Γιάννης Πλαστήρας – Το επιδόρπιο ήταν εξαιρετικό

Παρά τους υποχρεωτικούς τύπους που πρέπει να τηρούνται στα δείπνα της εταιρίας, τα ισοπεδωτικά κουστούμια – φόρμες εργασίας, τα λαμπερά ψέυτικα χαμόγελα και τα πισώπλατα μαχαιρώματα που μύριζε να ψήνονται, το γλυκό, για ακόμα μια φορά, έφερνε την ισορροπία. Έδινε νόημα στο χάος ενός όχλου, που, αφού εξερευνήσει την politically correct έκφραση της αρχαίας πείνας του, αφού απλωθεί πάνω απο ένα γεμάτο τραπέζι γελώντας, φωνασκώντας, προσπαθώντας να χαρίσει στη βαθειά του ανάγκη τα εκλεκτότερα εδέσματα, αφού έχει τολμήσει τους ωραιότερους συνδιασμούς που μπορεί να σκεφτεί, κουρασμένος, ησυχάζει. Καταλαγιάζει η ορμή, το κορμί χαλαρώνει ικανοποιημένο, και ο Λόγος ξαναπαίρνει – όπως πρέπει – τα ηνία. Και το γλυκό αναγγέλει και συντροφεύει τη μοναδική αυτή στιγμή αληθινής φινέτσας, τη στιγμή που το φαγητό είναι μια αληθινή πολυτέλεια, μια επιλογή, και όχι η μεταμφίεση μιας αρχέγονης ανάγκης. Το επιδόρπιο, ένας ύμνος στην ενηληκίωση της ανθρωπότητας!
Δεν ηταν λαίμαργος, κάθε άλλο, μετρημένος στο φαγητό όπως και σε όλα τα άλλα. Η δουλειά του, το σπίτι του, οι έρωτές του, τα όνειρα για το μέλλον και η νοημοσύνη του, λες και ήταν σε ένα διαρκές κυνήγι μετριοπάθειας, χρυσής τομής, και, φυσικά, μετριότητας. Το ήξερε, δεν τον πείραζε, ίσα ίσα που ήταν το εισητήριό του στον κόσμο γύρω του. Αντιστάθμιζε το βάρος αυτής της γνώσης αντλώντας ευχαρίστηση μεγαλύτερη απο τη συνηθισμένη από κάποια – λίγα – πράγματα. Ένα απο αυτά τα πράγματα ήταν το γλυκό στα δείπνα της εταιρίας, μια μεγαλειώδης λύτρωση από τη διαρκή επικύρωση της μετριότητάς του και της υποκρισίας που τη συνόδευε, μέσα του, γύρω του.
Το βρήκε λοιπόν εξαιρετικά άτυχο, ο πόνος να αποφασίσει να τον επισκεφτεί αυτήν την ώρα ακριβώς. Άδικο, θύμωσε, τώρα έπρεπε; Πόνος ενοχλητικός, αγενής, διεισδυτικός, που, χωρίς να έιναι αφόρητος, κάθε άλλη σκέψη, πράξη, απόλαυση, γίνεται στη σκιά του. Πόνος ενοχλητικός, που έρχεται και φεύγει, παραβάτης στο ίδιο του το σώμα, αλλά και που είναι πάντα εκεί, σα στο σπίτι του, σαν ευπρόσδεκτος από πάντα. Σαν να είχε ξεκλειδώσει μια πόρτα μέσα του που άφηνε τα αγρίμια να τον αλωνίζουν, να τον ποδοπατούν, να βυθίζουν τα όμορφα λευκά δόντια τους στη σάρκα του. Πόνος σαν ουρλιαχτό της Janis, πόνος όμορφος, ανεμπόδιστος, ακαταμάχητος.
Υπέφερε. Υπέφερε και φοβόταν. Φοβόταν ότι ο πόνος αυτός κατα βάθος τον ευχαριστούσε, τον δικαιολογούσε, τον καθυσήχαζε.
Ίσως γι’αυτό και να τον παραμέλησε τόσο. Διαισθανόμενος ότι δεν ήταν παρά μια υπενθύμιση του παλιού του τραύματος, περισσότερο μια μνήμη που έμενε ζωντανή παρά ένας προάγγελος μελλοντικών κακών, δεν έμπαινε στον κόπο να κάνει κάτι γι’αυτό. Δεν είχε ξεκάθαρο στο μυαλό του πως ακριβώς, αλλά αισθανόταν ότι υπήρχε μια λογική σε όλο αυτό το σύστημα δράσης-μη αντίδρασης.
Όχι ότι ο πόνος τον ευχαριστούσε, δεν ήταν μαζοχιστής ή κάτι τέτοιο, κάθε άλλο. Δε διασκέδαζε καθόλου να πονάει, και ακόμα και οι πιο απλές ενοχλήσεις του ήταν εξαιρετικά δυσάρεστες, ήταν από τους ανθρώπους που θα θυσίαζαν ευχαρίστως κάτι δικό τους προκειμένου να έχουν τη βολή τους.

Αλλά σήμερα, τώρα, έτσι, αυτό πήγαινε πολύ. Αγανακτισμένος, χωρίς να έχει κάποιον να του θυμώσει, καληνύχτισε ευγενικά τους πάντες και έφυγε με μεγάλα ορμητικά βήματα, έχοντας στο στόμα του πολύ λίγη γλύκα για να αντισταθμίσει την αηδία της υπόλοιπης βραδιάς.
Το αυτοκίνητο δεν άργησε να πιάσει τα εκατό στον άδειο δρόμο – που πήγαν όλοι ; -, στο ραδιόφωνο κάποιος παραληρούσε για τα χάλια της κυβέρνησης – ή του Ολυμπιακού, δεν έδινε πραγματικά σημασία -, ο πόνος είχε εξαφανιστεί, και η Λ, το αυριανό του ραντεβού, τριγυρνούσε στο μυαλό του. Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να φαντασιωθεί σκηνές αχαλίνωτου σεξ που θα ξεκινούσαν από ένα τυχαίο άγγιγμα ή από μια καλοσερβρισμένη πρόστυχη ατάκα στη διάρκεια της επαγγελματικής τους συνεύρεσης. Η Λ είναι μια πολύ όμορφη γυναίκα, σκέφτηκε, ενδιαφέρουσα, sexy, και αυτός θα μπορούσε να της προσφέρει όλα όσα μπορεί να έψαχνε σε έναν άντρα για όσο καιρό θα περνούσαν μαζί. Είναι ωραίος, έξυπνος, μορφωμένος, υγιής. Α, θα έπρεπε να κάνει κάτι και για τον πόνο, αύριο είναι μια καλή μέρα για να ρωτήσει τους συνεδέλφους του για έναν καλό γιατρό.
Η επίσκεψη της Λ ήταν σύντομη, περιεκτική, επαγγελματική. Μόνο γυρίζοντας σπίτι του επέτρεψε στον εαυτό του να την ξαναφαντασιωθεί, ημίγυμνη και σπαρταριστή. Η Λ, όπως και πολλές άλλες Λ, δεν ήταν η γυναίκα της ζωής του, η επίσκεψή της ήταν απλώς μια δροσερή προοπτική, ένα βοήθημα για να περάσει μια ακόμα βαρετή μέρα στο γραφείο. Θα την ξαναδεί, άλλωστε, και αν το πράγμα είναι να προχωρήσει, καλύτερα αυτό να γίνει αφού έχουν τελειώσει οι επαγγελματικές τους σχέσεις. Ναι, πολύ απλά, στο τελευταίο τους ραντεβού, θα της προτείνει να βγούνε για ένα ποτό. Σκέφτηκε τον τρόπο που του χαμογελούσε. Είδε κατι πέρα από την εγκάρδια επαγγελματικότητα; Ναι. Δεν αποκλείεται και αυτή να φαντασιώνεται τολμηρές σκηνές μαζί του αυτήν την ίδια ακριβώς στιγμή. Χα!

Και μετά το μυαλό του άδειασε. Ο δρόμος ξανάγινε νύχτα έρημη, φωτεινές λωρίδες ερχόταν με ταχύτητα η μια πίσω απ’την άλλη, κι όλα τριγύρω τίποτα, σκοτάδι. Που πήγαινε? Είχε μια αβέβαιη αίσθηση ότι κάτι τον περίμενε στο τέλος του δρόμου, ένα πρόσωπο, μια γυναίκα ίσως, που θα τον έσωζε, που θα τον έκανε να σταματήσει να χαζεύει αμέτοχος τις λευκές λωρίδες, μαλακισμένες ψευδαισθήσεις κίνησης. Ανυπομονούσε. Το πρόσωπο αυτό δε θα ήταν το τέλος του δρόμου, το ήξερε, αλλά περίμενε με λαχτάρα τη στιγμή που θα έκοβε ταχύτητα, που θα κουνούσε πραγματικά το πόδι του, το δικό του πόδι, θα το σήκωνε από το γκάζι, και απαλά θα χάιδευε το φρένο, και ο τρελλός ρυθμός των λευκών φωτοβολίδων θα χάλαγε ακανόνιστα, και για μια στιγμή θα ανάσαινε.
Αλλα τώρα έτρεχε, έτρεχε πολύ. Δεν έφευγε, κάπου πήγαινε. Πήγαινε προς τη μορφή. Ναι, μια μορφή στο βάθος, σαν φάντασμα απο ψευδοντοκιμαντερ των eighties, μια μορφή που τον περίμενε, που τον πλησίαζε, μια μορφή θηλυκή. Ήταν έτοιμος να σηκώσει το πόδι του απο το γκάζι, όταν ξαφνικά όλο του το σώμα σείστηκε. Το πόδι του, το χέρι του, ο λαιμός, τα δοντια, το μαξιλάρι στο στόμα του, το ιδρωμένο σκέπασμα, τα σάλια του στο σεντόνι.
Νευριασμένος πήγε στο ψυγείο, άνοιξε ένα εμπορικό διάλυμα γλυκόζης και βάλθηκε να πιπιλάει το καλαμάκι του όσο περίμενε τον πόνο να κάνει τη βόλτα του. Η αυριανή μέρα δεν απαιτούσε κάτι το ιδιαίτερο απ’αυτόν, θα ήταν ίσως μια καλή ευκαιρία να πάει στο ιατρικό κέντρο, να εξαταστεί, να καθυσηχάσει τον πόνο με γνώση, να μάθει τι είναι τέλος πάντων αυτή η ενόχληση, γιατί είναι εκεί, γιατί έρχεται και φεύγει όποτε της καπνίσει, έχει να κάνει με κάτι που κάνει αυτός? Είναι εκεί σχεδόν όλη μέρα, αλλά δεν τον εμποδίζει σε τίποτα να διεκπεραιώνει όλες του τις υποχρεώσεις, τον ενοχλεί ελάχιστα. Όμως κάποιες στιγμές παίρνει φόρα, και σπάει τα όρια της σεβάσμιας συγκατοίκησης, και παίρνει χώρο μέσα του, και τον παραβιάζει, και από ψίθυρος γίνεται μια άναρθρη κραυγή που αντηχεί σε όλο του το είναι , και τον κάνει να θέλει να να καρφώσει ένα παλούκι μέσα του, να την κάνει την δικιά του την κραυγή.
Αυτό πρέπει να σταματήσει, και αν όχι επίσκεψη, σίγουρα θα βρει χρόνο να τηλεφωνήσει και να κλείσει ένα ραντεβού.

Η μέρα του πέρασε ευχάριστα, με εξαίρεση το πρωινό ξύπνημα που δεν μπόρεσε ποτέ του να συνηθίσει. Φτάνοντας στο γραφείο αντιμετώπισε μια γενική ευθυμία, οι διακοπές των γιορτών πλησίαζαν, κάποιος γιόρταζε, οι περισσότεροι ήταν ευδιάθετοι. Μία από τις όμορφες γραμματείς τον πλησίασε, που ήταν χαμένος τόσο καιρό? Θα το πιούνε τελικά εκείνο το ποτό? Έκανε τη δουλειά του με κέφι – δεν ήταν μια δουλειά που τον δυσαρεστούσε, το αντίθετο μάλιστα -, και είχε το μεράκι να ξοδέψει μερικές ώρες παραπάνω για να την κάνει ακόμα καλύτερα. Του άρεσε να κάνει καλή δουλειά, αλλά αυτό συνέβαινε πραγματικά μόνο όταν οι συγκυρίες το επέτρεπαν. Μια παλιά του θερμή γνωριμία πέρασε για ένα επαγγελματικό της θέμα, το ρομάντσο αναζωπυρώθηκε, και μετά τα προκαταρκτικά στο γραφείο έδωσαν ραντεβού στο σπίτι της το βράδυ. Άτιμη μοναξιά, υπέροχη μοναξιά, κίνητρο, κατάντια, κεκτημένο, γαλάζιος ουρανός και σκοτεινό μπουντρούμι. Εκείνο το ποτό θα το πιει με τη γραμματέα?
Ηταν μια ωραία μέρα, και ένα ακόμα ωραιότερο βράδυ. Μέθυσαν, απέφυγαν να θυμηθούνε τα παλιά –«έλα μωρέ, γι’αυτά θα μιλάμε τώρα;»-, το σεξ ήταν αυθόρμητο, έντονο, υγρό, ανήσυχο, όπως και η σιωπή που το ακολούθησε. Συνένοχοι, δεν αναλωθηκαν σε περιττές ευγένιες, είπε ότι είχε ξύπνημα νωρίς, οτι θα πήγαινε να κοιμηθεί σπίτι του, και το έκανε, και όπως έβγαινε από το κτίριο της αποψινής του Δουλτσινέας, μια μακρόσυρτη κραυγή από τα σκοτάδια στο βάθος του δρόμου του υπενθύμισε ποια θα ήταν και απόψε η πραγματική του παρέα. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Άυριο κιόλας θα κάνει κάτι.
Ο πόνος τον συντρόφευε από την ώρα που σηκώθηκε, σχεδόν δύο ώρες πιο αργά από το καθημερινό του ξύπνημα. Σήμερα ήταν μέρα ρεπό, και η πρώτη του σκέψη ήταν να πάει επιτέλους να εξεταστεί. Να μάθει. Να ησυχάσει. Να γιατρευτεί!
Σε μία ώρα θα συναντούσε φίλους για έναν καφέ, είχαν καιρό να τα πούνε όλοι μαζί, δεν ήθελε να το αναβάλλει για άλλη μια φορά. Και μετά, χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, χωρίς άλλες καθυστερήσεις, θα πήγαινε στο ιατρικό κέντρο. Θα πήγαινε εκεί που γιατρεύονται οι πόνοι, εκεί που οι ειδικοί παρατηρούν το σώμα και τις λειτουργίες του, βρίσκουν τι είναι αυτό που δεν κάνει σωστά, και το διορθώνουν.

Πως είναι δυνατόν, σκέφτηκε. Θα εμπιστευτεί μια ομάδα ξένων περισσότερο απο το ίδιο του το σώμα. Το δικό του σώμα, αυτός ο πάνσοφος μηχανισμός, δεν τον έχει φροντίσει, γιατρέψει, ξυπνήσει, ζήσει τόσα χρόνια; Πώς μπορεί κάποιος άλλος να ξέρει ποιο είναι το καλύτερο γι’αυτόν? Εκτός και αν το σώμα του το ίδιο, πραγματικά γνωρίζοντας ποιο είναι το καλύτερο, έχει για κάποιο λόγο στραφεί εναντίον του, και του αρνείται την ίαση υπηρετώντας κάποιες του ανάγκες που αυτός δεν έχει καταφέρει ακόμα ούτε να ονοματίσει. Σε κάθε περίπτωση, το να πάει στο ιατρικό κέντρο θα ήταν μια παραδοχή πως το σώμα του είτε δεν μπορεί, είτε δε θέλει να απαλλαγεί από τον πόνο. Και αυτό το σώμα, που με τόσο θράσσος αποκαλεί «εγώ», για λογαριασμό τίνος λειτουργούσε? Για αυτόν, για το προσωπικό του συμφέρον, ή αναλάμβανε το ρόλο του μέλους μιας ολόκληρης φυλής, που, προκειμένου να διατηρήσει τα γενετικά εφόδια που διασφαλίζουν τη διαρκή της εξέλιξη, θυσιάζει τους πιο αδύναμους κρίκους;

Ο καφές έγινε μπύρα, και η μπύρα έγινε σφηνάκια, και η θολωμένη χαρά του παλιμπαιδισμού τον κυρίευσε. Γέλασε με χοντράδες, έμαθε κουτσομπολιά για τις γυναίκες του καθενός, μια-δυο του προσπάθειες στην αμπελοφιλοσοφία στέφθηκαν με γελαστές βαριές προσβολές, πήρε το τηλέφωνο μιας κοπέλας με περίεργα φρύδια μετά από ένα στοίχημα, και η βραδιά κρατούσε για πάντα. Το συμβόλαιό τους ήταν σαφές, μεταξύ τους ήταν πάντα οι καυλωμένοι δεκαοχτάχρονοι που γνωρίστηκαν όταν ακόμα δεν πονούσε κανένας τους, όταν η πείνα ήταν απλή, όταν οι μέρες περνούσαν χωρίς ανάγκη δικαιολογίας, όταν τα γκάζια ήταν το μόνο που μετρούσε, όταν χρειαζόταν λόγος για να πάψουν, και όχι για να ξεκινήσουν, όταν ήταν ακόμα αθάνατοι.
Αύριο θα πάει στο γιατρό, το αποφάσισε.
Κάθε αύριο θα πηγαίνει στο γιατρό. Το πήρε απόφαση.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: