Μούτσος Μπλε – Το ίχνος σου στη ζωή μου

Shall I compare thee to a summer’s day?
Thou art more lovely and more temperate

Shakesperare, sonnet XVIII

Κάθομαι μοναχός στο μπαρ του ξενοδοχείου, σύμφωνα με το ρολόι του απέναντι τοίχου είναι περασμένα μεσάνυχτα: το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε θυμάμαι. Βρίσκομαι σε μια ακόμη πόλη, ήρθα να παρακολουθήσω ένα ακόμη συνέδριο. Όταν πήρα να κλείσω το δωμάτιο, τους ζήτησα ένα με διπλό κρεβάτι. Πάντα σκεφτόμουν ότι είναι μία παρηγορητική σκηνοθεσία, να πηγαίνω σε κάποιον προορισμό σα να μην είμαι μόνος, σα να είμαι ένα ζευγάρι που ταξιδεύει, όπως τότε που ερχόσουν μαζί μου, στα επαγγελματικά ταξίδια, τη μοναδική ευκαιρία που είχαμε για να δώσουμε λίγο χώρο και λίγο χρόνο στα αισθήματά μας. Από τότε που χωρίσαμε ταξιδεύω μόνος και κουβαλάω τις αναμνήσεις μας στις αποσκευές. Πιάνω τον εαυτό μου να μετρά πόσα χρόνια περάσαν, διαπιστώνω πως είναι πάνω από δέκα. Σε πείσμα των καιρών, όλα αυτά τα χρόνια δεν μπόρεσα να σταματήσω να σε σκέφτομαι.

Τα μπαρ των ξενοδοχείων έχουν δύο καλά. Το ένα είναι ότι μένουν είκοσι τέσσερεις ώρες ανοιχτά και μπορείς να πιεις ό,τι ώρα θελήσεις. Το άλλο είναι ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να χαθείς μέσα στην πόλη: όσο κι αν μεθύσεις, θα βρεθεί κάποιος να σε κουβαλήσει στο δωμάτιό σου. Απόψε που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, κατέβηκα κι άρχισα να πίνω. Ο σερβιτόρος είναι ένας νυσταγμένος ψηλός με ευγενικό πρόσωπο. Παράγγειλα το ποτό που είχαμε πιει εκείνη τη βραδιά που γνωριστήκαμε. Του άφησα φιλοδώρημα. Μετά συνέχισα, πήρα δεύτερο, τρίτο ποτήρι. Τώρα πίνω το τέταρτο ή το πέμπτο, στα τρία ποτήρια σταμάτησα να μετράω.

Το αλκοόλ με χαλάρωσε, βυθίστηκα σε μία από τις πολυθρόνες. Θυμάμαι τα πάντα. Ακούω κάποια μουσική, αλλά δεν καταλαβαίνω τι παίζει. Θυμάμαι πώς χορεύαμε μια βραδιά στο πάρτι του Don Canaro, όταν ο Marq έβαζε μουσική, όταν η Λουσιάνα ήρθε και μας κέρασε δύο ποτά, όταν φύγαμε μέσα στη βροχή και κανείς δεν είχε υποψιαστεί τον έρωτά μας. Ήταν η πρώτη φορά που χορέψαμε, η πρώτη φορά που φιληθήκαμε υπό βροχή. Κανείς δεν κατάλαβε ότι αγαπιόμασταν. Στο κρεβάτι, μετά, σε κοιτούσα και με κοιτούσες με τόση ένταση. Θυμάμαι κάθε κίνηση των κορμιών μας καθώς κάναμε έρωτα. Θυμάμαι άπειρες μικρές λεπτομέρειες που αφορούν τη σχέση μας, ξέρω το κορμί σου σαν την παλάμη μου. Μου φαίνεται φυσικό πια να έχω χαρτογραφήσει την πόλη με βάση τα σημεία όπου φιληθήκαμε και τα κρεβάτια όπου πλαγιάσαμε.

Πάντα πίστευα ότι ο κάθε άνθρωπος πρόκειται να ζήσει μία εξαιρετική περίσταση στη ζωή του. Ο Μαραντόνα γεννήθηκε για να σκοράρει το γκολ του αιώνα στους Άγγλους, ο Μάρκες για να γράψει το «Εκατό χρόνια μοναξιά» και εγώ κατάλαβα από την πρώτη στιγμή πως εσύ ήσουν η εξαιρετική περίσταση της δικής μου ζωής. Όμως δεν θα υπάρξει ποτέ μαρτυρία όσων ζήσαμε. Ποιος ξέρει ότι υπήρξαμε μαζί; Οι οδηγοί κάποιων ταξί που πήραμε για να πάμε στο ξενοδοχείο. Οι τόσοι και τόσοι υπάλληλοι των ξενοδοχείων που επισκεφτήκαμε, σερβιτόροι, καταστηματάρχες, πλανόδιοι πωλητές, ανθοπώλες. Το ξέρουν οι πόλεις όπου πηγαίναμε όποτε είχα επαγγελματικό ταξίδι ή συνέδριο. Από τότε απέκτησα την συνήθεια να κλείνω δωμάτια με διπλό κρεβάτι και να τα δικαιολογώ σαν μια ιδιοτροπία μου.

Σε κάποιες από αυτές τις πόλεις έχω ξαναπάει, μόνος πια. Κάθε γωνιά όπου είχαμε βρεθεί μαζί ήταν ένα αξιοθρήνητο ερείπιο χωρίς εσένα, λες και το σάρωσε μία τρομερή θύελλα. Περπατάω και νιώθω ακρωτηριασμένος όταν βρίσκομαι στα μέρη που περάσαμε μαζί. Περπατάω και αναρωτιέμαι γιατί τόσα χρόνια ο πόνος μένει ο ίδιος. Μόνο σε μία από τις πόλεις μας δεν έχω πατήσει ξανά το πόδι μου: στο Παρίσι. Εκεί ενιωθα περισσότερο από κάθε άλλη φορά ότι ήμασταν ένα ζευγάρι σαν όλα τα άλλα. Έχω αποφασίσει να μην ξαναπάω, για να μείνει για πάντα στη μνήμη μου σαν ο τόπος του έρωτά μας. Το Παρίσι για μένα είναι μία πόλη σχετικά μικρή. Εκτείνεται μόνο στα μέρη όπου πήγαμε μαζί: στο Marais, όπου καθίσαμε και φάγαμε σε ένα εβραϊκό μαγαζί, στην Place Vosges, στο La Coupole, στη Mouffetard, στο cafe Rostand και στα παγκάκια του κήπου του Λουξεμβούργου όπου συνεχίσαμε μετά. Αυτά τα μέρη αποτελούν το Παρίσι και δεν μπορώ να φανταστώ ότι είναι τουριστικοί προορισμοί ή τόποι κατοικίας άλλων ανθρώπων. Δεν είναι. Πρόκειται για μία μικρή Ατλαντίδα που αναδύθηκε για εμάς τους δύο και καταποντίστηκε με το χωρισμό μας.

Κοιτάω το ρολόι στον τοίχο. Κοντεύει τρεις. Πολλές φορές μείναμε ξύπνιοι όλη τη νύχτα. Δε θέλω να δω ούτε το Παρίσι, δε θέλω να δω εσένα. Ξέρω πως θα μπορούσα να σε συναντήσω ξανά αν το επιδίωκα: ζούμε στην ίδια πόλη, μπορώ να μάθω πού δουλεύεις ή πού ζεις. Αποφεύγω πεισματικά τις διαδρομές σου και πιστεύω πως κι εσύ φροντίζεις να κάνεις το ίδιο. Έχουμε κοινούς γνωστούς που μου λένε νέα σου κι ας μην τους το έχω ζητήσει. Θα προτιμούσα να τους το είχα απαγορεύσει, μα αυτή είναι η ποινή μου: δεν μπορώ να αποκαλύψω το μυστικό μας. Κατά κανόνα αποφεύγω τις συζητήσεις όπου σε αναφέρουν, εκτός από μια μέρα που ήρθε η Όλγα και ανακοίνωσε στη Λουσιάνα ότι σε είχε δει και είχε μάθει για το γάμο σου. Σηκώθηκα από το τραπέζι, πλήρωσα βιαστικά και έφυγα για να μην ακούσω άλλα, για να μην αναγκαστώ να σε σκέφτομαι σύζυγο κάποιου άλλου, να μη νοθευτεί η εικόνα που είχα μέσα μου, η εικόνα της γυναίκας που με αγάπησε.

Στο μπαρ υπάρχει ένα μπουκάλι που κοντεύω να αδειάσω μόνος μου. Σκέφτομαι πως σε λίγο θα ανέβω σε ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι, σκέφτομαι όλον τον κενό χώρο που θα αφήνει η απουσία σου. Ήθελα να ξέρεις ότι δεν μπορώ να σε ξεχάσω και ότι έχω σκόπιμα βάλει στη ζωή μου μικρές ιεροτελεστίες που σε θυμίζουν: να πίνω καφέ φίλτρου το πρωί, να παραγγέλνω ποτά επειδή ήταν τα αγαπημένα σου, να διαβάζω βιβλία στις παραλίες, να βγάζω το γάντι σου που έχω φυλάξει σε κάποια βαλίτσα και να το κρατάω στα χέρια μου λες και περιέχει το αγαπημένο χέρι.

Τώρα ξερω πως σε αγάπησα όσο καμία γυναίκα, όμως ο έρωτάς μας δεν άφησε ούτε ένα ίχνος. Δεν ζήσαμε κοινή ζωή, δεν αφήσαμε απογόνους, δεν είχαμε κοινούς φίλους, δεν πήγαμε μαζί τους διακοπές. Κρυφά σμιξίματα, κρυφά ταξίδια. Μόνο στις ρεσεψιόν των ξενοδοχείων ήμασταν ένα ζευγάρι. Τίποτα δεν έχει μείνει από αυτόν τον έρωτα, ούτε καν κοινές φωτογραφίες. Κανείς δεν ξέρει πόσο σε αγάπησα.

Θυμάμαι πως όταν είχε πάθει άνοια ο θείος μου δε μας γνώριζε. Άρχισε να μιλάει για την υποτιθέμενη γυναίκα του κι εμείς γελούσαμε. Ανέφερε ένα άγνωστο όνομα, αν και δεν είχε παντρευτεί ποτέ του. Ελπίζω κι εγώ να αξιωθώ, έστω και έτσι, να ζήσω αυτό που δεν μπορέσαμε. Να ξεχάσω τα πάντα προς το τέλος του βίου μου, εκτός από εσένα. Να λέω το όνομά σου, να είναι το μόνο όνομα που θα γνωρίζω και να αναπολώ φωναχτά την κοινή μας ζωή, περιστοιχισμένος από ανθρώπους που δε θα αναγνωρίζω πια και που θα νομίζουν ότι παραληρώ.

http://bardlopydlib.blogspot.fr/

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: