Ειρήνη Καραγιαννίδου – Ο Πινόκιο ήταν κουφάλα

IMG_1570

 

Εμείς με ρέζους αρνητικό
Όταν η υποψία του ανέφικτου βουλιάζει
βράδυ κάπου στις επτά
Φοράμε κόκκινα σαν από μούστο του Οκτώβρη μάτια
Δυο ουτοπίες σαν σανδάλια παιδικά
Πετάμε απ´ το μπαλκόνι γλάρους
Αιωριζόμαστε διά παντός όπως οι φανοστάτες
Εμείς πετάμε εμάς

Μια Δύση πεινασμένοι αιματοκρίτες
εκλιπαρούμε για γλωσσόφιλα
τους οδηγούς των πλοίων.

___________

Ας χαμηλώσουν τα φώτα
Μπορούμε να αρχίσουμε
Παρότι εκ της κοπτοραπτικής
πολλαπλώς εβασανίσθην
να παραδοθούμε στα πριονιστήρια 
έχοντας από χρόνια συλλέξει
μια κατά κόσμον καλοχτενισμένη ευτυχία,

Μπορούμε ν ´ αγαπήσουμε ψαλίδια
Στο ανολοκλήρωτο και στο λειψό
να πλέξουμε τις άλλες εκδοχές 

*

Η Ραπουνζέλ θα κόψει τα μαλλιά της
Αύριο θα γίνει αγόρι
Αλλά τι σημασία έχει; 
Κανείς δεν θα μάθει
το φοβερό μυστικό του μήνα Γενάρη
πως το φεγγάρι παραμένει τρυφερό Ακόμη

και στη χάση του.

*

 Με τη θάλασσα πάντα ενάντια
Λιώνεις τους πάγους στο Κουροσίβο
Μένουν ακέφαλοι τράγοι
Φυτρώνεις νούφαρα στο Μακ Μάρντο 
Θολώνουν τις ισημερίες οι Χίμαιρες
Μια καινουρια λαχτάρα ζυγώνει
σ´ ένα κατάρτι δεμένη αντίκρυ του στόχου
Βγαίνει κι αγνώριστη με συναντά
η κοριτσίστικη όψη
Φεύγουν αδιάβαστα φεγγάρια
Ύστερα παρελαύνουν Βίσονες
κάτι ψελλίζουν 
ένα μουρμουρητό συγγνώμης
για εκείνους και τους άλλους

Πριν από κάθε πόλεμο,
Το πέλμα

σ´ αγαπά σαν ο,τιδήποτε. 

*

Έτσι όταν ανύποπτα κάτι αφήσεις 
– μια ψάθινη τσάντα πέτρες στα πόδια 
δυο κόκκινα ξεφλουδισμένα παρασόλια μάτια
ένα νούφαρο κονκάρδα στη θέση της καρδιάς
φεγγάρι σαν χαρταετό στα φρύδια- Καθώς
μικραίνεις στο σούρουπο της πόλης,

Θα μπερδευτεί το γαλάζιο στην άσπρη του έκλαμψη
Η Χιονάτη θα βάλει μαύρα
Γάτες θα σκαρφαλώνουν στον ίλιγγο
Γοργόνες θα πάψουν το τραγούδι
Στην οροφή θα κρέμονται γοβάκια
Θα καταπίνουν δάχτυλα τα ψάρια
Θα γίνονται τα εστιγμένα λίμνη
Τα κουνούπια δεν θα συμπάσχουν
Η Κοιμωμένη θ´ ανάψει τσιγάρο

Κι εγώ σιγά μην γράφω υπερβολές για πράσινα άλογα.

*

Τα βράδια τρίζω τα δόντια
Εις ώττα μη ακουόντων
νόσημα αδιόρατο οι κυνόδοντες
Δαγκώνω ξινόμηλα τα άστρα
Τρώω κάμπιες πριν γίνουν στο στομάχι
πεταλούδες
η χώνεψη προϋποθέτει θάρρος
Μάτια στόμα φάρυγγας πνευμόνι

Σήμερα θα φάω τα παράθυρα
Τις πόρτες όλες
Το δάσος και τα συναφή του
Κράτα καλού-κακού μικρό καλάθι 
εμένα Θα φάω 

Εσένα

ή μήπως ούτε καν αυτό αρκεί

Να γίνω παραμύθι.

*
 

Τα κορίτσια των 12 και κάτι
λαμπάκια πράσινα που αναβοσβήνουν
Την ώρα της προσωποκράτησης
Πριν ο εκταμιευτής τους άστρα ρίξει,
Μαζεύουν τα φτερά βολίδα 
Φεύγουν ξυπόλητα απ´ το χορό

μην τύχει και το γδάρουν το φεγγάρι
Γδάρουν τον τελευταίο νυχτοφύλακα 
Ξεσαρκωμένα άδεια κουφάρια γίνουν-

κολοκύθια.

Δεν λένε αντίο
Αλίμονο όποιος καταδέχτηκε Θεούς
Παίρνει ανέλεγκτο φορτίο τον Δούρειο Ίππο

Κι ύστερα μούγκα.

____________

Άκου Λουτσία. Δεν υπάρχουν παραμύθια. Η Κοκκινοσκουφίτσα απλά αγάπησε τρελά έναν τριχωτό, ζητιάνευε η ψυχή για ένα διπλό κρεβάτι. Δράκος δεν την ασέλγησε ποτέ την Ραπουνζέλ, φωτιά διψούσε να καεί, Αυτό και τίποτ´ άλλο.
Ούτε φαντάσματα υπάρχουν στο μυαλό. Σεντόνια είναι, βγαίνουν το βράδυ παγανιά να πάρουν λίγο αέρα.

Άκου Λουτσία. Δεν υπάρχουν παραμύθια. Το είπαν στις ειδήσεις._
Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: