Sraosha – Η μάνα σου η δανέζα

‘Jens’ είναι ο Γιάννης στα δανέζικα. Όμως όταν ο Γιάννης (ή Jens) γεννήθηκε στο Ούνσε (που εμείς λέμε Οντένσε ή Όδενσε), η ελαφρώς παχύσαρκη ληξίαρχος δεν ενδιαφέρθηκε για αντιστοιχίες, άλλωστε δεν της επέτρεπε ο Νόμος να ασχοληθεί με αντιστοιχίες και την ετυμολογία των ονομάτων. Οι γονείς του νεογέννητου δεν ήτανε παντρεμένοι και ήτανε και οι δύο παρόντες. Ο πατέρας είπε «Γιάννης» (από τον μπαμπά του) και η μαμά είπε «Jens» (γιατί είχε νταγκλάρει από την επιλόχια κατάθλιψη και, μάλλον, και από το ελάχιστο μαυράκι που έκανε και σαν λεχώνα, που την έπιανε πολύ). Και έτσι έμεινε, είτε είχε υπάρξει συνεννόηση (όπως η μάνα του Γιάννη, η κυρία Helle, ισχυρίζεται), είτε όχι. Πάντως η ληξίαρχος έγραψε Janis Jens Makris στις 4 Μαϊου 1993. Η μητέρα του αργότερα θεωρησε ότι το παιδί θα μπορούσε να ενταχθεί καλύτερα σε παιδικούς σταθμούς και σχολεία αν το έλεγαν απλώς και μόνο Jens. Ο πατέρας δεν είχε αντίρρηση.

Γενικά, ο πατέρας του Γιάννη δεν είναι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Εκτός από το ότι έδωσε στον πρωτότοκό του το όνομα του πατέρα του. Και εκτός από το ότι πήδηξε στην Ίο μια Δανέζα το 1992 πίσω από μια βάρκα στον Μυλοπότα. Την οποία και γκάστρωσε στο επιτόπου, ή την επόμενη βραδιά στη Χώρα, σε ένα από ενοικιαζόμενα κοντά στο κλαμπ Arjuna. Κατά τα άλλα δεν ήταν ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Ήταν ήδη τριαντάρης το ’92 και ξέμεινε στην Ίο γιατί είχε απαγορευτικό για Σαντορίνη. Επίσης ήτανε τρομακτικά καλλιεργημένος (έτσι τον λέει ο Γιάννης: «τρομακτικά καλλιεργημένο»). Ακολούθησε μάλιστα την κατά δύο χρόνια μικρότερη Helle στη Δανία και ανέλαβε τις ευθύνες του. Από κάτι φωτογραφίες (σε χαρτί, παρακαλώ!) φαίνεται ότι η κυρία Helle ήτανε μία συγκλονιστικά θεοτική μουνάρα («θεοτική μορφή» τη λέει ο Γιάννης) τότε, αλλά και η πνευματική επικοινωνία με τον πατέρα του φίλου μου δεν πρέπει να στάθηκε δύσκολη υπόθεση: το καυλάντισμα (‘καμάκι’ το έλεγαν τότε) ξεκίνησε στη βάση της Χώρας, εκεί όπου οι Ιταλοί χειρονομούσαν λιάρδα στο μεθύσι ζητώντας πίπες και πισωκολλητά από όλες τις περαστικές, με θέμα τον Κίρκεγκωρ. Στο Ούνσε βρήκε γρήγορα τι να κάνει με το άχρηστο και πρόσφατο διδακτορικό του στον στριμμένο Δανό με το παράξενο επώνυμο «Νεκροταφείο»: του έδωσαν μια θέση λέκτορα για να διδάσκει, αυτός που και Έλληνας ήταν και μόλις μιάμιση δημοσίευση είχε. Τουλάχιστον ήτανε ξανθός, σκέτο τυρί ξανθός, από τα ψηλά της Θεσσαλίας. Έμειναν λοιπόν εκεί, στην αγκαλιά του κράτους προνοίας μέχρι που ο Jens γιόρτασε τα ένατα σημαιοστολισμένα γενέθλιά του: όλες οι γιορτές, ως και τα Χριστούγεννα, είναι σημαιοστολισμένα στη Δανία, άλλωστε το Dannebrog δεν είναι και καλά έμβλημα εθνικισμών αλλά η παλιότερη σημαία στον κόσμο, λάβαρο αναστάσιμο. Μετά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, αφού η μάνα του Γιάννη βρέθηκε κάπως να συμμετέχει στην διοργάνωση των Ολυμπιακών του 2004.

Ο Γιάννης ή Jens ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα. Δηλαδή ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα όταν τον γνώρισα στη Σχολή το ’12. Ήταν ένας κανονικός άνθρωπος, αν και πανύψηλος, χωρίς την ελάχιστη σκιά προφοράς. Παρότι είχε κάποια χαρακτηριστικά στο πρόσωπο που έφερναν σε καλοσυνάτη φώκια, συνεισφορά των σκανδιναβικών γονιδίων, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι από την Κυλλήνη (σαν εκείνη τη Δέσποινα που με βασάνιζε στο Λύκειο) ή από τα βουνά της Κρήτης — το μυαλό μου δεν πήγαινε στα Τρίκαλα, από τα οποία καταγόταν κατά το άλλο ήμισυ. Κάναμε παρέα, βγαίναμε, τα γνωστά. Εντάξει, έμαθα ότι η μάνα του ήτανε ξένη, αλλά σιγά.

Και κάποια στιγμή βγήκαμε για καφέ με την ξαδέρφη του την ξένη, τη Δανέζα, που είχε έρθει για διακοπές. Και ξαφνικά ο Γιάννης μεταμορφώθηκε σε Jens, ή μάλλον: βγήκε από μέσα του ο Jens όπως οι εξωγήινοι ξεντύνονται την ανθρώπινη στολή τους στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Μίλαγε δανέζικα με την ξαδέρφη, μίλαγε αυτή τη γλώσσα που δεν είχα ξανακούσει, τέλεια όμως, μια γλώσσα χωρίς σύμφωνα, που ακούγεται σαν συνεχόμενος πνιγμός με θαμπά μεταβλητά φωνήεντα, μια γλώσσα σαν να στραβοκαταπίνει μεθυσμένος. Και ο Jens ήταν ένας άλλος άνθρωπος, πρόδηλα ξένος, που απλώς έμοιαζε φτυστός ο Γιάννης. Ο άνθρωπος ήτανε δύο άνθρωποι.

Φαγώθηκα να καταλάβω πώς και τι. Ο άνθρωπος έμοιαζε σαν να έχει δυο μητρικές γλώσσες. Μου είπε ότι μίλαγε δανέζικα με τη μάνα του και παντού στο Ούνσε, αλλά ότι ο πατέρας του του μάθαινε γραφή κι ανάγνωση και στα ελληνικά, άσε που του μίλαγε μόνον ελληνικά και του διάβαζε Τριβιζά, Κόμιξ και Ζωρζ Σαρρή — ώσπου έμαθε κι εκείνος να διαβάζει ελληνικά. Τα καλοκαίρια πήγαιναν από τα δύο του στην Ελλάδα. «Και τι μίλαγαν με τη μάνα σου;» «Μόνον αγγλικά, τα δανέζικα του πατέρα μου είναι ακόμα χάλια, και στο πανεπιστήμιο στα αγγλικά δίδασκε.» Μετά ήρθανε μόνιμα στην Ελλάδα. Αλλά πλέον πήγαινε πίσω στη Δανία τα καλοκαίρια για κανα δίμηνο («Δεν παλεύεται η ζέστη εδώ, ρε φίλε.»), ώσπου η εφηβεία τού αποκάλυψε και αυτουνού τα θέλγητρα των νησιών.

Ο Γιάννης / Jens, ο άνθρωπος που είναι δύο άνθρωποι, παραπονιότανε συχνά για την γκαντεμιά του, που και οι δύο άνθρωποι που είναι είναι επαρχιώτες. «Χάθηκε να την έπεφτε σε καναν αμερικάνο; / Χάθηκε να την έπεφτε σε καμμιά αγγλίδα;» Πάντως θεωρεί τους Δανούς σαφώς πιο επαρχιώτες από εμάς: όλοι τους ξέρουν όλους και παριστάνουν ότι δεν ασχολούνται μαζί τους. Κονφορμιστές και μάλλον δειλοί. Το κεφάλι που προεξέχει το κόβουν, για όποιο λόγο κι αν προεξέχει. Για όλα φταιν οι Γερμανοί. Μετά με άρχιζε για τους Έλληνες: νομίζουν ότι είναι το κέντρο του κόσμου, δεν βλέπουνε πέρα από το σπίτι τους κι από το σόι τους. Παρτάκηδες. Για όλα φταιν οι Τούρκοι.

Πανεπιστήμιο αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα γιατί ο χειμώνας στη Σκανδιναβία δεν παλεύεται. Ούτε και το φαγητό. Και γιατί η Αθήνα είναι μεγάλη και ζωντανή πόλη και μπορείς να πιεις χωρίς να καταχρεωθείς — και ας βρωμάει, και ας σου «διακορεύει το νευρικό» ο θόρυβος. Πάντως μπορεί να το παίξει δίπορτο: ο πατέρας του ζει πια στο Ούνσε με μια πιτσιρίκα Ινδή δεύτερης γενιάς, που μιλάει καλύτερα δανέζικα από τον ίδιο, ενώ η κυρία Helle ζει στο Κουκάκι και δουλεύει στο Δανικό Ινστιτούτο στην Πλάκα και «γενικώς καλοπερνάει».

Τις προάλλες τον ρωτάω αν αισθάνεται ότι ανήκει και στις δύο χώρες. «Αν ήμουν ευρωπαϊστής, θα σου έλεγα ότι είμαι Ευρωπαίος, αλλά γαμιέται η Ευρώπη, η κοιτίδα της βαρβαρότητας και της αποικιοκρατίας, γαμιέται και η ΕΕ.» «Τώρα μιλάει η Δανία μέσα σου», του είπα και τον ξαναρώτησα αν λοιπόν αισθάνεται ξένος και στην Ελλάδα και στη Δανία. «Εξαρτάται: αν έχω πιει, πατρίδα κι εδώ, πατρίδα κι εκεί. Αν πεινάω, είμαι ξένος.» Πολλές φορές, άμα λέει τέτοια, νομίζω ότι με δουλεύει που δεν έχω ξεμυτίσει, που ο κόσμος μου είναι η Αττική, η Πάτρα και ο γύρος της Ιταλίας που έκανα με ιντερέιλ. Άλλες φορές λέει ότι η γλώσσα είναι η μόνη μας πατρίδα και ότι, τζα!, αυτός έχει δύο. Καμμιά φορά είναι τρελοκομείο ο Γιάννης.

Γενικά είναι περίεργος τύπος. Μυστήριος. Και εδώ και αλλού. Ο ίδιος μού είπε ότι φταίει το δανέζικο χιούμορ, που είναι υπόκωφο, στεγνό και βραδύκαυστο. Από την άλλη, δεν μοιάζει να έχει φίλους στη Δανία, όχι πάντως κολλητούς. Εδώ κάνει παρέα μ’ εμένα — αλλά δεν καταλαβαίνω πώς — και με ένα παλιό συμμαθητή του. Είχαμε πάει για ποτά, μπύρες πίνει, και τον ρώτησα. Μου είπε ότι δεν έχει φίλους, ότι προτιμάει να κάνει παρέα με γυναίκες. Εκεί λίγο με ξένισε. Τον ρώτησα γιατί. «Με τις γυναίκες μπορείς και να το κάνεις και να πεις και καμμιά κουβέντα της προκοπής. Με τους άντρες τίποτε από τα δύο. Δηλαδή όχι τόσο ωραία.» Με δουλεύει; δεν ξέρω. Ώρες ώρες νιώθω ότι δεν είμαστε συνομήλικοι αλλά ότι μιλάω με κάποιον σαραντάρη και βάλε. Μάλλον φταίει το χιούμορ: με την ξαδέρφη του γέλαγαν κάμποση ώρα επειδή ο Jens έκανε μια παντομίμα ότι τάχα προσπαθεί να φτύσει μια τρίχα χαμογελώντας ταυτόχρονα, μουνότριχα δηλαδή. Δεν ξέρω, θα φταίει το χιούμορ. Πάντως με γυναίκες τον έχω δει, τον περιμένουνε συνήθως όταν το διαλύουμε, εκεί κατά τις 10 και. Πάντα με κάτι γκόμενες να λιποθυμάς κυκλοφορεί, κάτι τύπισσες κι εγώ δεν ξέρω πώς να τις πω και πώς να τις περιγράψω.

Εκεί που τρώγαμε κάτι σουβλάκια και περπατάγαμε τις προάλλες άρχισε ξαφνικά να μου λέει, εκτός θέματος, για κάτι δανέζικες εφημερίδες, που είναι «σκέτες φυλλάδες». Σκατόφυλλα χειρότερα από την Εσπρέσσο. Μου έλεγε για τις Δανέζες, που ξεσαλώνουνε στη Μεσόγειο αλλά ξαναγίνονται παρθενοπιπίτσες όταν επιστρέφουνε στον Βορρά. Για τη βασίλισσά τους που καπνίζει, τον γκέι Γερμανό άντρα της, για το πόσο μαλάκες είναι οι Κοπεγχαγινοί. Τέτοια. «Τι μου τα λες αυτά;» «Δεν ξέρεις τι προνόμιο είναι να τρως πιτόγυρο περπατώντας» μου είπε, «να στάζουνε τα λίπια και τα τζατζίκια μέσα από τη λαδόκολλα στο πεζοδρόμιο». Όχι, δεν ξέρω. Μετά μου εξήγησε ότι εκείνη την ώρα σαν να του έλειπε το Ούνσε, σαν να ένιωθε μακριά από παντού: και από την Αθήνα, που την περπάταγε εκείνη την ώρα, και από το Ούνσε, την πόλη όπου μεγάλωσε. Τον ρώτησα τι του ‘ρθε και λέει τέτοια, αν είναι ερωτευμένος. Μου απάντησε πως δεν χρειάζεται να είσαι ερωτευμένος για να σου φέρνει μια γυναίκα χαλασμό.

«Γιατί όλο λες ‘γυναίκα’; Γκόμενες τις λέμε.»
«Άλλο το ένα, άλλο το άλλο, ρε μαλάκα. Έλεος.»
Ψάρεψε ένα κρεμμύδι μέσα από τη λίγδα τους εκμαγείου της λαδόκολλας και καταπίνοντας την μπουκιά του είπε:
«Kvinder, ρε συ, kvinder eller kaos.»
Μου το μετέφρασε και μου το έγραψε στο κινητό, γιατί αλλιώς γράφεται κι αλλιώς προφέρεται αυτή η γλώσσα.

Με τον Jens, τον Γιάννη, δεν μιλιόμαστε εδώ και δυο τρεις βδομάδες. Τον έκανα και μπλοκ στο φέισμπουκ. Ναι, οκέι, ξέρω, αυτά τα κάνουνε τσαντισμένες γκομενίτσες αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Είχα πάει με μπύρες στο σπίτι του να δούμε το Μπαρσελόνα-Τσέλσι, αλλά έβγαλε κάτι σναπς. Ε, γλυκόπιοτα είναι αυτά, ήπιαμε από ένα μπουκάλι ο καθένας μέχρι να λήξει το ματσάκι και μετά παραγγείλαμε πίτσες και το ρίξαμε στη μαυροδάφνη: ο Γιάννης επέμενε ότι αν πίναμε μπύρα θα μας χάλαγε κανονικότατα. Του είπα κι εγώ τα γκομενικά μου, για την Κική το βάσανο δηλαδή, αν και με δυσκολία: δεν μου αρέσει να κουβεντιάζω τέτοια πράματα. Του είπα λοιπόν τα γνωστά, ότι την αγαπάω κι ότι κι εκείνη λέει ότι με αγαπάει. Εκεί με έκοψε και με ρώτησε αν δεν είμαστε λίγο μικροί να μιλάμε για αγάπες ακόμα, εγώ τον είπα μαλάκα και τον έστειλα να πα να γαμηθεί και συνέχισα. Του είπα λοιπόν ότι την αγαπάω την Κική κι ότι με αγαπάει, ή τεσπά έτσι λέει. Με ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημά μου. Του είπα ότι είμαι σίγουρος ότι με απατάει.

«Εννοείς ότι πηδιέται και με άλλους;», με ρώτησε γελώντας, και μάλιστα γελώντας κάπως επιτηδευμένα.
«Ναι ρε μαλάκα. Εξαφανίζεται. Δεν απαντάει και στο κινητό.»
«Μαζί σου πώς είναι όμως ρε συ;»
«Όνειρο. Με κάνει ευτυχισμένο. Μόνο μαζί μου είναι όταν είναι μαζί μου. Με κάνει να νιώθω τρελή χαρά και φαίνεται χαρούμενη και η ίδια.», είχαν αρχίσει να μιλάνε το σναπς κι η μαυροδάφνη και δεν μπορούσα να αρθρώσω τα λόγια μου: όσο έτρεχαν τα λόγια στο μυαλό μου, τόσο σκόνταφταν στο στόμα μου.
«Αν σε αγαπάει και το νιώθεις ρε μαλάκα, ρε μαλακισμένε, τι σε νοιάζει τι κάνει όταν δεν είναι μαζί σου; Αφού σε αγαπάει.» είπε ο Jens και με κοίταγε ειρωνικά, που οκέι, δεν πειράζει, αλλά και με συμπόνοια, όπως κοιτάμε παιδί που σκούζει γιατί του πήρανε το παγωτό. Αγρίεψα.
«Άντε και γαμήσου ρε μαλάκα.»
«Νταξ, γαμιέμαι. Θενξ.»
Τα πήρα άγρια. Ο μαλάκας ο ξένος. Το σκανδιναβό το ξενέρωτο. Που δε μασάει:
«Γαμιέται η μάνα σου, ρε μαλάκα.»
«Ναι, γαμιέται. Η δικιά σου, πάλι, όχι.»

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: