Δημήτρης Γκιούλος – Άνοιξη

Τον αποκάλεσε ταχυδακτυλουργό των λέξεων. Γέλασε αθώα όταν εκείνος κοκκίνισε. Μπήκε σε ένα τρένο κρατώντας την καρδιά του. Αυτός την ακολούθησε γιατί δεν ήθελε να είναι μακριά της. Θυμάται ήταν ‘Ανοιξη. Βράδυ. Μύριζαν άνθη κερασιάς. Περίεργο τι διαλέγει το μυαλό να κρατήσει. Βαγόνι το βαγόνι, στάση τη στάση, σταθμό το σταθμό την κυνηγούσε. Ποτέ δεν μπορούσε να την πιάσει όμως. Πολλές φορές ξεχνιόταν ή του έκανε εντύπωση κάποιο μέρος και έμενε εκεί για όσο. Ένα βράδυ, ένα χρόνο, ποιος μετράει;
Και μεγάλωνε. Αλλά πόσο να μεγαλώσεις χωρίς καρδιά; Πώς να μεγαλώσεις; Το μυαλό του όμως εκεί. Ακούνητο. Όπου κι αν ήταν, όσο καλά κι αν περνούσε ήξερε πως ανήκε αλλού. Και πάντα το έβαζε στα πόδια. Και πάντα συναντιόντουσαν για λίγο, αλλά ποτέ δεν κατάφερνε να την πιάσει. Αερικό ήταν, μάγισσα, πλάσμα ενός άλλου κόσμου το δίχως άλλο.
Είχε σχεδόν απελπιστεί να γυρνάει σαν σκιάχτρο γυρεύοντας την καρδιά του. Ψέματα. Σας το είπα ήδη. Είχε σχεδόν απελπιστεί να γυρνάει σαν σκιάχτρο γυρεύοντας εκείνη. Ας είμαστε ακριβείς. Δεν ήξερε όμως να κάνει και πολλά πράγματα. Γυρνούσε λοιπόν και που και που σταματούσε κάνοντας παιχνίδια με τις λέξεις του. Το είχε βαρεθεί όμως κι αυτό. Πόσο να ανακυκλώσεις τις ίδιες λέξεις; Πόσες φορές να πεις την ίδια ιστορία διαφορετικά; Μέρα μεσημέρι ήταν. Ήρθε και κάθισε δίπλα του και τον χάζευε. Τον έβγαλε και μια φωτογραφία και τον έδειξε στους φίλους της. Είχε βάλει και λεζάντα. «Αυτός είναι ένας ταλαντούχος ταχυδακτυλουργός». Όταν βαρέθηκε τον ξύπνησε. «Γίνε φίλος μου», του είπε. «Κάνε με βοηθό στα κόλπα σου». «Θα μου δώσεις πίσω την καρδιά μου;», τη ρώτησε. Όχι, ψέματα, «θα μου δώσεις εκείνο το γαμημένο φιλί; Διψάω». «Θα δούμε. Αν είσαι καλός, μπορεί».
Και την έκανε βοηθό του. Σάμπως γινόταν κι αλλιώς; Το βράδυ του έδειχνε τα κόλπα της. Ποτέ δεν τον άφηνε να την αγγίξει. Κάθε βράδυ όμως τον πλησίαζε και λιγάκι. Και με κάθε της λέξη, κάθε τρυκ, κάθε μαγικό χαμόγελο, κάθε παιδικό γέλιο, η απόσταση μίκραινε, όπως μίκραινε κι ο ίδιος. Μέχρι που παιδί μικρό έπεσε στην αγκαλιά της. Μέχρι που άντρας σωστός, την κράτησε επιτέλους στα χέρια του και χόρεψε στο ρυθμό της καρδιάς της. Ήταν Άνοιξη. Δεν ξέρω πόσες είχαν περάσει. Και μύριζε κερασιές.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: