Νίκος Σταμπάκης – Χαμένες ταινίες / Η μνηστή του διαβόλου

Το πλέον προκλητικό μπεστ-σέλερ στις ΗΠΑ του πρώιμου 20ού αι. ήταν έργο μιας νεαρής στο κατώφλι των 20 χρόνων, ο αρχικός τίτλος του οποίου, Περιμένω την έλευση του διαβόλου (I Await the Devil’s Coming), απορρίφθηκε από τους εκδότες χάριν του λιγότερο ανησυχητικού, αλλά εξ ίσου ωμού με τον τρόπο του, Η Ιστορία της Μέρι Μακλέιν (The Story of Mary MacLane). Τίτλος δηλωτικός μιας μαρτυρίας: η μέχρι τότε άγνωστη Μέρι Μακλέιν θα γινόταν με το βιβλίο αυτό κύρια εκπρόσωπος μιας μόδας εξομολογητικής λογοτεχνίας και αστέρας πρώτης γραμμής στα αμερικανικά γράμματα.

Screen Shot 2013-09-05 at 4.24.34 PM

Όταν, ωστόσο, ο γράφων ανακάλυψε το όνομά της στο δοκίμιο “Marvelous Mary MacLane” της Αμερικανίδας υπερρεαλίστριας Πινέλοπι Ρόζμοντ (Penelope Rosemont), η αίσθηση ότι επρόκειτο για μια μορφή ξεθαμμένη από την αιώνια λήθη και επενδυμένη με τον μαύρο χρυσό του χρόνου που οι υπερρεαλιστές άλλοτε επεφύλαξαν στον ολότελα άγνωστο Λωτρεαμόν δεν οφειλόταν σε ασύγγνωστη άγνοια: για πολλές δεκαετίες, η γραφή της δεν ήταν πια διαθέσιμη στο κοινό, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Και βέβαια, για ένα έργο που εστιάζει τόσο πρώιμα κι επίμονα στον αγώνα μιας καταπιεσμένης γυναικείας φωνής να εκφραστεί διεκδικώντας την αυθεντικότητά της μακριά από εύκολες αφηγήσεις, με έναν συνειδητό πρωτο-φεμινισμό κι έναν βίαιο λυρισμό που διεκδικεί τα δικαιώματά του απέναντι στην περιρρέουσα μιζέρια, η μέχρι πρότινος —πάνω από έναν αιώνα αργότερα— απουσία κριτικών μελετών μοιάζει σαν συνωμοσία σιωπής, ή ίσως αμηχανία απέναντι στο ακατονόμαστο.

Όμως το μακρινό 1902 το πρώτο βιβλίο της, ένας εξομολογητικός χείμαρρος όπου η αηδία για την καθημερινότητα και η ατομική εξέγερση είχαν τον πρώτο λόγο («Είθε να μην γίνω ποτέ αυτό το ανώμαλο, άσπλαχνο κτήνος, αυτό το παραμορφωμένο τερατούργημα — μια ενάρετη γυναίκα»), πούλησε 100.000 αντίτυπα μόλις τον πρώτο μήνα της έκδοσής του. Η Μακλέιν κέρδισε έτσι το παρατσούκλι «Η Αγριογυναίκα του Μπιουτ», δηλαδή της πόλης της Μοντάνα όπου διήγε εκείνον τον άσκοπο και περιορισμένο βίο με τη μητέρα και τον πατριό της, με τη λαχτάρα της ατομικής πλήρωσης, του ελεύθερου, αμφίφυλου έρωτα, της αυτοδιάθεσης του σώματός της, ακόμη και του γάμου με τον ίδιο τον διάβολο, του απελευθερωτικού Κακού, ίσως αποήχου ενός Μπωντλαίρ που είχε διασχίσει τον Ατλαντικό, να τρέφει την πυρακτωμένη της γραφή.

Screen Shot 2013-09-05 at 4.26.48 PM

Η μετατροπή του προσωπικού δράματος σε έργο, και κατόπιν σε σκάνδαλο, σήμαινε βέβαια οικονομική ανεξαρτησία, απαγκίστρωση από τη μιζέρια του Μπιουτ, περιπλάνηση και πειραματισμό (από το Σικάγο στη Μασαχουσέτη, τη Φλόριντα και τέλος στο μποέμικο Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης). Σήμαινε επίσης τις λογής παγίδες που θέτει στην πρόσληψη μιας ζωής, ενός έργου, το στερεότυπο της σκανδαλώδους γυναίκας, αυτό που έμελλε να την ακολουθήσει μέχρι τέλους. Η συγγραφική της παρουσία δεν περιορίστηκε σε ένα νεανικό πυροτέχνημα. Το επόμενο βιβλίο της, Η Φίλη μου, Άνναμπελ Λη (My Friend, Annabel Lee, 1903), ήταν ένα παιγνιώδες αφήγημα που διερευνούσε, μεταξύ ακατέργαστης παιδικότητας και αισθησιακής νύξης, τη σχέση της αφηγήτριας με μια σαγηνευτική φίλη. Η παραγωγή συνεχίστηκε και μετά την επιστροφή της στο Μπιουτ το 1909, με άρθρα στην Butte Evening News και τέλος ένα ακόμη αυτοαναφορικό βιβλίο, το 1917, το Εγώ, η Μέρι Μακλέιν: Ημερολόγιο Ανθρώπινων Ημερών (I, Mary MacLane: A Diary of Human Days).

Είχαν περάσει 16 χρόνια από το ντεμπούτο εκείνο που τάραξε τα ύδατα της αμερικανικής γραφής, όταν το σχετικά νεοπαγές μέσο του κινηματογράφου ασχολήθηκε επιτέλους με τη Μακλέιν. Η διαφορά με άλλες απόπειρες μεταφοράς ενός λογοτεχνικού φαινομένου στην οθόνη ήταν ότι, σε αυτήν την περίπτωση, η ίδια η συγγραφέας υπήρξε και πρωταγωνίστρια της ταινίας. Η εταιρεία Essanay είναι σήμερα γνωστή για τη συνεργασία της στα 1914-15 με τον νεαρό Τσάπλιν, σε μια σειρά ταινίες μικρού μήκους με τις οποίες καθιερώθηκε ο κωμικός του τύπος — μολονότι η κλασική του περίοδος θα ξεκινούσε το 1916, με τη μετεγγραφή του στη Mutual. To 1918, με την παρηκμασμένη Essanay να δοκιμάζει απεγνωσμένα πιθανές συνταγές αναζωογόνησης, ο συνιδρυτής της Τζορτζ Κ. Σπουρ (George K. Spoor) και ο σκηνοθέτης Άρθουρ Μπέρθλετ (Arthur Berthlet) έδωσαν στη Μακλέιν, που επίσης, στα 37 της, έπαιρνε το δρόμο προς τη μέση ηλικία και την αφάνεια, την ευκαιρία να επιβλέψει μια ταινία ευθέως αυτοβιογραφική όσο και η ρηξικέλευθη γραφή της και με θέμα ενδεικτικό ενός πάντα ελεύθερου πνεύματος.

Ως προς αυτό, ο τίτλος μοιάζει να τα λέει όλα: Men Who Have Made Love to Me. Στην πραγματικότητα, δεν είναι τόσο γαργαλιστικός όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά: όπως μπορεί σχετικά εύκολα να διαπιστώσει ένας συστηματικός θεατής αγγλόφωνων ταινιών του πρώιμου ομιλούντος, η έκφραση “make love” δεν είχε τότε κατ’ ανάγκην (κρίσιμο διφορούμενο) τη σημερινή σημασία, αλλά η δημόσια χρήση της παρέπεμπε μάλλον στο απλό φλερτ. Η Μακλέιν έφερε την κύρια ευθύνη του σεναρίου, βασισμένου σε δημοσιευμένο κείμενό της, με συνεργάτη στην κινηματογραφική διασκευή τον Έντουαρντ Τ. Λόου Τζούνιορ (Edward T. Lowe Jr, ή E.C. Lowe, μεταξύ άλλων καταγραμμένων παραλλαγών του ονόματος), που έμελλε να γνωρίσει φήμη ως σεναρίστας της κλασικής, βωβής εκδοχής της Παναγίας των Παρισίων με τον Λον Τσέινι, και αργότερα αρκετών ταινιών φρίκης και αστυνομικών της σειράς.

MACLANE

Η δομή της ταινίας ήταν σπονδυλωτή, με πρωταγωνίστρια σε όλα τα επεισόδια την ίδια τη Μακλέιν, που υποδυόταν τον εαυτό της, αλλά και, ως αφηγήτρια της ταινίας (προφανώς μέσω διατίτλων), εμφανιζόταν στα πλάνα που συνέδεαν τις επιμέρους σεκάνς, απευθυνόμενη συμβουλευτικά στο κοινό. Πρόκειται πιθανότατα για την πρώτη καταγεγραμμένη κατάργηση του “τέταρτου τοίχου” στην οθόνη — δηλαδή για την πρώτη συνειδητή αγνόηση του νοερού φράγματος μεταξύ δραματικού χώρου και αίθουσας που αποτελεί, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, αναγκαία συνθήκη για την άρση της δυσπιστίας του θεατή ως προς την πραγματικότητα της δράσης. Αυτή η μορφή αποστασιοποίησης, η παιγνιώδης κατάργηση της ψευδαίσθησης του θεάματος, που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως γόνιμη παρατυπία, κυρίως από κωμικούς του κινηματογράφου, μοιάζει να ξεκινά με τη Μακλέιν, μιαν ελεύθερη γυναίκα στη δύση της, που ανάβει τσιγάρο και ξετυλίγει την εμπειρία της.

Η Μακλέιν μιλά για τον έρωτα και για τις σχέσεις της με 6 διαφορετικούς τύπους ανδρών: τον ανώριμο νέο, τον λογοτέχνη, τον υπάλληλο τραπέζης, τον παλαιστή, τον νεαρό αριστοκράτη και τον μοιχό, επί λέξει τον “σύζυγο μιας άλλης”. Δύο ακόμη τύποι, που περιλαμβάνονταν στο αρχικό κείμενο, ο πότης αψεντίου και ο χαρτοπαίκτης, παραλείφθηκαν για να αποφευχθούν τυχόν προβλήματα με τη λογοκρισία. Οι σχέσεις της πρωταγωνίστριας με τους άνδρες σκοντάφτουν κυρίως σε δικά τους ελαττώματα, που ανάγονται σε πατροπαράδοτες μορφές ανδρικής επιβολής, και διαλύονται, με τη Μακλέιν να μένει μόνη αλλά δυνατή. Ενίοτε, ένας άνδρας την απαλλάσσει από τον προηγούμενο (π.χ. ο παλαιστής την σώζει από τον αριστοκράτη), αλλά αποδεικνύεται επίσης προβληματικός με τον τρόπο του. Ο λογοτέχνης τής επιβάλλεται αγνοώντας τις δικές της συγγραφικές επιδόσεις. Ο υπάλληλος τράπεζας δεν εγκρίνει τη συνήθειά της να πίνει και να καπνίζει. Και δεν λείπουν οι απόπειρες βιασμού. Τέλος, η Μακλέιν διερωτάται αν υπάρχει η αληθινή αγάπη. Η Γαλλίδα υπηρέτριά της απαντά “Oui”, χωρίς να πείθει την κυρία της.

10646856_10153199798712696_5793141186828759138_n

Κριτικές της εποχής μιλούν για μια ταινία που αναμενόταν με ενδιαφέρον αλλά που εν τέλει απογοήτευσε, με τις απόψεις για την ερμηνευτική δεινότητα της πρωταγωνίστριας να διχάζονται και κάποιες σεξιστικές αποχρώσεις (π.χ. η ειρωνική έμφαση στις πόζες της καπνίστριας Μακλέιν) να διακρίνονται στις απαξιωτικές διατυπώσεις. Όπως και να έχει, η απόδοση της ταινίας αποθάρρυνε τον Σπουρ, που αποφάσισε να ακυρώσει τη συμφωνία του με τη Μακλέιν για περαιτέρω συνεργασία. Αργότερα, η άλλοτε μνηστή του διαβόλου συνελήφθη για την κλοπή των φορεμάτων που είχε χρησιμοποιήσει στην ταινία και που κράτησε χωρίς να πληρώσει. Το τελευταίο της βιβλίο, σύμφωνα με δική της δήλωση, θα γραφόταν για να καλύψει την αξία των φορεμάτων. Ο ιστορικός του κινηματογράφου Κέβιν Μπράουνλοου (Kevin Brownlow) έχει εξ άλλου διατυπώσει την άποψη ότι η εμφάνισή της στο δικαστήριο με κιμονό αποτελούσε ένδειξη ότι ήδη βιοποριζόταν από την πορνεία.

Τα ίχνη της Μακλέιν λίγο-πολύ χάνονται μετά το 1920. Φέρεται να έζησε σε απόλυτη ένδεια στο Σικάγο με μια μαύρη φωτογράφο ονόματι Χάριετ Γουίλιαμς (Harriet Williams). Φήμες την θέλουν εθισμένη στα τυχερά παιγνίδια. Ακόμη και η αιτία του θανάτου της το 1929, στα 48 της, σε ένα φτηνό ξενοδοχείο, δεν είναι σαφής, αν και οι ελάχιστες μαρτυρίες συγκλίνουν στη φυματίωση. Ακολούθησαν άφθονες νεκρολογίες στον αμερικανικό Τύπο, όπου η λησμονιά στην οποία είχε περιπέσει αποτελούσε πλέον μέρος του μύθου της. Κι έπειτα σιωπή, για πάνω από 60 χρόνια, μέχρι την επανέκδοση των έργων της που ξεκίνησε στα τέλη του αιώνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με ανθολογίες, μελέτες και την πρώτη της βιογραφία, που βρίσκεται επιτέλους υπό έκδοση.

Το Men Who Have Made Love to Me έχει χαθεί, μάλλον για πάντα: οι πληροφορίες μας γι’ αυτό προέρχονται από κριτικές, διασωθείσες φωτογραφίες και διαφημίσεις. Η φωτιά, κοινή μοίρα αμέτρητων ταινιών της εποχής, είχε την τελευταία λέξη. Μια άλλη φωτιά, το πάθος που η Μακλέιν στο πρώτο της βιβλίο ταύτιζε με την “ιδιοφυΐα”* της, μένει να ανακαλυφθεί.

marymaclane1

*«Είμαι προπάντων ένα πλάσμα έντονης, περιπαθούς αίσθησης. Αισθάνομαι — τα πάντα. Είναι η ιδιοφυΐα μου. Με καίει σαν φωτιά».

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: