειά του πιο μηχανικά και ολοένα πιο γρήγορα. Τα πιο πολλά σήματα τα ταξινομούσε διαβάζοντας τον τίτλο ή το πολύ μια-δυο γραμμές. Μόνο σε ένα σήμα στάθηκε παραπάνω και δεν αρκέστηκε στην ανάγνωση του τίτλου· κάθισε στην καρέκλα, το διάβασε ολόκληρο κι όταν τέλειωσε το ξαναδιάβασε προσεκτικά. Είχε θέμα «ΚΗΔΕΙΑ ΝΑΥΤΟΥ ΕΠΟΠ» και στο κυρίως σώμα του κειμένου έγραφε: «ΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ 06 ΑΠΡ ΑΠΕΒΙΩΣΕ ΝΑΥΤΗΣ ΕΠΟΠ (ΘΑΛ.) Ε.Ε. …» και ακολουθούσε το όνομα, ο αριθμός μητρώου και η χρονολογία γέννησης. Ο νεκρός θαλαμηπόλος ήταν μικρότερος από αυτόν. «Αν είχα πεθάνει στην ηλικία του, θα είχαν κιόλας περάσει έξι χρόνια από το θάνατό μου.» ‘Εκανε τη σκέψη αυτή μερικές φορές και προσπάθησε να θυμηθεί πόσα είχε ζήσει σε αυτά τα έξη χρόνια: την αποφοίτηση από το πανεπιστήμιο, το ταξίδι στην Αγγλία για μεταπτυχιακό, τα γλέντια, τα ταξίδια με εκείνη στα νησιά, το χωρισμό, τις μέρες της θλίψης, τη βαρετή δουλειά και την ακόμα πιο πληκτική θητεία. «Τι δουλειά να έκανε ως θαλαμηπόλος;» Αναρωτήθηκε.

  Παρακάτω το σήμα περιέγραφε τις προβλεπόμενες τιμές. Θα συμμετείχαν καμιά εικοσαριά άτομα. «Α. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑ ΚΡΙΣΗ» έγραφε το μήνυμα και συμπλήρωνε «Β. ΕΝΑ ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟ ΩΣ ΤΕΛΕΤΑΡΧΗ Γ. ΑΓΗΜΑ ΜΙΑΣ ΔΙΜΟΙΡΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ 10 ΑΝΔΡΩΝ ΜΕ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟ. Δ. ΔΥΟ ΝΑΥΤΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΚΡΑΤΟΥΝ ΣΤΕΦΑΝΙΑ. Φαντάστηκε την αφόρητη πλήξη που θα ένιωθαν μέσα στις επίσημες στολές. Την αμηχανία μπροστά στους συγγενείς του θανόντος. Την αδημονία να τελειώνουν μια ώρα νωρίτερα και να πετάξουν από πάνω τους τα άκαμπτα ρούχα, τον ιδρώτα, τη σκόνη, την ανάμνηση των θρήνων. Ίσως και ο νεκρός να είχε παραστεί σε παρόμοια τελετή. Μέσα στην αίσθηση αθανασίας που χαρίζουν τα νιάτα δε θα του είχε περάσει από το μυαλό πως θα μπορούσε να έχει την ίδια κατάληξη. Το μήνυμα συνέχιζε: ΜΕΤΑ ΠΕΡΑΣ ΤΕΛΕΤΗΣ ΑΠΟΣΠΑΣΘΕΙ ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΑΦΟΥ ΛΑΒΕΙ ΘΕΣΗ ΒΑΛΛΕΙ 3 ΣΥΜΠΥΡΣΟΚΡΟΤΗΣΕΙΣ. ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΑΦΗΣ. ΤΕΛΕΤΑΡΧΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΛΑΒΕΙ ΜΕ ΜΕΡΙΜΝΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΜΗΤΡΩΑ. «Ποιος άραγε ενδιαφέρεται για την ανάγνωση του βιογραφικού ενός εικοσιδυάχρονου;» αναρωτήθηκε. «Σχεδόν σα μαρτύριο για τους συγγενείς μοιάζει.» ΣΗΜΑΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΦΕΡΕΤΡΟ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΠΗΛΙΣΚΟΣ ΜΕΤΑ ΠΕΡΑΣ ΤΕΛΕΤΗΣ ΜΕ ΜΕΡΙΜΝΑ ΤΕΛΕΤΑΡΧΟΥ ΕΠΙΔΟΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΘΑΝΟΝΤΟΣ.

  Σκέφτηκε: «Θα μείνουν στην οικογένειά του ο πηλίσκος και η σημαία μεγάλου μεγέθους. Χάσανε όμως το πιο σημαντικό. Κι οι στολές, οι φωτογραφίες, τα ρούχα -με την οσμή του κορμιού ακόμα- θα μοιάζουν σαν τα απομεινάρια που επιπλέουν και μαρτυρούν την ύπαρξη κάποιου ναυαγίου.» Παρατήρησε πως η τελετή ήταν όλη σχεδιασμένη και προγραμματισμένη μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια· ακόμα και για τον πηλίσκο είχαν μεριμνήσει. Στο κάτω μέρος της σελίδας διάβασε σε ποιες άλλες μονάδες είχε κοινοποιηθεί το σήμα. Κάθισε και τις μέτρησε· ο θάνατος είχε ανακοινωθεί οπουδήποτε υπήρχε μονάδα, διοίκηση, πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού σε όλη τη χώρα. Του φάνηκε προσβολή στη μνήμη του νεκρού να κρατούν το μήνυμα του θανάτου του χέρια αδιάφορα, να το καταχωρίζουν μαζί με άλλα υπηρεσιακά έγγραφα, χωρίς αίσθηση καμία. Εξαιρούσε βέβαια τον εαυτό του. Κρατούσε ακόμα το σήμα. «Θα του φορέσουν εκείνα τα παπούτσια που μας μοίρασαν τη μέρα της κατάταξης», σκέφτηκε. Όταν του τα έδωσαν νόμισε πως ήταν μέρος της επίσημης στολής, τα φόρεσε στην πρώτη του έξοδο κι οι χαρτονένιες σόλες έλιωσαν από τη βροχή. «Δεν είναι για να περπατάς», του είχε πει κάποιος που ήταν στην ίδια σειρά· «σ’ τα φοράνε αν πεθάνεις».

  Τα πέταξε, αλλά από τότε ένιωθε σα μελλοθάνατος. Συχνά τον απασχολούσε η σκέψη πως κάθε στρατεύσιμος κουβαλούσε στις αποσκευές του αυτό το μακάβριο αξεσουάρ, που θα του χρησίμευε μόνο στο θάνατο. Με το αποψινό σήμα το παζλ συμπληρωνόταν. Για όλα υπήρχε μια ρουτίνα· ακόμα και για το θάνατο υπήρχαν κάποιοι κανονισμοί που πρόβλεπαν τα πάντα: ένα ζευγάρι παπούτσια, μια σημαία, ένα σήμα που κοινοποιείται σε όλες τις μονάδες, το άγημα τιμών, οι συμπυρσοκροτήσεις, ο πηλίσκος, το στεφάνι. Δεκάδες στρατεύσιμοι σαν κι αυτόν είχαν λάβει το ίδιο σήμα και ήταν τώρα επιφορτισμένοι με την καταχώρισή του. «Πώς να το καταχώρισαν άραγε οι άλλοι που ξενυχτούν στην ίδια βάρδια με μένα;»

  Σκέφτηκε να το βάλει στο συρτάρι που έγραφε ΤΕΛΕΤΕΣ και στο συρτάρι που έγραφε ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ· έπρεπε να βγάλει και ένα αντίγραφο. Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο έπρεπε να ενδιαφέρεται και ο διοικητής. «Ο θάνατος δεν είναι πρόβλημα, ο Στρατός έχει προβλέψει τα πάντα. Ουδείς λόγος ανησυχίας.» Αποφάσισε να μη βγάλει αντίγραφο. «Το μόνο πρόβλημα είναι όταν οι κανονισμοί αφήνουν κάποιο κενό και ο ναύτης στα τηλέτυπα δε γνωρίζει ποια ρουτίνα πρέπει ν’ ακολουθήσει. Πάντως ο θάνατος ενός προσώπου είναι ένα απλό υπηρεσιακό ζήτημα»· επανέλαβε κάμποσες φορές την τελευταία πρόταση και του φάνηκε καθησυχαστική.

  Η κηδεία θα γινόταν σε ένα νεκροταφείο της περιοχής του. Ο νεαρός πρέπει να ζούσε στον ίδιο ή σε γειτονικό δήμο. Ξαφνικά του πέρασε από το μυαλό η ιδέα ότι μπορεί να τον είχε συναντήσει. «Μπορεί να τον είχα δει μια φορά, ίσως και περισσότερες· μπορεί η φυσιογνωμία του να μου ήταν γνωστή.»

  Αναρωτήθηκε αν θα είχε πάει ποτέ στην ταβέρνα του Αρμένη, με τα ανατολίτικα φαγητά. Ο ίδιος είχε κάτσει αμέτρητες φορές. Ο δρόμος της ταβέρνας έβγαζε σε μια πλατεία που είχε πολλές καφετέριες· μία από αυτές την είχε κάνει στέκι του. Αρχικά καθόταν εκεί επειδή του άρεσε η βαριά ξύλινη διακόσμηση και οι πίνακες-αντίγραφα έργων τού Μαγκρίτ που κάλυπταν τους τοίχους· μετά πήγαινε από συνήθεια. «Άραγε είχε κάτσει ποτέ στις καφετέριες της πλατείας; Στο καφέ όπου σύχναζα;»

  Θυμήθηκε εκείνη. Η ανάμνησή της συνόδευε πάντα τη συγκεκριμένη καφετέρια. Όταν πρωτοπήγαν μαζί, της είχε πει ότι ήταν το αγαπημένο του στέκι· της άρεσε και ‘κείνης κι έτσι πήγαιναν συχνά. Εκεί είχαν κάτσει και την ημέρα που χώρισαν. Από τότε έπαψε να συχνάζει στο μαγαζί. Τον είχαν δει να κλαίει. Αποφάσισε πως ήθελε να πηγαίνει σε ένα μέρος καθαρό από αναμνήσεις. Για πολύ καιρό μετά το χωρισμό έγινε θαμώνας ενός καφενείου, μακριά από την πλατεία, και έκανε πως απολάμβανε απλά πράγματα, όπως τις συζητήσεις για τη μπάλα και τις παρτίδες τάβλι με φίλους. Όμως κι εκεί τον κυνηγούσε η οδυνηρή ανάμνηση, κι εκεί ένιωθε το ίδιο κενό, όπως στο παλιό στέκι όπου σύχναζε μαζί της. Την είχε χάσει ολότελα, και το να ζητά παρηγοριά στη λησμονιά δεν τον βοηθούσε. Κατάλαβε πως,  ακόμα και σε άλλη πόλη να πήγαινε, η απώλεια θα τον πονούσε το ίδιο.  

  Σκέφτηκε πως αν πέθαινε τώρα η Υπηρεσία θα αναλάμβανε την ίδια ρουτίνα και για αυτόν. Θα του φορούσαν εκείνα τα παπούτσια που δεν προορίζονται για περπάτημα. Ένα σήμα θα στελνότανε σε όλες τις υπηρεσίες. Θα ετοίμαζαν ένα άγημα, μια σημαία, ένα στεφάνι. Κάποιος θα διάβαζε το βιογραφικό του, που όμως δε θα έλεγε τίποτα για τον ίδιο. «ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ. ΚΑΤΕΤΑΓΗ. ΑΠΕΒΙΩΣΕ.» Ας το ζητούσαν τουλάχιστο από αγαπημένους ανθρώπους· από φίλους αληθινούς· ας το ζητούσαν από κάποια που τον αγαπούσε, αλλά όχι από εκείνη: ήταν σίγουρο πως εκείνη θα το είχε χειριστεί σαν υπηρεσιακό ζήτημα· ακόμα και τα θερμά λόγια θα είχαν γραφτεί με κάποιον αυτοματισμό και με κάποια αποστασιοποίηση. Αν μπορούσε ο ίδιος να το γράψει, αν του δινόταν υπηρεσιακά αυτή η ευκαιρία, θα έγραφε για τα στέκια του. Για τα μεθύσια με τους φίλους. Για τον Μαγκρίτ, για τη συλλογή με φωτογραφίες του Ντουανό. Για το χωρισμό σε εκείνη την καφετέρια. Για όλους τους αποχωρισμούς και όλες τις αποχωρήσεις. Για ανθρώπους που χωρίσαν τους δρόμους τους και για εκείνους που έφυγαν από τη ζωή.

  Προσπάθησε να απαριθμήσει όλες εκείνες τις φορές που η καρδιά του πενθούσε για κάποιο αποχωρισμό. Δε μπόρεσε, συνειδητοποίησε πως δεν έβρισκε νόημα στο να μετατρέψει τη ζωή του σε μια λίστα. Τον είχε κυριέψει η απάθεια για όλα τα περασμένα. Αφού βασάνισε για λίγο τη μνήμη του, παραδέχθηκε πως όλες αυτές οι αναμνήσεις δεν τον γέμιζαν θλίψη. Δεν τον τρομοκρατούσε καν η απάθειά του. Όμως δε θυμόταν πότε άρχισε να μη συγκινείται από τα περασμένα. Μπορούσε μόνο να θυμηθεί πως κάποτε τον πονούσαν κάποια γεγονότα, αλλά σήμερα δε σήμαιναν κάτι. Θα μπορούσαν να είχαν συμβεί σε κάποιον άλλο, στον νεαρό που αναφερόταν στο σήμα. 

  «Αν εκείνα που έζησα, που πέτυχα, που με πλήγωσαν, που με γέμισαν ενοχές ή χαρές έχουν πάψει πια να με συγκινούν, τότε για ποιο λόγο να τα θυμάμαι, για ποιο λόγο να θεωρώ τις αναμνήσεις αυτές δικές μου και μετά από τόσες αλλαγές ποιος είμαι πια και τι σχέση έχω με τον παλιό εκείνο εαυτό, αφού για όσα τον βασάνιζαν δε μου καίγεται καρφί;»

  Σκέφτηκε πως παρά την απάθειά του δεν έπαυε να φέρνει στο νου του το καφέ με τους πίνακες του Μαγκρίτ, τα φιλιά και τα χουφτώματα κάτω από τα τραπεζάκια, τις βαθυστόχαστες αναλύσεις με φίλους, τα μοναχικά απογεύματα παρέα με βιβλία και εφημερίδες, ακόμα και μερικούς καβγάδες. Όλα αυτά σήμαιναν κάτι, κι ας είχε πάψει να νιώθει τη χαρά και τη θλίψη που του προκαλούσαν. Είχε περάσει αρκετός καιρός από τον χωρισμό όταν αποφάσισε πως μπορούσε να ξαναπάει στο παλιό του στέκι· είχε αλλάξει όνομα, είχε αλλάξει ιδιοκτησία και διακόσμηση, από το παλιό μαγαζί είχε μείνει στο πόστο της μόνο μία σερβιτόρα που τον θυμήθηκε.

«Πάει κι ο Μαγκρίτ», της είχε πει. Εκείνη τον είχε κοιτάξει με απορία.

«Ποιος είναι αυτός;»

«Οι πίνακες που είχε ο προηγούμενος ιδιοκτήτης ήτανε Μαγκρίτ.»

«Δεν τους θυμάμαι. Όταν βλέπεις κάθε μέρα το ίδιο πράγμα, μετά από μερικά χρόνια παύεις να το βλέπεις.»

  Από εκείνη τη μέρα είχε υιοθετήσει αυτή τη μελαγχολική διαπίστωση και την είχε επεκτείνει: «Όλοι είμαστε μια ταπετσαρία στη ζωή των άλλων. Ένα ντεκόρ που μετά από λίγο ξεχνάς την ύπαρξή του και όταν χαθεί δεν αισθάνεσαι την απουσία του.» Συχνά τιμωρούσε τον εαυτό του με αυτή τη σκέψη. Πίστευε πως κι εκείνη κι όλες οι άλλες πρώην θα τον είχαν ξεχάσει, την απουσία του θα την είχαν προσπεράσει αδιάφορα· στο τέλος θα ήταν τόσο αμυδρή ανάμνηση, λες και δεν υπήρξε.

  Σκέφτηκε να βγάλει ένα αντίγραφο από το σήμα για να το πάρει μαζί του όταν θα είχε έξοδο. Έπρεπε κάπως να τιμηθεί η μνήμη του νέου, να κρατηθεί στα χέρια κάποιου ανθρώπου που νοιαζόταν, κι ας ήταν ολότελα άγνωστος. Φοβήθηκε πως μπορεί να τον καταλάβαιναν. Δεν είχε βάσιμες υποψίες να φοβάται κάτι τέτοιο, αλλά, όπως είχε ζήσει όλη του τη ζωή παίρνοντας προφυλάξεις από πολλούς κινδύνους, έτσι και τώρα αποφάσισε να μην το κάνει. Το μόνο που του έμενε ήταν να αντιγράψει το κείμενο σε ένα χαρτί. Ήθελε πεισματικά να κρατήσει την ανάμνηση του άγνωστου νεκρού. Ξεκίνησε να το αντιγράφει. Η νύχτα είχε προχωρήσει, σε τέσσερεις ώρες έπρεπε να ξυπνήσει. Τελικά τσαλάκωσε το χαρτί κι έβγαλε ένα αντίτυπο. Το καταχώρισε κι αυτό σε κάποιο συρτάρι. Έπειτα έκλεισε τους εκτυπωτές για να μην τυπώνουν σήματα όσο θα κοιμόταν.

  Το πρωί ξύπνησε βαρύς, ο ύπνος δεν του είχε φτάσει· άρχισε μηχανικά να ανοίγει τα μηχανήματα που ξερνούσαν σήματα με τον ξερό μεταλλικό τους ήχο. Στους διαδρόμους είχαν αρχίσει να ακούγονται βήματα. Μάζεψε το ράντσο, ξεκλείδωσε το γραφείο και πήγε να ξυριστεί. Ο υπαξιωματικός εμφανίστηκε με μία κούπα καφέ. Τον καλημέρισε.

«Κανένα πρόβλημα;»

«Όχι. Όλα καλά.»

  Ο καφές άχνιζε, το άρωμά του γέμισε το δωμάτιο. Πετάχτηκε μέχρι το μηχάνημα για να πάρει κι αυτός. Γυρνώντας είδε τον υπαξιωματικό που ετοίμαζε τα σήματα για τον Διοικητή.

«Ήταν ένα σήμα που δεν ήξερα πού να το καταχωρίσω.»

«Ποιο;»

  Το ξεχώρισε μέσα από τα σήματα για τον Διοικητή.

«Αυτό. Έχω κι ένα αντίγραφο στο συρτάρι ΤΕΛΕΤΕΣ.»

  Ο υπαξιωματικός πήγε προς τη συρταριέρα με τα σήματα και τράβηξε το αντίγραφο. Τα έκανε ρολό και τα δύο και του τα έδωσε να τα πετάξει.

«Αυτά κατευθείαν στην αποθήκη. Έρχονται συνέχεια τέτοια σήματα, δε μας αφορούν. Μόνο αυτό ήταν;»

  Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Εκείνος του χτύπησε φιλικά την πλάτη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: