Γιώργος Γλυκοφρύδης – “Το όνομα του θηρίου”

Γιώργος Γλυκοφρύδης

“Το όνομα του θηρίου” [διασκευή μιας πολύ γνωστής ιστορίας]

Διήγημα


1.

«Καλημέρα!» αναφώνησε ο ψηλός και λιγνός άνδρας που μπήκε στην μεγάλη αί-θουσα φαγητού, συγκέντρωσης, και ελεύθερης ώρας.
Η πόρτα έκλεισε πίσω του αφήνοντας μια ανάσα.
Πέντε άλλοι άνδρες κάθονταν ήδη.
«Ξυπνήσαμε όλοι;»
Ο ένας από τους πέντε, ένας Αφρικανός με σχεδόν ξυρισμένο κεφάλι, σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε. Κρατώντας ένα φλιτζάνι με καυτό καφέ μπροστά στα χείλη του. «Υπήρχε περίπτωση να μας έχει πάρει ο ύπνος;»
Η αίθουσα φωτιζόταν μ’ ένα λευκό φως που σιγά-σιγά, με ανεπαίσθητα σταθερά βήματα, έχανε την φωτεινότητά του, και μαζί με αυτήν έχανε πράσινο και μπλε. Μουντό λευκό με μηδαμινό πορτοκαλί. Σχεδόν δυσάρεστο.
Ο Αφρικανός σήκωσε κι άλλο τα μάτια του και κοίταξε προς τα επάνω.
Για μερικά δευτερόλεπτα όλοι κοίταζαν επάνω.
Την επόμενη στιγμή η χρωματική ένταση και θερμοκρασία αυξήθηκαν απότομα μέ-χρι που έφτασαν σχεδόν στο μέγιστό τους.
Ο χώρος λούστηκε με ηλιακό φως και τα αντικείμενα απέκτησαν σκληρές σκιές.
Ο Αφρικανός συνέχισε. «Πάντα το χάνει σε αυτό το σημείο… Πάντα έχει αυτή την αναθεματισμένη καθυστέρηση που μου ταράζει το νευρικό σύστημα… Έτσι ξημερώνει; Όχι πέστε μου, έτσι ξημερώνει; Εκείνος ο κολλημένος που το ‘φτιαξε δεν είχε δει ποτέ του ξημέ-ρωμα;» Ξαναγύρισε στο φλιτζάνι με τον καφέ του.
Το τραπέζι ήταν γεμάτο με φέτες ψωμί, χοιρινό, τυρί, μέλι, βούτυρο, γλυκό φράου-λα, μαρμελάδες από διάφορα φρούτα, αποξηραμένα δημητριακά, φρυγανιές ζεστές, και καυτό μαύρο καφέ σε μεγάλες ποσότητες. Όλοι έτρωγαν αλλά όχι γρήγορα. Αλλά ούτε κι αργά. Ούτε καν με κάποιο στοιχειώδες μέτρο. Λες και είχαν άπειρο χρόνο στην διάθεσή τους. Στην πραγματικότητα πιο πολύ συζητούσαν παρά έτρωγαν.
«Που είμαστε αλήθεια;»
«Τρεις ημέρες για να μπούμε σε τροχιά…»
«Α! Ωραία, άρα έχουμε καιρό…»
Ο ψιλός και λιγνός άνδρας κάθισε παραδίπλα στον Αφρικανό. «Σε λίγο θα έχετε όλοι το πρόγραμμα για τις επόμενες τρεις ημέρες, στα δωμάτιά σας. Κι όπως ήδη πολύ καλά ξέρετε, περιλαμβάνει λίγη γυμναστική, περισσότερη γυμναστική, αρκετή, ακόμη, γυμναστική, και κάμποση γυμναστική… Α! Ναι, και μερικές ασκήσεις γυμναστικής…» Και γέμισε ξανά το φλιτζάνι με καφέ, και ταυτόχρονα δάγκωσε μια γεμάτη μπουκιά με ψωμί γεμάτο με βούτυρο κι από πάνω μια φέτα ωμό χοιρινό και λίγο τυρί στην άκρη.
Μερικοί χαμογέλασαν κουνώντας το κεφάλι τους.
«Τα υπόλοιπα τα ξέρετε τόσο καλά που μάλλον είναι περιττό να αναφερθούμε τώρα σε αυτά…» συνέχισε με γεμάτο στόμα.
«Ναι, Νίκο, δίκιο έχεις, κι εγώ αν πέρναγα τις ημέρες μου σε τροχιά κοιτώντας με το ένα μάτι τα μόνιτορ με τους παλμούς της καρδιάς των ηλίθιων, που βασανίζονται κάτω στην επιφάνεια σκάβοντας, και με το άλλο την τηλεόραση, τότε κι εγώ τα ίδια θα έλεγα. Έπειτα… Τι τα θέλεις τώρα… Όλα τα καλόπαιδα των κολεγίων του Βορρά, πάντα σπίτι μένουν… Βα-ριούνται αφόρητα την κίνηση… Άσε που τώρα με τα καινούρια βαγόνια του μετρό βρωμάει και το μαγνητισμένο μέταλλο…»
Ο Νίκος κοίταξε τον Αφρικανό. «Κώστα…» αλλά δεν συνέχισε, μόνο του χαμογέ-λασε σαν με κατανόηση. Οι ιδεοληψίες του Κώστα πάντα τον εκνεύριζαν, αφόρητα, αλλά για τρεις ημέρες ως την επιστροφή στην Γη, θα έδινε τόπο στην οργή.
«Εκείνος, τι κάνει;» ρώτησε κάποιος άλλος άνδρας δείχνοντας με το κεφάλι του κά-που έξω από την τραπεζαρία.
Το πρωινό τραπέζι, σιώπησε. Για μερικά δευτερόλεπτα ακούγονταν μόνο το βούισμα του φωτισμού. Μερικοί άρχισαν να ασχολούνται πάλι με το φαγητό τους.
Μια γυναίκα, η μία από τις δύο που ήταν εκεί, στράφηκε στον Νίκο. «Πάντως, Νίκο, εσύ πρέπει να ξέρεις… Εάν δεν συμβαίνει αυτό που νομίζεις ότι συμβαίνει, τότε είμαστε μέσα στα βαθιά σκατά όλοι μαζί εδώ… Κι εσύ μαζί…»
«Καλή μου κοπέλα, πρέπει να τσεκάρεις λίγο τον μεταφραστή σου. Μεταφράζει τις αμερικανικές εκφράσεις απευθείας στα ελληνικά και είναι, απλά, γελοίο.» Κι ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της πριν εκείνη προλάβει να αντιδράσει. «Μην εκνευριστείς, σε παρακα-λώ…» της είπε χαμογελώντας «…πλοίο χωρίς πιλότο είναι φτερό στον άνεμο…» συμπλήρω-σε.
Εκείνη χαμογέλασε ξεφυσώντας αφήνοντας τα νεύρα της να προσπεράσουν.
Ο Νίκος σηκώθηκε, άνοιξε έναν μικρό χώρο αποθήκευσης κι έβγαλε από μέσα έναν γραφέα. Από το πλάι του έβγαλε το μολύβι. Το πρόσωπο του φωτίστηκε από το λεπτό λευκό μεταλλικό φως της ασημένιας συσκευής. Στάθηκε λίγο πιο μακριά από το τραπέζι έτσι ώστε να τον βλέπουν όλοι και ξεκίνησε. «Λοιπόν, η τρίτη και τελική αφύπνιση του ταξιδιού άφιξης, έγινε σήμερα, 29 Μαΐου του 2141 μ.Χ., στα 0746 μπιτ γήινου χρόνου. Ταξιδεύουμε ήδη τρεις μήνες. Ως γνωστόν, στην δεύτερη αφύπνιση του ταξιδιού άφιξης, 31 ημέρες πριν από σήμερα, η οποία κράτησε πέντε ημέρες, δηλαδή δύο περισσότερο από το προβλεπόμενο, και αυτό μετά από δική μου παρέμβαση, δημιουργήθηκε το γνωστό πρόβλημα με τον λαθρεπιβάτη, τον “εκείνον” όπως τον αποκάλεσε ο Δημήτρης πριν, τον οποίον και αποφασίσαμε ομόφωνα να τον κλείσουμε στο κρατητήριο του πλοίου, μετά από αποδείξεις…» Έκανε παύση και τους κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο πριν συνεχίσει. «…αλλά επειδή μερικοί από εδώ αλλιώς το θέλουν διατυπωμένο ας μην τους χαλάσουμε το χατίρι, μετά λοιπόν από ενδείξεις, συμμετοχής του σε παραστρατιωτική οργάνωση που σκοπό έχει την ανατροπή της παγκόσμιας τάξης και ασφάλειας. Πέραν αυτού του γεγονότος έχω να αναφέρω ότι όλοι οι απαραίτητοι από εμένα έλεγχοι έχουν ήδη γίνει μια που όπως ξέρετε η αφύπνισή μου πραγματοποιείται πάντα τέσσερις ώρες νωρίτερα από τους υπόλοιπους και…»
Η γυναίκα που είχε μιλήσει και πριν διέκοψε τον Νίκο. «Εκείνος, κοιμάται ακόμη;»
«Όχι, τον ξύπνησα. Όπως έλεγα λοιπόν, και…»
Τώρα τον διέκοψε ο Κώστας. «Μόνος σου το αποφάσισες αυτό, δεν είναι έτσι;»
«Μόνος μου το αποφάσισα, ναι…» Τους κοίταξε έναν έναν. «Νομίζω πως ο νόμος και ο βαθμός μου και η θέση μου, εδώ μέσα, μου επιτρέπουν να αποφασίζω μόνος μου. Όχι;»
Δεν του απάντησε κανείς.
Ο Νίκος συνέχισε. «Δεν τον θέλω σε διαχείμαση, τον θέλω ξύπνιο, θέλω…»
Αυτή τη φορά τον διέκοψε άλλος άνδρας. «Η διαχείμαση ξέρεις πολύ καλά ότι χρη-σιμοποιείται ήδη για διαστήματα μέχρι και για δυο μήνες εν συνεχεία, μια που έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να φτάσει άνετα τους έξη μήνες. Φαντάζομαι ότι το ξέρεις πως υπάρχουν μα-ϊμούδες που κοιμούνται από το 35 χωρίς να έχουν ξυπνήσει ούτε για ένα μπιτ…»
«Ναι το ξέρω αλλά θέλω…»
Ο άνδρας τον διέκοψε ξανά. Και σχετικά έντονα. «Να ολοκληρώσω; Λοιπόν. Όταν ο Κυβερνήτης ενός πλοίου το οποίο βρίσκεται εκτός Γήινης τροχιάς έχει σοβαρές υποψίες για έναν από τους επιβάτες του, ότι δηλαδή αυτός ο επιβάτης είναι επικίνδυνος για την ασφάλεια των υπολοίπων, τότε τι κάνει σύμφωνα με την συνθήκη της Νέας Υόρκης; Τον διαχειμάζει μέχρι την επιστροφή. Για την αφύπνισή του είναι υπεύθυνη η τοπική αστυνομία του τόπου στον οποίον θα προσγειωθεί το πλοίο. Πέραν όλων αυτών, είναι υποχρεωμένος να ε-πικοινωνήσει στην Γη όλες τις παραμέτρους της ιστορίας με το γιατί οδηγήθηκε σε αυτήν την απόφαση. Και ακόμη πιο πέρα από αυτό, ξέρεις πολύ καλά ότι όλο το πλήρωμα πρέπει να εγκρίνει την όποια σημαντική απόφαση του Κυβερνήτη του σκάφους με μυστική ψηφοφορία. Το μόνο που τηρήθηκε στην περίπτωσή μας. Κατά τα άλλα, εσύ πήρες την απόφαση ότι ο κύριος, Εκείνος, είναι επικίνδυνος, εσύ τον έκλεισες στο κελί λες και είναι ζώο, εσύ αποφασίζεις να τον κρατήσεις ξύπνιο, εσύ δεν επικοινώνησες τίποτε στην Γη… Θα μου πεις εμείς μετά επικυρώσαμε… Ελπίζω βέβαια να θυμάσαι ότι έχουμε το δικαίωμα της αναίρεσης ψήφου μέχρι και τρεις φορές… Ελπίζω αυτό να το θυμάσαι… Γιατί δηλαδή έτσι όπως πάμε θα γυρίσουμε και στους στρατιωτικούς χαιρετισμούς, τότε που κόλλαγαν το χέρι στο μέτωπο λες και δεν μπορούσαν να δουν από τον ήλιο, και μετά χτύπαγαν και το πόδι τους στο πάτωμα λες και διώχνανε γάτες… Άκου να δεις έθιμο…»
Ο Νίκος προσπάθησε να ξεκινήσει μια φράση. «Εγώ δεν…»
Αυτή τη φορά ήταν η δεύτερη γυναίκα των συγκεντρωμένων στην αίθουσα, η δεύ-τερη πιλότος του σκάφους, Αμερικανίδα και αυτή όπως και η πρώτη πιλότος, η πρώτη γυναί-κα. «Έχεις ποτέ σκεφτεί την πιθανότητα ο καημένος κύριος αυτός, ο Εκείνος, να μην είναι ούτε κακός και σκοτεινός συνωμότης ούτε τίποτε; Έχεις ποτέ σκεφτεί ότι απλά έχει στην κα-τοχή του αυτά τα αρχαία χαρτιά, τα αυθεντικά ναι εντάξει, επειδή μόνο και μόνο αυτή είναι η τρέλα του; Θα μου πεις γιατί να τα έχει μαζί του σε ένα διαστημόπλοιο αρκετές χιλιάδες χι-λιόμετρα μακριά από τη Γη… Ίσως γιατί για αυτόν είναι ένα είδος φυλακτού; Και…»
«Λώρη, θέλεις να αρχίσουμε πάλι από την αρχή;» την διέκοψε ο Νίκος κι αυτή τη φορά συνέχισε χωρίς να αφήσει κανέναν άλλον να ανοίξει το στόμα του. «Μισό λεπτό… Γιατί νομίζω ότι τώρα κατάλαβα… Μήπως θέλετε όλοι να αρχίσουμε πάλι από την αρχή; Αυτό είναι; Ξανά από την αρχή; Ωραία λοιπόν, ας αρχίσουμε πάλι από την αρχή.» Πήγε κοντά στον τοίχο και τράβηξε από μέσα το πληκτρολόγιο ελέγχου της αίθουσας. Το ηλιακό φως χαμήλωσε γρήγορα κι έγινε απόλυτο σκοτάδι. Ένα κομμάτι του μαύρου ακριβώς απέναντι από το τραπέζι έγινε ελαφρύ πορτοκαλί που μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα έγινε ξανά μαύρο. Όλοι γύρισαν τα κεφάλια τους προς τα εκεί.
Ο Νίκος περίμενε μερικά δευτερόλεπτα πριν να ξεκινήσει. Η αίθουσα μύριζε καφέ και λίγο καπνό. Επίσης υπήρχε ένα ελάχιστο άρωμα φρούτων, δεν ήξερε εάν είναι από τα φρούτα που υπήρχαν πάνω στο τραπέζι ή εάν ήταν κάποια από τις δύο θηλυκές παρουσίες της αίθουσας.
«Αν και τα αρώματα απαγορεύονται βέβαια αλλά ποιος ξέρει τώρα…» είπε αθόρυβα στο βάθος του μυαλού του. Ξαναμύρισε τον καπνό «Ο Θαλής, καπνίζει… Και μετά μιλάει για παλιά έθιμα…»
Ξεκίνησε μιλώντας μέσα στο σκοτάδι. «Αυτό που θα δείτε είναι ένα φέιγ-βολάν και η σύνθετη αυτή λέξη προέρχεται από την Γαλλική γλώσσα και σημαίνει, εάν την μεταφρά-σουμε ελεύθερα στα ελληνικά, “ιπτάμενο χαρτί”. Αυτά τα έντυπα έγγραφα ονομάστηκαν έτσι, γιατί, αφού τύπωναν σε μηχανές εκτύπωσης μελάνης μεγάλο αριθμό αντιτύπων, τα έριχναν από τα αεροσκάφη της εποχής, τα λεγόμενα αεροπλάνα, από σχετικά μικρό ύψος, και αυτά διασκορπίζονταν. Καθώς λοιπόν ήταν ιδιαιτέρως ελαφριά παρασύρονταν από τον άνεμο και μέχρι να φτάσουν στο έδαφος διέγραφαν εντυπωσιακές γραμμές πτήσης. Φυλάσσονται μέχρι σήμερα ντοκουμέντα ασπρόμαυρης κινούμενης εικόνας με εναρμονισμένο μονοφωνικό ήχο, τυπωμένα σε ταινία φωτογραφικής χημικής επίστρωσης, όπου δείχνουν ανθρώπους να προσπαθούν να πιάσουν πηδώντας δεξιά κι αριστερά τα “ιπτάμενα χαρτιά”. Ως μέθοδος επικοινωνίας για μεγάλο αριθμό ατόμων ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική, μια που με μία ή δύο ρίψεις μπορούσαν να καλύψουν αρκετά μεγάλες περιοχές όπως μικρές πόλεις ή χωριά ή συνοικισμούς, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Τα φέιγ-βολάν τυπώνονταν συνήθως με μια μηχανή εκτύπωσης μελάνης, όπως είπα, αλλά χωρίς ηλεκτρονικά ή ηλεκτρικά ή μαγνητικά μέρη, που ονομαζόταν πολύγραφος. Ο πολύγραφος τύπωνε πάνω σε χαρτί μέσω ενός περιστρεφόμενου με το χέρι κυλίνδρου. Δεν ξέρω αν όλοι εδώ μέσα έχουν δει από κοντά χαρτί και μελάνι πάντως χρησιμοποιούνται ακόμη μέχρι σήμερα για καλλιτεχνικούς σκοπούς. Πολύγραφους μπορείτε να δείτε σε οποιοδήποτε μουσείο τεχνολογίας. Το πραγματικό χρώμα του συγκεκριμένου φέιγ-βολάν δεν ήταν αυτό που θα δείτε. Αυτό που θα δείτε είναι το αποτέλεσμα της αναποτελεσματικής μεθόδου φύλαξής του σε όλη την διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Το πραγματικό του χρώμα ήταν λευκό και οι τυπωμένοι χαρακτήρες επάνω του ήταν μαύροι. Αυτό που θα δείτε είναι ένα φέιγ-βολάν γραμμένο σε παλιά ελληνικά πολυτονικά, η σύνταξη είναι ένα μίγμα καθαρεύουσας και δημοτικής. Δεν ξέρουμε αν αυτός που το συνέταξε ήταν Έλληνας ή Γερμανός που ήξερε εκείνα τα ελληνικά. Τα λάθη που υπάρχουν δεν ξέρουμε αν προέρχονται από την εκτύπωση ή ανήκουν σε αυτόν που την συνέταξε. Για την Ιστορική περίοδο στην οποία αναφέρεται θα μιλήσουμε αργότερα. Πάντως όποιος κι να ήταν χρησιμοποίησε απολύτως τέλεια εκείνη την γλώσσα για να απο-δώσει αυτό που ήθελε να αποδώσει. Για να προξενήσει απόλυτα αυτό που ήθελε να προξε-νήσει.»
Μπροστά τους, μπροστά από το τραπέζι, αιωρούμενο, εμφανίστηκε σε μεγάλο μέγε-θος αυτό που ο Εκείνος κράταγε προσεκτικά φυλαγμένο.
Ο Νίκος κοίταξε την προβολή εκεί απέναντί του.
Το χαρτί ήταν πολύ κιτρινισμένο, σχεδόν καφέ, στο χρώμα του χώματος. Φρεσκο-σκαμμένος τάφος. Ή συλημένος τάφος.
Ο Νίκος μέτρησε την φωνή του και ξεκίνησε να διαβάζει αυτά που εκείνο το χαρτί έγραφε.

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ
ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ
ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Ἐπληροφορήθην ὅτι Γερμανοὶ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον εἰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ, ἐκακοποιήθησαν κατὰ τόν αἰσχρότερον καὶ ἀπανθρωπότερον τρόπον.
Ὡς ἐκ τούτου ἐξεδόθη ἡ κάτωθι διαταγὴ πρὸς ἀντεκδίκησην:
1ον) Ὅποιος διαπράττει πρὸς Γερμανοὺς αἰχμαλώτους ἀντιθέτως πρὸς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον, θὰ τιμωρηθῇ ἀμειλίκτως καὶ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπσν, εἴτε ἄνδρας, εἴτε γυναῖκα.
2ον) Ἐὰν γίνονται τοιαῦτα κακουργήματα πλησίον εἰς χωριὰ θὰ τὰ κατακαύσωμεν καὶ οί κάτοικοι θὰ ἀναλὰβουν ὑπ’ εὐθύνην των ὅλας τὰς συνεπείας.
3ον) Περὶ τούτων θὰ ἐπιφυλαχθοῦν εἱς αὐτοὺς καὶ ἄλλα αὐστηρότερα μέτρα ἀνταμοιβῆς.

Η ΑΝΩΤΑΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΟΥ
ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

Ένα παιδί που για μάτια είχε μαύρες τρύπες στάθηκε απέναντί του, μπροστά του. «Γεια σου, Νίκο. Δεν έχει τελειώσει. Το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι; Τίποτε δεν έχει τελειώ-σει, είμαστε ακόμη εδώ.»
Ο Νίκος άναψε τα φώτα.
Η προβολή έσβησε.
Μερικοί ξερόβηξαν. Ο Θαλής άναψε πάλι τον καπνό του ξεφυσώντας. «Οπότε;»
Ο Νίκος πριν ξεκινήσει να μιλάει, κάθισε. «Οπότε θέλετε αποδείξεις… Αλήθεια, για ποιο λόγο μπορεί να κουβαλάει κάποιος το αυθεντικό κομμάτι αυτού του χαρτιού μέσα σ’ ένα διαστημόπλοιο που πάει για πρώτη φορά να επισκεφθεί τον δορυφόρο ενός πλανήτη, για να ψάξει για πρώτες ύλες; Κι αν εκεί πέρα υπάρχει και νερό; Και το νερό σημαίνει ζωή…»
Τώρα τον διέκοψε ο Δημήτρης. «Κοίτα, θέλεις την γνώμη μου; Είσαι σε φαντασίω-ση. Εντελώς παρανοϊκό για έναν άνθρωπο που έχει την θέση σου και τις ευθύνες που αυτή συνεπάγεται, αλλά τέλος πάντων… Θέλεις και την υπόλοιπη γνώμη μου; Πήγαινε βγάλε τον κύριο τον Εκείνο, τον έρμο, από το κρατητήριο, πριν καταστρέψεις εντελώς την καριέρα σου. Μια καριέρα που μάλλον χιλιάδες άνθρωποι θα ζήλευαν…»
Η Λώρη πήρε τον λόγο πριν προλάβει να απαντήσει ο Νίκος. «Εγώ σου είπα. Πι-στεύω ακράδαντα στην άποψη του φυλακτού ή τέλος πάντων του μονάκριβου οικογενειακού κειμηλίου, γιατί…»
Ο Θαλής ξεκίνησε χωρίς να περιμένει. «Δηλαδή εάν εγώ είχα χειρόγραφα του Χίτ-λερ στην κατοχή μου, γιατί ο Χίτλερ ήταν μακρινός μου έκτος εξάδελφος, και τα κουβαλούσα μαζί μου εδώ πάνω, θα με έριχνες στο μπουντρούμι;»
Ο Νίκος τον ρώτησε απευθείας. «Αν τα είχες θα τα έφερνες εδώ;»
«Ορίστε;»
«Λέω, θα τα έφερνες εδώ, μαζί σου;»
«Εάν για μένα ήταν σημείο αναφοράς…»
«Εάν για σένα ήταν σημείο αναφοράς;»
«Ναι, εάν ήταν για μένα σημείο αναφοράς, ή απλά ζήτημα ασφάλειας, δηλαδή εάν απλά δεν εμπιστευόμουν το σπίτι μου για να αφήσω κάτι τέτοιο μόνο του, εκεί, για έναν χρό-νο…»
Ο Νίκος κάγχασε. «Χα! Λοιπόν εντάξει… Δεν πρόκειται να καταλήξουμε πουθενά. Ο Φασισμός πάντα αυτό ήθελε, μακρόσυρτες κουβέντες δημοκρατίας να προηγούνται από αυτόν. Αλλιώς δεν θα μπορεί να δικαιολογεί το αίμα που θα απλώνεται μπροστά στα πόδια του. Διαβάστε Ιστορία. Έχετε διαβάσει χιλιάδες σελίδες για τους νόμους που διέπουν το σύ-μπαν, πάω στοίχημα ότι δεν θυμάστε, καν, ποιος και γιατί τους έγραψε.»
Ο Κώστας σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Εγώ φεύγω, όταν υπάρξει εξέλιξη, φωνάξτε με…» Αλλά δεν πρόλαβε να βηματίσει.
Ο Νίκος έδειξε την πόρτα. Διατάζοντας. Και δυνατά. «Την επόμενη στιγμή που θα φύγει ο οποιοσδήποτε από αυτή την αίθουσα, θα έχει ποινή στο φύλλο του στα επόμενα πέντε λεπτά!»
Ο Θαλής χαμογέλασε. «Εγώ σας το είπα, θα χαιρετήσουμε χτυπώντας το πόδι κά-τω… Κι όχι τίποτε άλλο, αλλά δεν φοράω και τις μπότες μου…»
Ο Κώστας κάθισε.
Η Λώρη ανασηκώθηκε στο κάθισμά της. «Μήπως θα μπορούσα να ενημερωθώ για αυτούς στους οποίους απευθύνεται αυτό το φέιγ-βολάν;»
«Ωραία…» ξεκίνησε ο Νίκος «Αυτό λοιπόν το φέιγ-βολάν το έριξαν στην Κρήτη, Γερμανικά αεροπλάνα, μετά τις 28 του Μαΐου του 1941. Η Μάχη της Κρήτης. Έτσι ονομά-στηκε το τελευταίο κομμάτι της Γερμανικής εκστρατείας κατά της Ελλάδος κατά την διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Εικοστός αιώνας. Ήταν η πρώτη μεγάλη και εκτεταμένη αεροπορική επίθεση στην Ιστορία του ανθρώπινου γένους. Η επίθεση ξεκίνησε στις 20 του Μαΐου του 1941 και τελείωσε στις 28 του Μαΐου του ίδιου έτους. Την Κρήτη υπερα-σπίσθηκαν με μια άνευ προηγουμένου αντίσταση 14000 Έλληνες και 27000 Βρετανοί στρα-τιώτες, μαζί με τον πληθυσμό του νησιού. Νικητές στο τέλος ήταν οι Γερμανοί. Αν υπάρχει κάτι που έχει μείνει στην Ιστορία είναι η αντίσταση του τοπικού πληθυσμού, και κατά την διάρκεια της επίθεσης αλλά και μετά, απέναντι στα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Αυτό, η Γερμανική διοίκηση δεν το συγχώρησε, στο νησί, ποτέ. Μια που ποτέ της δεν είχε φανταστεί ότι μερικές χιλιάδες ξερακιανοί χωριάτες, ενός νησιού μερικές ώρες από την Αφρική, θα καθυστερούσαν την Γερμανική πολεμική μηχανή για οκτώ ολόκληρες ημέρες. Έτσι, τα στρατεύματα των τότε χωρών που είχαν συμμαχήσει ενάντια στον συνασπισμό των χωρών με φασιστικά καθεστώτα όπως η Γερμανία, κέρδισαν για άλλη μια φορά το πλεονέκτημα του χρόνου, ώστε να προλάβουν να αναπτυχθούν στην Αφρική. Οι Γερμανοί, όμως, δεν μπόρεσαν να ζήσουν καλά και ήσυχα στο νησί ούτε και μετά την νίκη τους, μια που οι πράξεις σαμποτάζ ήταν συνεχείς και αδιάκοπες από την μεριά των κατοίκων. Αυτό τους εξαγρίωσε αφάνταστα και τους ανάγκασε να δείξουν το πραγματικό τους πρόσωπο, ξεδιπλώνοντας όλο το ρατσιστικό και φασιστικό μένος που έτρεφαν για όποιον λαό ή ράτσα τολμούσε να τους αντισταθεί. Ή για όποιον λαό ή ράτσα, αυτοί αποφάσιζαν, ότι η ύπαρξη του ή η ύπαρξή της, στον πλανήτη Γη, δεν χρειάζεται. Οι αγριότητες στις οποίες επιδόθηκαν εφαρμόζοντας μεθό-δους συνολικού αφανισμού ολόκληρων χωριών και μεγάλου αριθμού ανθρώπων, ήταν μονα-δικές, και έχουν μείνει επίσης στην Ιστορία. Η λογική της συλλογικής ευθύνης και οι μαζικές δολοφονίες μέσω της μεσαιωνικής μεθόδου της καταστροφής με φωτιά ολόκληρων χωριών, είναι ένα εξαιρετικό δείγμα φασισμού και ρατσισμού. Οι κάτοικοι της Κρήτης, λοιπόν, σύμ-φωνα με το Διεθνές Δίκαιο, φέρονται απάνθρωπα στους Γερμανούς στρατιώτες. Και άρα, εφόσον φέρθηκαν απάνθρωπα σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, τότε θα υποστούν ό,τι πιο α-ντίθετο στο Διεθνές Δίκαιο! Όπως καύση και εκτέλεση ή και ότι άλλο ακόμη αυστηρότερο ως ανταμοιβή! Δηλαδή, τι θα μπορούσε να είναι το αυστηρότερο; Γδάρσιμο ή φάγωμα ή σπάσιμο κοκάλων;» Σταμάτησε και πήρε μια ανάσα. «Δεν έχω τίποτε άλλο να πω… Νομίζω πως έχετε καταλάβει απόλυτα…» Τελειώνοντας την αφήγηση σηκώθηκε. «Θα πάω κάτω, να τον βρω. Όταν γυρίσω, εάν δεν είναι μαζί μου, θα είναι έξω στο χάος στην αγκαλιά του σύμπαντος μια που σ’ αυτό δεν μπορεί να κάνει κανένα κακό.» Βγήκε από την αίθουσα.
Κανείς δεν πρόλαβε ή δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε, να τον σταματήσει.
Η πόρτα έκλεισε πίσω του με μια ανάσα.


2.

Ο διάδρομος ήταν φωτισμένος με παράλληλα φώτα και το κυλινδρικό του σχήμα ήταν εμφανές. Σε αυτόν τελείωνε το περιστρεφόμενο τμήμα του σκάφους. Σε αυτόν τελείωνε και ο κόσμος της βαρύτητας. Άλλωστε ο λόγος της γυμναστικής όλη μέρα ήταν ακριβώς αυ-τός. Ένας χρόνος ύπνου και δέκα, έστω, μέρες ξύπνιου, σε συνθήκες σημαντικά μειωμένης βαρύτητας, έκαναν το σώμα έτοιμο για αναπνευστική δυσκαμψία.
Ο Νίκος, όμως, έπρεπε να πλύνει τα χέρια του.
Έπρεπε να πάει στο μπάνιο να πλύνει τα χέρια του. Αυτό τουλάχιστον αισθανόταν, ότι έπρεπε πάση θυσία να πλύνει τα χέρια του.
Στάθηκε έξω από την πόρτα του μπάνιου, και μόλις αυτή άνοιξε, έμεινε απέναντι από τον καθρέφτη κι άφησε το νερό να τρέξει. Σε ακανόνιστους όγκους.
Έβαλε τα χέρια του από κάτω και κοίταξε τον καθρέφτη.
Η πόρτα έκλεισε δίπλα του με μια ανάσα.
Αφέθηκε.
Ο μόνος τόπος στο σύμπαν που ήταν ελεύθερος ήταν εκεί. Όχι, όχι, δεν αισθανόταν ελεύθερος, ήταν ελεύθερος, ακριβώς έτσι.
«Τι θα του πεις;» ρώτησε τον εαυτό του.
«Τι θα του πω;»
«Ναι, τι θα του πεις.»
«Του Θηρίου;»
«Έτσι τον λένε;»
«Τι εννοείς “έτσι τον λένε”;»
«Λέω, έτσι τον λένε; Αυτό είναι το όνομά του;»
«Το όνομα του Θηρίου;»
«Ναι. Το όνομά του, ποιο είναι το όνομά του.»
«Άρα αυτός είναι το Θηρίο;»
«Αν δεν σου πει το όνομά του δεν ξέρεις αν είναι το Θηρίο.»
Ένιωσε μια δόνηση. «Τι ήταν αυτό;»
«Μάλλον τίποτε, μπαίνετε σε τροχιά σε λίγο, είστε πολύ κοντά στον Άψινθο, πρέπει να βιαστείς. Να ξέρεις ότι εσύ είσαι ο ξένος εδώ, Εκείνος είναι από εδώ. Εδώ κατοικεί η ρά-τσα του. Εσύ κατοικείς αλλού. Η ράτσα σου είναι άλλη. Ο άλλος σ’ αυτά τα μέρη, είσαι εσύ.»
Έκλεισε το νερό και η πόρτα άνοιξε.
Βγήκε. Προχώρησε στον διάδρομο. Έστριψε αριστερά και το φως ελαττώθηκε. Α-κούμπησε το χέρι του πάνω σ’ ένα τετράγωνο δίπλα σε μια κλειστή πύλη. Μετά από δύο δευτερόλεπτα η πύλη άνοιξε τρίζοντας. Ταφόπλακα.
Δεν είδε τίποτε. Πίσω από τις κόκκινες γραμμές που χάραζαν τον αέρα και όριζαν ένα κελί δύο επί δύο μέτρα, δεν είδε τίποτε. Κανονικά, ο Εκείνος έπρεπε να είναι εκεί. Του φάνηκε ότι μύρισε λιωμένο αλουμίνιο, αλλά δεν έδωσε σημασία.
Κάτι κινήθηκε δίπλα του, από την πλευρά της πύλης. Γύρισε το κεφάλι του και μόλις που πρόλαβε να δει. Η πύλη έκλεισε.
Μόλις που πρόλαβε να δει ένα ψηλό ζώο Ζώο; Δεν κουβαλάμε ζώα εμείς εδώ, μαζί μας… Ή κουβαλάμε και δεν το ξέρω; Όχι, όχι ζώο, μόλις που πρόλαβε να δει ένα ψηλό ον, ναι αυτό είναι το σωστό, ον. Με μακριά χέρια χωρίς δάκτυλα και κεφάλι χωρίς μαλλιά. Χωρίς πόδια. Ή δεν πρόλαβε να τα δει. Μάλλον είχε πρόσωπο. Εφόσον είχε κεφάλι ή κάτι το στρογγυλό εκεί πάνω, άρα, τότε, μάλλον, είχε και πρόσωπο.
Αν ποτέ τον ρωτούσαν τι είχε δει εκεί στην φυλακή του σκάφους, θα έλεγε «Είδα ένα μακρύ χέρι χωρίς δάκτυλα, στο χρώμα του αλουμίνιου, να μου κλείνει την πύλη του κε-λιού κράτησης. Τίποτε άλλο.» Εκεί είχε αφήσει έναν άνθρωπο και βρήκε κάτι που δεν το γνώριζε. Κάτι που πέρασε τα συστήματα μοριακής ανίχνευσης χωρίς αυτά να ενεργοποιήσουν οποιοδήποτε σύστημα ασφαλείας.
Μετά από λίγη ώρα και ενώ είχε καθίσει κάτω στο πάτωμα του φάνηκε πως άκουσε φωνές αλλά και για αυτό δεν ήταν σίγουρος.
Η φωνή που άκουσε, όμως, να του μιλά, και να του λέει τα παρακάτω, ήρθε από τον αέρα. Από το πουθενά. Θα μπορούσε να έρχεται ακόμη και έξω από το σκάφος.
Κατευθείαν από τον πλανήτη Άψινθο.
«Είμαστε εδώ περισσότερες χιλιετηρίδες από όσες μπορείς να μετρήσεις. Είμαστε εδώ πιο πριν κι από την έναρξη της ζωής του ήλιου σας. Και άλλων ήλιων εκτός από τον δικό σας. Έχουμε δει συστήματα να γεννιούνται και να πεθαίνουν. Γαλαξίες να γυρίζουν γύρω γύρω και να εκρήγνυνται. Ιστορίες πλανητών να συμβαίνουν, να γράφονται, να φυλάσσονται για να μαθευτούν στους επόμενους, και να χάνονται σε ένα διαπλανητικό πυρηνικό ολοκαύ-τωμα. Λόγω κάποιας ραγδαίας αύξησης της τροχιακής εντροπίας ανάμεσα σε δύο πλανήτες ή και περισσότερους. Τόση ματαιοδοξία. Χαμένη σε μερικές ώρες με το φεγγάρι του όποιου πλανήτη να πλησιάζει την επιφάνειά του, και τις θάλασσες να περνούν πάνω από τα βουνά.
Το χαρτί σου το βρήκαμε στον πλανήτη σου. Ναι έχουμε διάφορους εκεί. Δεν θέ-λουμε να αφήσουμε στην τύχη του το μέλλον μας. Η ράτσα σας, έχει την περίεργη, ακόμα ακατανόητη σε εμάς, τάση, να καταστρέφει τον εαυτό της. Έτσι, θέτει σε κίνδυνο ό,τι αγγίζει. Με ό,τι έρχεται σε επαφή. Χωρίζετε εαυτούς σε καλούς και κακούς και συχνά πυκνά α-φαιρείτε ή προσθέτετε δικαιώματα, και μάλιστα ζωής και θανάτου, βασιζόμενοι στο χρώμα του δέρματος. Αυτό είναι από τα ανήκουστα. Αυτό το φοβόμαστε περισσότερο απ’ όλα. Από αυτό θα κάνουμε ότι μπορούμε για να προστατευθούμε.
Το χαρτί σου, λοιπόν, είναι δείγμα άρρωστης ράτσας. Έχουμε δει κι άλλα αντίστοιχα, που αναφέρονται σε μέρη που σκοτώνατε άλλους, όμοιούς σας, καίγοντάς τους όλους μαζί! Είναι δυνατόν; Πώς είναι δυνατόν; Σε ολόκληρο αυτόν τον γαλαξία μοναδική δική σας σύλληψη.
Αυτό το χαρτί το συνέταξε κάποιος από εσάς κατά την διάρκεια κάποιων εκ των αι-σχρών αυτοκαταστροφικών πολέμων σας.
Κάναμε χρόνια να το αναλύσουμε και άλλα τόσα χρόνια για να βρούμε στοιχειώδεις απαντήσεις στις ερωτήσεις μας.
Σας φοβόμαστε. Και θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μην έρθουμε ποτέ σε επαφή μαζί σας.
Και για να τελειώνουμε γιατί ακόμη και αυτό το ελάχιστο κανάλι επαφής πρέπει να κλείσει, έχουμε να σου πούμε δύο πράγματα.
Πρώτον, το σκάφος σου έχει ήδη πάρει το δρόμο της επιστροφής για τον τραγικό κόσμο σου, και δεύτερον, ξέρουμε πως ψάχνεις να βρεις το όνομα κάποιου θηρίου, δεν είναι έτσι; Το όνομα του θηρίου είναι Άνθρωπος. Αυτός που ακόμη δεν μπορεί να κοιτάξει ψηλά. Ακόμη κι αν το όνομά του το λέει.
Πώς σε λένε εσένα, είπαμε; Α, ναι, Νίκο.
Αντίο, Νίκο, τότε.»
Έτσι, στις 29 Μαΐου του 2141 μετά Χριστό, έξω από την τροχιά του πλανήτη Άψιν-θου, στο εξερευνητικό διαστημόπλοιο Νοστρόμο 5, ο Νίκος θέλησε να σηκωθεί, αλλά δεν μπόρεσε._

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: