Βασίλης Κυριαζάκης – Ανέκδοτα ποιήματα

10255938_10203275685993882_3920844627836571121_n

 

Φάμπουλα

I.

Το τελευταίο βουνό πάνω στο σπίτι.
Σ’ ένα βάζο
το φιλί του δράκου του Κομόντο
ιοβολεί φωσφορίζοντας θάνατο.

Το τριφύλλι στον κήπο μεγαλώνει και το κουρεύουν.
Το τριφύλλι στον κήπο μεγαλώνει και το κουρεύουν.
Το τριφύλλι στον κήπο μεγαλώνει και το κουρεύουν.

Μέρες
που περνούν
τι παίρνουν ως αντάλλαγμα;

Δικαιώνει ο χρόνος αυτόν που δεν τον υπολογίζει.
Δικαιώνει ο χρόνος αυτόν που ξέρει να περιμένει.
Δικαιώνει ο χρόνος αυτόν που τον υπομένει υπομονετικά

 

 

II.

Κι όταν βγήκε απ’ το κιούπι
που ήταν κλεισμένος που
την περίμενε να μεγαλώσει
δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου.
Δεν είχε γεράσει ούτε μια μέρα. Μόνο
τα νύχια και τα μαλλιά του είχαν μακρύνει.
Όπως συμβαίνει στους πεθαμένους.

Και όλοι τον είχαν για πεθαμένο.
Κρυμμένος ήμουν και περίμενα
τους λέει. Και πώς με ψάχνατε;
Αφού κανείς δεν κοίταξε στο κιούπι.
Κι ούτε το τρίξιμο απ’ την πόρτα της αυλής
δεν άκουσα κι ούτε τα βήματα σας
παλιοί μου φίλοι, στο ξερό χορτάρι.
Πώς τότε με πήρατε για πεθαμένο;

Και τίναξε τα χρόνια απ’ το κεφάλι του
και τις μέρες στράγγιξε απ’ τα δαχτυλά του
και ξεκίνησε. Και τότε χαμήλωσαν το βλέμμα
οι χωριανοί σαν να περνούσε πεθαμένος.

Γιατί όταν έφτασε σπίτι της
ξεπέζεψε η επιθυμία απ’ τις φλέβες του
που τον οδήγησε, άλογο, ως εδώ.
Γιατί πόσο στ’ αλήθεια είχε αργήσει;

Δικαιώνει ο χρόνος.
Σε όλα εκτός απ’ τον έρωτα.

 

 
III.

Η πρώτη θάλασσα πάνω σε σπίτι.
Στο στόμα του κήτους
η γλάστρα με το κόκκινο αλεξανδρινό.
Φυλλοβολεί καρτερώντας ουρανό.

Το αλάτι στα βράχια ξεραίνεται και το μαζεύουν.
Το αλάτι στα βράχια ξεραίνεται και το μαζεύουν.
Το αλάτι στα βράχια ξεραίνεται και το μαζεύουν.

Οι πόθοι
που δένουν
τι δίνουν ως αντάλλαγμα;

Δικαιώνει ο έρωτας αυτόν που τον υπολογίζει.
Δικαιώνει ο έρωτας αυτόν που δεν ξέρει να περιμένει.
Δικαιώνει ο έρωτας αυτόν που δεν τον υπομένει υπομονετικά.

 

 

 

Λέξη

Ι.

Ε, και;
Tί έγινε που δεν έχω πυξίδα
και ελβετικό σουγιά;
Ένα τόσο δα δασάκι είναι.
Απ’ όπου και αν το πάρω
προς οποιαδήποτε κατεύθυνση
τρία λεπτά περπάτημα
και βγαίνω στον δρόμο.
Θα σηκώσω το χέρι μου
προτάσσοντας τον αντίχειρα
και θα σταματήσεις.

Αν δεν μου αρέσεις
θα πώ: sorry, λάθος
και θα μπώ ξανά στο δάσος.
Επειδή εσύ δεν ξέρεις
πόσο μικρό είναι
-ένας απλός περαστικός είσαι-
θα διστάσεις να με ακολουθήσεις.
Θα φοβηθείς μη χαθείς.
Πέντε πευκάκια, πέντε
γύρω γύρω μόνο δεντράκια
που μπαίνω και χάνομαι
πόσο σε ξεγελούν;
Και σε λίγη ώρα νυχτώνει.

Αν πάλι μου αρέσεις
και σε συμπαθήσω
θα έρθω μαζί σου.
Θες, δεν θες.
Και θα σου πω:

Γειά σου.
Με λένε Λέξη.
Είμαι η κόρη σου.

 

 
ΙΙ.

Τα χέρια της είναι παγωμένα.
Ψάχνει στο παλτό τα μάλλινα γάντια της.
Δεν θέλει να τα σφίξω στα δικά μου.
Να τα τρίψω, να τα ζεστάνω με τα χνώτα μου.
Μπορούν να γίνουν δυο μικρές θερμάστρες
οι παλάμες μου, αλλά δεν θέλει.

Με προβληματίζει που κρυώνει συνέχεια.
Με προβληματίζει που δείχνει πάντα άρρωστη
λιπόσαρκο, κορίτσι μικρό, κάτωχρο,
με τις φλεβίτσες της πρησμένες
μέσα στις μελανές σακούλες κάτω απ’ τα μάτια της.
Μοιάζουν με ψυχρά υποθαλάσσια ρεύματα.
Καθαρτήρια ρεύματα. Απαλλάσουν και ισορροπούν.
Την εικόνα μέσα της με την εικόνα έξω της.
Το ενάλιο και το έξαλο.

Και’ γω γίνομαι έξαλλος.
Μην παίζεις πιάνο με τα γάντια.
Τράβα τα μαλλιά απ’ τα μάτια σου.
Κοιμήσου επιτέλους.

 

 
ΙΙΙ.

Η κόκκινη έρημος πάνω απ’ το κεφάλι του Γουτεμβέργιου.
Μια κόκκινη κορώνα μέσα στο κεφάλι μου.
Ή πολλές κόκκινες κορώνες στα κεφάλια των νεκρών
που ζούν μέσα μου.

Τα όνειρα της είναι κόκκινα.
Σκύβω μπροστά της και υποκλίνομαι
και υποκλίνομαι στους νεκρούς της.
Είναι και δικοί μου νεκροί.
Θρήνησα κι εγώ γι’αυτούς.
Ήμουν στις υπηρεσίες τους,
στις υπηρεσίες των φωνών
που εκείνη ακόμα δεν ακούει
κι ακούει μόνο την δική μου.

Σ’ακούω. Ακούω τι ψιθυρίζεις.
Μ’αυτο το χυδαίο χωνί, το αυτί μου.
Το χυδαίο χωνί, που όταν κοιμάμαι
όλοι οι εφιάλτες του κόσμου πηδούν μέσα του.
Μπορώ να το κόψω και να βάλω κάτι άλλο στη θέση του;
Το κλειδί που περιμένει να το ανοίξει μια πόρτα;
Το σάβανο που περιμένει να το τυλίξει ένα σώμα;

Δυστυχώς, όχι. Θα μείνει εκεί μόνο ένα βαθύβιο μαύρο
που θα ουρλιάζει: je veux partir.

Η μητέρα μου θα το’κοβε. Η μητέρα
έκανε την καισαρική της μόνη της.
Με τον χάρακα. Χάρακας και χαρακιές σ’ όλο της το σώμα.
Ευλογημένο το σώμα της. Ευλογημένη η λεηλασία του.

Χα! Είναι σίγουρα κόρη μου.
Ευλογημένη η Λέξη.
Καλλιγέννεθλη.

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: