ΗΛΙΑΣ ΝΙΣΑΡΗΣ- Η ΣΜΙΚΡΥΝΣΗ

SONY DSC

Η ΣΜΙΚΡΥΝΣΗ

  Πρώτος το πρόσεξε ο ίδιος: το δεξί μανίκι από το κομψό σακάκι του, που είχε ραφτεί ακριβώς πάνω στο σώμα του, έδειχνε ξαφνικά να είναι πιο μακρύ από τον αντίστοιχο καρπό του, λες και είχε εντελώς αναπάντεχα και ανεξήγητα μεγαλώσει ή λες και το χέρι του είχε σμικρυνθεί.

  Καθόταν στο γραφείο του εκείνο το πρωί, κι αμέσως ένοιωσε ένα κάποιο άγχος – τι θα μπορούσε να έχει συμβεί; Έψαξε – μάταια – για μια λογική εξήγηση. Ούτε τα υφάσματα μακραίνουν ούτε τα χέρια κονταίνουν έτσι, χωρίς λόγο. Κοίταξε γύρω του να δει αν κάποιος τον παρατηρούσε, αν κάποιος άλλος είχε αντιληφθεί αυτό το αλλόκοτο φαινόμενο: τίποτα. Ως συνήθως, όλοι συνέχιζαν τις δουλειές τους χωρίς να του δίνουν καμία σημασία, σχεδόν χωρίς να έχουν καν αντιληφθεί πως βρισκόταν ανάμεσά τους, κοντά τους, δίπλα τους.

  Κι όμως, παρόλο που ούτε η επιμήκυνση του υφάσματος / το κόντεμα του χεριού ούτε καν ο ίδιος είχαν γίνει αντιληπτοί από τους υπόλοιπους εργαζομένους στο λογιστήριο του κόμματος της Δημοκρατικής Πορείας, ο φίλος μας ένοιωσε πολύ γρήγορα να καταλαμβάνεται από ένα αφόρητο άγχος – το άγχος του ανθρώπου που νοιώθει πάντα ασήμαντος και που ταλανίζεται μόνιμα από τύψεις, ακόμα και για πράγματα που δεν τον αφορούν. Αισθάνθηκε πως μια ολοκληρωτική καταστροφή ήταν καθ’ οδόν. Ήθελε να σηκωθεί όρθιος και να ουρλιάξει «Βοήθεια».

  Ευτυχώς, όμως, συγκρατήθηκε. Πάντα συγκρατιόταν. Σκέφτηκε τις συμβουλές του γιατρού του, πως για όλα υπάρχει μια λογική εξήγηση, πως δεν αξίζει να αγχώνεται κανείς για άσχημα ή και για όμορφα πράγματα που δεν έχουν συμβεί ακόμα – και ίσως να μη συμβούν ποτέ. Με αυτά τα δύο αξιώματα κατά νου, μπόρεσε και ηρέμησε κάπως. Άλλωστε, υπήρχε πάντα πολλή δουλειά στο λογιστήριο του κόμματος, αρκετός φόρτος εργασίας ώστε αυτός ή οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος να μην προλαβαίνει να σκέφτεται τα εξω-εργασιακά προβλήματά του.

  Συνέχισε να δουλεύει -να δουλεύει κοπιωδώς, παρόλο που οι συνάδελφοί του τον έψεγαν για τεμπελιά, καθότι ο ίδιος ήταν υπερβολικά χαμηλών τόνων και, σε αντίθεση με εκείνους, δεν διαφήμιζε το καθετί που έκανε-, ώσπου έφτασε η ώρα να επιστρέψει σπίτι. Ζούσε με τη σχεδόν ξεμωραμένη μάνα του και μια ατίθαση, απρόβλεπτη γάτα. Πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό του και περιεργάστηκε το σακάκι του κι έπειτα τα χέρια του. Δεν μπορούσε να εντοπίσει κάποια ουσιαστική διαφορά. Έμοιαζαν όλα τα ίδια. Αλλά ακόμα και διαφορετικά να ήταν, πώς να το καταλάβει; Είχε μετρήσει ποτέ το μήκος των χεριών του ή το αντίστοιχο των ρούχων του;

  Έφαγε, φρόντισε τη μάνα του και τη γάτα τους και έπεσε για ύπνο. Ξύπνησε το πρωί απαλλαγμένος από τη δυσφορία που είχε νοιώσει την προηγούμενη μέρα. Έπεισε τον εαυτό του πως επρόκειτο για μια ψευδαίσθηση, για ένα παιχνίδι του μυαλού. Πήγε στη δουλειά και κάθισε στο γραφείο του, αποφασισμένος απλώς να δουλέψει.

  Μα, κάποια στιγμή, μετά από λίγες ώρες, το βλέμμα του έπεσε και πάλι στο σακάκι κι είδε πως το αριστερό του μανίκι είχε σχεδόν φτάσει μέχρι την αρχή του αντίστοιχου αντίχειρα.

-Τι συμβαίνει εδώ; άκουσε μια ξερή αντρική φωνή στα αριστερά του, προτού καν να προλάβει να πανικοβληθεί.

  Ο φίλος μας γύρισε και είδε τον Π., τον παλαιότερο υπάλληλο του λογιστηρίου, να τον κοιτά με πομπώδη αυστηρότητα, πίσω από τα κακόγουστα γυαλιά πρεσβυωπίας του.

-Όλοι το ξέρουμε πως είσαι ο χειρότερος υπάλληλος εδώ μέσα, αλλά, τουλάχιστον, μέχρι πρότινος φρόντιζες την εμφάνισή σου. Είναι δυνατόν να κυκλοφορείς με ένα κοστούμι τόσο μεγαλύτερο από το σώμα σου; Τι θα γίνει αν σε δει ο κύριος πρόεδρος; Πες μου, τι θα γίνει;

  Ως συνήθως, ο φίλος μας δεν ήξερε τι να πει. Μπορούσε μόνο να κοιτάζει το συνάδελφό του με ένα φοβισμένο, ικετευτικό βλέμμα και να εύχεται από μέσα του να τον καταπιεί η γη. Μα το μαρτύριό του δεν τελείωνε έτσι απλά. Ο Π. γύρισε προς τους υπολοίπους και επέστησε την προσοχή τους στο υπερμέγεθες σακάκι του φίλου μας, του ανθρώπου που όλοι στο λογιστήριο λάτρευαν να απαξιώνουν.

  Αμέσως έπεσαν οι πρώτες παρατηρήσεις κι έπειτα τα πρώτα αστεία, μέχρι που το γραφείο καλύφθηκε από χαιρέκακα, μοχθηρά γέλια. Ο φίλος μας ευχόταν πολύ απλά να πεθάνει, εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

  Αλλά, φυσικά, δεν πέθανε. Συνέχισε απλώς τη δουλειά του, προσποιούμενος πως όλα αυτά συνέβαιναν σε κάποιον άλλον. Κι άλλωστε, πάνω ακόμα και από τις προσβολές, τον απασχολούσε το θέμα του σακακιού – πώς ήταν δυνατόν να έχει μακρύνει έτσι;

  Πήγε στο ράφτη του μετά τη δουλειά και τον ρώτησε αν το ύφασμα ήταν ελαττωματικό. Ο ράφτης, φυσικά, γέλασε. Μετά από διάφορους προσβλητικούς υπαινιγμούς από την πλευρά του ράφτη και κάμποσα μυξοπαρθένικα παρακάλια από την πλευρά του φίλου μας, ο πρώτος δέχτηκε να ράψει ένα καινούριο κοστούμι στον πελάτη του. Όταν εκείνος τον ρώτησε αν χρειαζόταν να πάρει τα μέτρα του, ο ράφτης, ένας εξηντάρης με πολύ περιποιημένο μούσι και καλοχτενισμένα – παρότι αραιωμένα πλέον – μαλλιά, του απάντησε πως κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο – είχε κρατήσει τα μέτρα του φίλου μας, όπως και όλων των άλλων πελατών του.  

  Κάπως ανακουφισμένος, ο φίλος μας γύρισε σπίτι του. Τις επόμενες μέρες τις πέρασε με λιγότερο άγχος, παρά τις προσβολές και παρά το γεγονός πως το κοστούμι έδειχνε να έχει μακρύνει κι άλλο, και τελικά, αργά το απόγευμα μιας Πέμπτης, πέρασε από το ράφτη για να παραλάβει το καινούριο του κοστούμι.

  Μα κάποιο λάθος είχε γίνει – το κοστούμι ήταν κι αυτό υπερβολικά μεγάλο για το σώμα του φίλου μας.

  Στην αρχή το πέρασε για μια μοχθηρή φάρσα εκ μέρους του ράφτη. Μα μετά κατάλαβε: δεν μάκραινε το κοστούμι· ο ίδιος ήταν που κόνταινε.

  Λιποθύμησε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ξύπνησε στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Όταν εξήγησε στους γιατρούς τι είχε γίνει, τον πήραν για τρελό. Του έδωσαν εξιτήριο, καθώς δεν του βρήκαν τίποτα.

  Αλλά το πρόβλημα συνέχιζε. Μετά από λίγες μέρες, ο φίλος μας έπλεε πια στο κοστούμι που κάποτε ήταν ραμμένο στα μέτρα του. Οι συνάδελφοί του, που μέχρι πρότινος τον αντιμετώπιζαν είτε με αηδία είτε με παγερή αδιαφορία, τώρα τον κοίταζαν με τρόμο.

  Γρήγορα, η περίπτωσή του μαθεύτηκε και έφτασε μέχρι τα αυτιά του αρχηγού του κόμματος, ενός ανθρώπου που, παρότι ογκωδέστατος και άσχημος, συνήθιζε να κρίνει τους ανθρώπους από την εξωτερική τους εμφάνιση, από την επικοινωνιακή τους ικανότητα. Κατέβηκε βαριεστημένα στο λογιστήριο, έριξε μια ψυχρή ματιά στο φίλο μας και απεφάνθη.

-Να μην τον ξαναδώ εδώ μέσα, είπε στον Π. Δώσ’ του μια καλή αποζημίωση και διώξ’ τον.

  Άλλο που δεν ήθελε ο Π. Κίνησε αμέσως τις διαδικασίες, και, σε λίγα μόνο λεπτά, ο φίλος μας έπαιρνε ξανά το δρόμο για το σπίτι του – αυτή τη φορά οριστικά. Άνοιξε την πόρτα και σωριάστηκε στην πολυθρόνα, φορτωμένος με τις πιο ζοφερές σκέψεις που είχε κάνει ποτέ του. Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν πως αυτός κι η μάνα του θα μπορούσαν προς το παρόν να τα κουτσοβγάλουν πέρα χάρη στη σύνταξή της. Μετά…

  Αποκοιμήθηκε εκεί, εξαντλημένος από μια ζωή σιωπής και απόρριψης, μιας μαύρης κατάστασης που είχε κορυφωθεί – ή πιάσει πάτο, ανάλογα με το πώς το έβλεπε κανείς – με αυτή την τελευταία, την πιο πρόσφατη γελοιοποίησή του.

  Ξύπνησε το επόμενο πρωί, από επίμονα χτυπήματα στο κουδούνι της εξώπορτας. Πήγε να ανοίξει βαριεστημένα και αντίκρυσε ένα πλήθος από κάμερες και προβολείς και μικρόφωνα.

  Η περίπτωσή του είχε μαθευτεί πέρα από τα γραφεία του κόμματος κι όλοι τώρα ήθελαν να του πάρουν συνέντευξη: Ο Άνθρωπος που όσο πήγαινε και μίκραινε.

  Τις επόμενες μέρες τις πέρασε δίνοντας συνεντεύξεις, συνεντεύξεις στις οποίες δεν ήξερε τι να πει, ούτε καν για την ίδια του τη ζωή και το πρόβλημα που είχε παρουσιαστεί τώρα τελευταία. Οι δημοσιογράφοι έφευγαν απογοητευμένοι, αρκούμενοι απλώς στο ότι ο φακός από τις κάμερές τους τον είχε συλλάβει και καταγράψει για πάντα.

  Μόνο μια δημοσιογράφος είχε τη φαεινή ιδέα να τον σπρώξει στο να παραδεχτεί πως ήταν απογοητευμένος από το κόμμα της Δημοκρατικής Πορείας, που εκείνη την περίοδο ήταν το κυβερνών, και από τον τρόπο που το κόμμα αυτό του είχε φερθεί. Αυτή η βεβιασμένη, δόλια υποκινημένη παραδοχή έκανε το γύρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και εξόργισε τον υπερμεγέθη πρόεδρο του κόμματος και πρωθυπουργό.

  Ικανοποίησε, όμως, τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που έστειλε τα τσιράκια του να βρουν τον μειούμενο άνθρωπο και να του τον φέρουν στο γραφείο του.

  Τη μέρα που ο φίλος μας συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Πολιτικής Αναγέννησης, ήταν πια ενάμιση μέτρο – αυτός, που μέχρι πριν ένα μήνα κοίταζε τον κόσμο από τα ένα και ογδόντα δύο (έστω, από τα ένα και εβδομήντα εφτά, καθότι, συν τοις άλλοις, περπατούσε πάντοτε σκυφτός). Στην πρόταση του προέδρου να κατέβει υποψήφιος στις επερχόμενες εκλογές δεν ήξερε τι να απαντήσει. Αλλά τελικά δέχτηκε, χωρίς καν να το πολυκαταλάβει.

  Κι έτσι αυτός ο τόσο διακριτικός, ο σχεδόν μόνιμα σιωπηλός άνθρωπος άρχισε να εμφανίζεται κάθε μέρα στην τηλεόραση και να δίνει συνεντεύξεις – όπου δεν χρειαζόταν να αναφερθεί σε οποιοδήποτε άλλο θέμα πέρα από αυτό της σμίκρυνσής του, σμίκρυνσης την οποία είχε προκαλέσει, υποτίθεται, το κόμμα της Δημοκρατικής Πορείας με την αναλγησία του.

  Κι όμως, κανέναν δεν έδειχνε να νοιάζει ούτε η αναλήθεια των ισχυρισμών του, ούτε η αγαρμποσύνη με την οποία εκφραζόταν, ούτε το ίδιο το ζήτημα της καλπάζουσας σμίκρυνσής του. Ή, μάλλον, αυτό το τελευταίο τους ένοιαζε πολύ: τους συνάρπαζε, τους γοήτευε, τους προκαλούσε ταυτόχρονα απορία και δέος. Είχαν εθιστεί σε αυτόν και το ολοένα και μειούμενο μέγεθός του.

  Κι αυτός, όμως, από την πλευρά του, όλο και εθιζόταν στην έκθεση, στην προβολή. Και μαζί με αυτά, εθιζόταν και στο θράσος, στο ψεύδος, την υπερβολική έκφραση· την ίδια τη μικρότητα και μικροπρέπεια.

  Όσο πιο πολύ μίκραινε, σε μέγεθος και σε ποιότητα χαρακτήρα, τόσο πιο πολύ μεγάλωνε σε δημοφιλία. Όσο πιο πολύ μίκραινε το στόμα του, μαζί με το υπόλοιπο κορμί του, τόσο μεγάλωναν οι προσβολές και τα ψεύδη που αυτό το στόμα εξαπέλυε, κατά δικαίων και αδίκων.

  Όταν έφτασε πια η μέρα των εκλογών, κανείς δεν αμφέβαλλε για το ποιος υποψήφιος βουλευτής θα λάβαινε τις περισσότερες ψήφους. Ένα εκατομμύριο άνθρωποι ψήφισαν το φίλο μας – τον αλλοτινό φίλο μας, καλό είναι να αρχίσουμε να κρατάμε πια τις αποστάσεις μας -, που είχε φτάσει πλέον στα εβδομήντα εκατοστά ύψος.

  Βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του να χαιρετίσει το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί από κάτω. Με το ζόρι τον διέκριναν, κι όμως, τον υποδέχτηκαν με παραληρηματικές επευφημίες.

  Ανέλαβε Υπουργός Ανάπτυξης. Τη μέρα της ορκωμοσίας έφτανε πια στα εξήντα έξι εκατοστά, κι όμως, συγκέντρωσε όλα τα βλέμματα – και τις κάμερες – πάνω του.

-Αχ, τον γλυκούλη μου, αναστέναζε καθεμιά από τις γυναίκες που τον βλέπανε από την τηλεόραση – κι εκείνος μπορούσε σχεδόν να νοιώσει τον πόθο που ξυπνούσε σε όλη την επικράτεια.

  Με τον καιρό γινόταν όλο και πιο μικρός – σε μέγεθος και σε πρακτικές. Προκειμένου να έρθει η ανάπτυξη, έλεγε, έπρεπε να γίνουν όλο και πιο πολλές περικοπές: σε μισθούς, σε συντάξεις, σε επιχορηγήσεις. Κόντεμα σε όλα, όπως και στο σώμα του. Συναντιόταν στα κρυφά με επενδυτές και τραπεζίτες, που τον βλέπανε πια από πολύ ψηλά, κι όμως, με δέος και συμπάθεια, καθώς τους έκανε τη βρώμικη δουλειά, καθώς ήταν ακόμα πιο αδίστακτος κι από τους ίδιους.

  Σιγά-σιγά μετετράπη στον πιο μισητό υπουργό μιας ούτως ή άλλως μισητής κυβέρνησης. Αλλά αυτόν δεν τον ένοιαζε ούτε στο ελάχιστο. Τον ένοιαζε να γίνει ακόμα πιο μεγάλος, να φτάσει όλο και πιο ψηλά – άλλο που, παράλληλα, το σώμα του όσο πήγαινε και κόνταινε (είχε φτάσει πια τους τριάντα τρεις πόντους).

  Αποφάσισε να ρίξει τον πρωθυπουργό και να κυβερνήσει εκείνος στη θέση του. Το κατάφερε πολύ γρήγορα, χάρη σε κάποιους άλλους από το υπουργικό συμβούλιο αλλά και σε στρατιωτικούς που έπιναν νερό στο όνομα του αλλοτινού μας φίλου χάρη στην κακία και την πανουργία του.

  Μετά από λίγο καιρό, δεν του έφτανε ούτε καν αυτό και κατέλυσε πια το ίδιο το πολίτευμα. Έχοντας φτάσει πια τους εννιά πόντους, επέβαλε στη χώρα τη δικτατορία του.

  Δεν άργησε να φτάσει στην κατάσταση όπου έβλεπε παντού εχθρούς. Νόμιζε πως όλοι ήθελαν το κακό του. Προχώρησε σε κάποιες εκτελέσεις, αλλά δεν ένοιωσε καλύτερα. Άρχισε πια να τρελαίνεται. Του έλειπε ο παλιός του εαυτός. Δεν ήξερε πού να αποταθεί.

  Μια μέρα, εκεί που τριγυρνούσε με τη λιμουζίνα του -καθισμένος στο πίσω κάθισμα, καθότι το ύψος του δεν ξεπερνούσε πια τα τρία εκατοστά-, είδε στο δρόμο τον παλιό του γνώριμο, τον Π., να τριγυρνά σκυφτός και φανερά απογοητευμένος. Τον περιμάζεψε με το ζόρι και τον έφερε πίσω στο παλάτι του.

  Όλον αυτόν τον καιρό, ο Π. είχε βιώσει μια μεταστροφή. Αρχικά είχε μετανιώσει για το πόσο άσχημα είχε φερθεί στον αλλοτινό μας φίλο, βλέποντάς τον τελευταίο να χύνει κροκοδείλια δάκρυα μπροστά στις κάμερες. Μετά, ο Π. είχε μετανιώσει για το πόσο άσχημα είχε φερθεί στη ζωή του γενικά. Η άνοδος στην κυβέρνηση του κόμματος της Πολιτικής Αναγέννησης τον είχε γεμίσει με μια κάποια ανάταση, αλλά σύντομα απογοητεύτηκε και από αυτούς. Κι όμως, προσπάθησε να το παλέψει, να βοηθήσει τον κόσμο που υπέφερε. Έγινε αλληλέγγυος, οργάνωνε συσσίτια και τράπεζες τροφίμων και κοινωνικά φαρμακεία. Παραιτήθηκε από τη δουλειά του και αφοσιώθηκε στο να βοηθά τους λιγότερο προνομιούχους. Αργότερα, ο ερχομός της δικτατορίας τον είχε οδηγήσει στην πλήρη απογοήτευση.

  Ο αλλοτινός μας φίλος τα αγνοούσε όλα αυτά. Γύρευε απλώς να μιλήσει με ένα γνώριμο πρόσωπο. Βάλθηκε να λέει στον Π. όλα του τα προβλήματα, το πόσο μόνος ένοιωθε, το πόσο φοβόταν για τη ζωή του. Ξαφνικά, είδε τον Π. να χαμογελά.

-Γιατί γελάς; Εδώ σου λέω τον πόνο μου κι εσύ γελάς; Ξέρεις πως μπορώ να βάλω να σε σκοτώσουν;

  Ο Π. δεν απάντησε. Μια –αρκούντως σκανταλιάρικη – έμπνευση είχε έρθει στο μυαλό του.

-Λέω, γιατί γελάς; ούρλιαξε και πάλι ο αλλοτινός μας φίλος, από τα τρία εκατοστά.

  Ο Π. δεν είπε τίποτα. Χαμογέλασε μόνο. Έπειτα σήκωσε το πόδι του. Το τελευταίο πράγμα που αντίκρυσε ο άλλος, ήταν μια τσίχλα στη σόλα του παπουτσιού. 

  •  Ο Ηλίας Νίσαρης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο) γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980. Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ και Μουσικολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τον Απρίλιο του 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά του έντυπου και του ηλεκτρονικού τύπου (Να ένα μήλο, Fractal Press, HUMBA!, Metropolis Free Press, mixtape.gr, lifo.gr,stereoworld.gr). Διατηρεί το blog www.eliasnisarisblogspot.gr Αυτόν τον καιρό γράφει το σενάριο για μια low budget, πειραματική ταινία
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: