ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΜΠΑΚΗΣ – ΧΑΜΕΝΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ/ΔΕΙΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΝΕΙΠΩΤΟ

  Είναι μια θλιβερή σύμπτωση, τις μέρες ακριβώς που τόσος λόγος γίνεται για την πιθανή θεαματοποίηση του θανάτου διά της φωτογραφικής απεικόνισης και διάχυσης, να βρίσκεται απρόσμενα στην επικαιρότητα, με διπλή μάλιστα αφορμή, η ύπαρξη ανείδωτων ταινιών γύρω από την εμβληματική —και ως προς τη σχέση της με την αναπαράσταση— αφήγηση θανάτου του 20ού αι., δηλαδή το Ολοκαύτωμα.

  Αν το ίδιο το γεγονός μιας αδιανόητης αγριότητας τεκμηριώθηκε μέσα από την κινηματογραφική καταγραφή, η δραματουργική του επεξεργασία και σκηνοθετημένη αναπαραγωγή παραμένει λίγο-πολύ ταμπού, με τις αμφιλεγόμενες σχετικές απόπειρες να διατηρούν ανοιχτή τη συζήτηση: πώς αναπαρίσταται η φρίκη, πώς μεταδίδεται η  οριακή, μαζική αλλά χωρίς ζωντανούς μάρτυρες, εμπειρία, παρεκτός με τρόπο που θα την εγκιβώτιζε σε μια συμβατική αφηγηματική φόρμα; Στη μία από τις δύο γνωστότερες (ημι-)μυθοπλαστικές ταινίες για το Ολοκαύτωμα που γυρίστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, τη Λίστα του Σίντλερ (1993), ο Σπίλμπεργκ θεώρησε αφελώς (;) ότι έλυσε το πρόβλημα με τη θαυμάσια, βλοσυρή ασπρόμαυρη φωτογραφία του Γιάνους Καμίνσκι (Janusz Kamiński).

  Στην πραγματικότητα, βέβαια, το αποτέλεσμα υπήρξε το εντελώς αντίθετο από την αίσθηση μιας αποτρόπαιης αυθεντικότητας: αν τα πλάνα που κατέγραψαν οι κάμερες της εποχής είναι ασπρόμαυρα, τούτο αποτελεί μέρος της απόστασης που χωρίζει τον συγκλονισμένο αλλά ασφαλή θεατή από το βίωμα. Το κινηματογραφοφιλικό ασπρόμαυρο του Καμίνσκι αποφυσικοποιεί, αισθητικοποιεί — σε συνδυασμό με το θέμα που τελικά επικρατεί (ανθρώπινες αξίες που νικούν τη βαρβαρότητα) δημιουργεί μια νέα Καζαμπλάνκα, και δη με χάπι εντ. Όμως κι η φυσικότητα του έγχρωμου φιλμ τι θα κατόρθωνε, πέρα από μια ψευδαίσθηση συμμετοχής στο άφατο;

  Ίσως ο πλέον αναγνωρίσιμος κάτοχος του τίτλου auteur, που οι κριτικοί των Cahiers du Cinéma απένεμαν, όχι τόσο στον μοναχικό κι ανεξάρτητο σκηνοθέτη όσο σ’ εκείνον που έθετε την ανεξίτηλη προσωπική του σφραγίδα στο βιομηχανικό και φαινομενικά τυποποιημένο προϊόν, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ έγινε αντικείμενο είδησης στις αρχές του έτους, σχεδόν 35 χρόνια από το θάνατό του. Η εμφάνιση ενός χαμένου ντοκιμαντέρ για το Ολοκαύτωμα αναφέρθηκε σε εφημερίδες και ιστοτόπους ως άγνωστο τμήμα του χιτσκοκικού έργου που ερχόταν επιτέλους στο φως: ο auteur, ο δημιουργός, υπερίσχυσε ειδησεογραφικά έναντι του τεκμηρίου. Ωστόσο η ταινία German Concentration Camps Factual Survey υπήρξε κατά κύριο λόγο έργο του Σίντνεϊ Μπερνστάιν (Sidney Bernstein) του βρετανικού Υπουργείου Πληροφοριών και του μετέπειτα υπουργού των Εργατικών Ρίτσαρντ Κρόσμαν (Richard Crossman), που έγραψε το συνοδευτικό κείμενο, με τον Χίτσκοκ να συνεισφέρει αμισθί τις υπηρεσίες του μέσω ιδεών για τη δόμηση του υλικού.

GermanConcentrationCampsFactualSurvey

  Το γιατί η ταινία παρέμεινε ημιτελής για 70 χρόνια παρά τη διάσωση θραυσμάτων της και τη χρήση τους για την τεκμηρίωση των ναζιστικών εγκλημάτων αποτελεί μέχρι σήμερα αντικείμενο λογής εικασιών: από τις πρακτικές δυσκολίες μιας διεθνούς συνεργασίας μέχρι νύξεις για την ανησυχία των βρετανικών αρχών ως προς την πιθανή ενθάρρυνση του σιωνισμού διά της παροχής συντριπτικών τεκμηρίων αντισημιτικής θηριωδίας. Σε κάθε περίπτωση, η ταινία εγκαταλείφθηκε, κι ένα μέρος του υλικού υπήρξε η βάση για το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους του Μπίλυ Γουάιλντερ Death Mills (1945). Η εκδοχή του Γουάιλντερ εστίαζε διδακτικά στις εγκληματικές ευθύνες της Γερμανίας, ενώ ο σχολιασμός του Κρόσμαν, που είχε γραφεί αλλά όχι και ηχογραφηθεί για την ημιτελή ταινία του Μπερνστάιν, επεσήμαινε μάλλον τον γενικότερο κίνδυνο που διέτρεχε η ανθρωπότητα, και που η φρίκη του ναζισμού είχε αποκαλύψει πίσω από την επίφαση του προηγμένου πολιτισμού: τον κίνδυνο να πέσει η νύχτα (night will fall, όπως είναι οι τελευταίες λέξεις του κειμένου) σε περίπτωση που παρόμοιες ιδέες έβρισκαν ξανά γόνιμο έδαφος.

  Ωστόσο η συγκεκριμένη ευθύνη του γερμανικού λαού υπήρχε κι εδώ ως νύξη, σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Μπερνστάιν αυτή ήταν η κύρια συμβολή του Χίτσκοκ: ο σκηνοθέτης/σύμβουλος επέμεινε να συμπεριληφθούν στο ντοκιμαντέρ μακρινά πλάνα, καταγραφή του περιβάλλοντος χώρου των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της ειρηνικής ζωής των γύρω υπαιθρίων κοινοτήτων, σε αντίστιξη με τη φρίκη που λάμβανε χώρα εντός των τειχών. Ο οπαδός της «θεωρίας των δημιουργών» θα μπορούσε ασφαλώς, αν αυτό έχει κάποια σημασία, να διακρίνει εδώ τα ίχνη ενός χιτσκοκικού μοτίβου: λίγα χρόνια αργότερα, Η Θηλειά (1948), της οποίας ο Μπερνστάιν υπήρξε μάλιστα συμπαραγωγός, ξεκινά με τη θέα ενός ειρηνικού δρόμου για να περάσει απότομα στη δολοφονία που λαμβάνει σιωπηλά χώρα στο διαμέρισμα όπου θα εκτυλιχθεί η υπόλοιπη ταινία.  

Belsen

  Το 2014, το German Concentration Camps Factual Survey επιτέλους ανασυστάθηκε από το Πολεμικό Μουσείο του Λονδίνου (Imperial War Museum), με το αρχικό κείμενο του σχολιασμού ηχογραφημένο για πρώτη φορά από τον ηθοποιό Τζάσπερ Μπρίτον (Jasper Britton), και έκανε την πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Παρ’ ότι έχει γίνει λόγος για την επικείμενη κυκλοφορία του,  σε DVD ή στις κινηματογραφικές αίθουσες, μέχρι στιγμής η εκδοχή του που έχει γίνει ευρύτερα γνωστή, και που αποτέλεσε αφορμή για την προαναφερθείσα δημοσιογραφική κάλυψη, υπήρξε το ντοκιμαντέρ-πάνω-στο-ντοκιμαντέρ του Αντρέ Σίνγκερ (André Singer) Night Must Fall, με τίτλο παρμένο από την κατακλείδα της αρχικής ταινίας και σπικάζ από την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, που αφηγείται την ιστορία της ταινίας με μαρτυρίες από επιζήσαντες, το οποίο έχει προβληθεί εντός του 2015 σε αρκετά κανάλια ανά τον κόσμο και κυκλοφορήσει ήδη σε DVD.     

  Αν το German Concentration Camps Factual Survey, ένα τρομερό τεκμήριο που φέρεται να σημάδεψε βαθιά όλους τους εμπλεκόμενους, θέτει ήδη το πρόβλημα του τι επιλέγει κανείς να δείξει, να εγκιβωτίσει εντός του φιλμ, η αφηγηματική αναπαράσταση προσθέτει επιπλέον ερωτήματα: μπορεί η μυθοπλασία να ερμηνεύσει; Δικαιούται να μιμηθεί τη φρίκη; Οφείλει να αναστοχαστεί την ίδια τη λειτουργία της ως τέχνης;

  Η άλλη χαμένη ταινία που αφορά το Ολοκαύτωμα και που έγινε είδηση πολύ πρόσφατα σχετίζεται κι αυτή με έναν auteur, και μάλιστα ακριβώς αυτόν στη λατρεία του οποίου από τη γαλλική κριτική στηρίχθηκε ένα από τα πλέον διάσημα γαλλοφοβικά αστεία που απαντώνται στον αγγλόφωνο κόσμο: ότι ένας λαός που θεωρεί μεγαλοφυΐα τον Τζέρυ Λούις δεν μπορεί παρά να είναι ηλίθιος. Πάντως, η είδηση που αναφέρθηκε εν παρόδω σε άρθρο των Los Angeles Times της 5ης Αυγούστου 2015, σύμφωνα με την οποία η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου απέκτησε πρόσφατα μια κόπια της θρυλικής όσο και ανείδωτης ταινίας του κωμικού, Η Μέρα που ο κλόουν έκλαψε (The Day the Clown Cried), αλλά δεν πρόκειται να προβληθεί στο κοινό για μια δεκαετία, έκανε ακαριαία το γύρο του κόσμου.

clown_cried_1 

 Τα γνωστά γεγονότα γύρω από την ταινία αφήνουν πολλά ανοιχτά ερωτήματα. Κατ’ αρχάς, το 1972 ο Λούις συμφώνησε να μεταφέρει στην οθόνη ένα διήγημα με πρωταγωνιστή έναν ξεπεσμένο Γερμανό κλόουν που καταλήγει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης επειδή, όντας μεθυσμένος, εκφράστηκε προσβλητικά για τον Χίτλερ. Οι ναζιστές σταδιακά εκτιμούν τις κωμικές του ικανότητες και τον χρησιμοποιούν για να ψυχαγωγεί τα παιδιά που προορίζονται για το θάλαμο αερίων. Τελικά, σε μια συνειδησιακή κρίση, ο κλόουν μπαίνει στο θάλαμο για να πεθάνει μαζί με τα παιδιά. Το τελευταίο που ακούγεται είναι τα γέλια τους.

clown_cried 

 Ο Λούις έκανε εκτεταμένη έρευνα στο Άουσβιτς και το Νταχάου και γύρισε την ταινία στη Σουηδία. Σε ένα “behind the scenes” ντοκιμαντέρ για τη φλαμανδική τηλεόραση (https://www.youtube.com/watch?v=HFE1WiIQ6x4) βλέπουμε κάποιες κλοουνίστικες ρουτίνες που δεν αποκαλύπτουν πολλά για την ταινία, αλλά και τις γνώριμες μορφές των Σερζ Γκαινζμπούρ και Τζέιν Μπίρκιν, που, σε μιαν ακόμη επιβεβαίωση της αδυναμίας των Γάλλων για τον Λούις, επισκέπτονται τον φίλο τους στα γυρίσματα. Αργότερα, ο Λούις θα ανακοινώσει την επικείμενη προβολή της ταινίας στο φεστιβάλ Καννών του 1973 και την κυκλοφορία της στις ΗΠΑ αμέσως μετά. Οι πιθανοί λόγοι για τους οποίους αυτό δεν συνέβη κυμαίνονται από την αναξιοπιστία του παραγωγού μέχρι την αρνητική γνώμη της σεναριογράφου Τζόαν Ο’ Μπράιεν (Joan O’Brien) αλλά και του ίδιου του Λούις για το αποτέλεσμα. Η ταινία παρέμεινε ανείδωτη, ο δε δημιουργός της, ιδιαίτερα απρόθυμος να μιλήσει για το θέμα, έχει ενίοτε διαβεβαιώσει άπαντες ότι δεν θα προβληθεί ποτέ δημόσια.

Day-the-Clown-Cried_0

  Μολονότι όλα αυτά τα χρόνια ο Λούις διατήρησε το επτασφράγιστο μυστικό, φαίνεται ότι κάποιοι, ελάχιστοι, απέκτησαν πρόσβαση σε αδέσποτες κόπιες αποκτημένες με σκοτεινούς τρόπους. Ένας από αυτούς, ο κωμικός Χάρι Σίρερ (Harry Shearer), έχει χαρακτηρίσει την ταινία τέλεια αποτυχία, φριχτή σε σημείο που να προκαλεί δέος. Ωστόσο, τόσο σε κείμενα όσο και σε συμμετοχές του σε εκπομπές, όπου το ταμπού του Ολοκαυτώματος συμπλέκεται με την κατά κύριο λόγο ειρωνική αντιμετώπιση του Λούις ως καλλιτέχνη στις ΗΠΑ, οι εξηγήσεις του Σίρερ έχουν υπάρξει ιδιαίτερα ασαφείς. Αναγνωρίζει ότι ο Λούις δεν δείχνει τη φρίκη, αλλά την υπαινίσσεται, άρα δεν ισχύει η πιθανή κατηγορία της αναπαράστασης του άφατου. Ενοχλείται από το αηδιαστικό θέμα (κλόουν και παιδιά στο Ολοκαύτωμα), ενώ ταυτόχρονα εικάζει ότι τα τελευταία χρόνια ο Λούις συντηρεί το μύθο της χαμένης ταινίας επειδή ζηλεύει την επιτυχία του Ρομπέρτο Μπενίνι με το φαινομενικά συναφές Η Ζωή είναι ωραία (1997). Το πώς η ταινία του Λούις θεωρείται  θεματικά συγκρίσιμη με μιαν άλλη, εμπορικά/κριτικά καταξιωμένη, ενώ η ίδια παραμένει αυτονόητα γελοία ή/και αποτρόπαια, δεν εξηγείται ποτέ επαρκώς.

  Η ταινία του Μπενίνι, γυρισμένη λίγα χρόνια μετά τη Λίστα του Σίντλερ, κατέδειξε ευφυώς την κατάλυση της αναπαράστασης από το Ολοκαύτωμα, καθώς το πρώτο μέρος της (μια κωμωδία με χάπι εντ) καταρρέει εμπρός στη φρίκη του δεύτερου μέρους, συμπαρασύροντας τον κωμικό πρωταγωνιστή. Τόσο ο Μπενίνι όσο και ο Λούις θέτουν το ζήτημα του κωμικού, ως κριτικής/ιλαρής δύναμης, σε συνθήκες όπου το γέλιο παγώνει μαζί με κάθε νόημα. Όμως, ενώ ο ήρωας του Μπενίνι μασκαρεύει την πραγματική του εκτέλεση σε κωμική αναπαράσταση για να σώσει διά της ψευδαίσθησης το γιο του, και άρα την ελπίδα, εκείνος του Λούις οδηγεί παιδιά στο θάνατο με το γέλιο και τελικά τα ακολουθεί αναγνωρίζοντας την ατιμία του τεχνάσματος.

  Κάπου εδώ προβάλλει η αμυδρή νύξη ότι ίσως η ταινία του Λούις να είναι πολύ πιο βάσιμα ανησυχητική από αυτήν του Μπενίνι. Όμως ποιος ξέρει; Μπορεί, εξ άλλου, να είναι απλώς μια «κακή ταινία». Και πράγματι, υπάρχουν σχολιαστές που μιλούν για τα πρόχειρα και κακογυρισμένα πλάνα που έχουν δει — κάτι παράξενο βέβαια για τον Λούις, γνωστό για την τεχνική αρτιότητα των ταινιών του. Το κέντρο βάρους έτσι μετατίθεται ανεπαίσθητα από το ταμπού του Ολοκαυτώματος στην αυθαίρετη, πρόχειρα «αισθητική» κρίση.

  Στο μεταξύ, άρθρα σχολιάζουν αρνητικά τις κατά καιρούς απορριπτικές έως απολογητικές δηλώσεις του Λούις για την ταινία, σαν αργοπορημένες προσπάθειες να «τα μαζέψει» για ένα ασυγχώρητο ανοσιούργημα. Μέρος, δε, της αυτοκριτικής του Λούις αναφέρεται στον εγωκεντρισμό της ταινίας: την εστίαση στην προσωπική περιπέτεια του κλόουν. Όμως πώς μπορεί η αναπαράσταση να αγγίξει έντιμα το οριακό, αυτό που της αντιστέκεται, αν όχι εκκινώντας από το κατ’ αρχάς γνωστό, την ολοένα πιο στραπατσαρισμένη κωμική persona του Λούις;

  Προκαλεί κατάπληξη έτσι το άρθρο του Κρις Νασαουάτυ (Chris Nashawaty), στο Entertainment Weekly (19 Αυγούστου 2013), όπου αναφέρεται μια συζήτησή του με τον Λούις το 2009. Εκεί, ο γηραιός κωμικός παρουσιάζεται ασυνήθιστα περήφανος για την ταινία του, παράξενα εφεκτικός ως προς τις πιθανότητες να δει ποτέ το φως, αρνητικός ως προς τη σύγκριση με το Η Ζωή είναι ωραία, την οποία αποδίδει σε κακή πληροφόρηση.

  Διπλό αίνιγμα, που ίσως λυθεί σε μια δεκαετία, όταν ο ήδη 89χρονος Λούις ενδέχεται να μην βρίσκεται εν ζωή. Γιατί συντηρεί το μυστήριο; Αλλά και κατά πόσον η ιερή οργή υποκρύπτει μιαν αμηχανία κουκουλωμένη άβολα κάτω από ειρωνική περιφρόνηση;  

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: