Ήλιος Απών – Νύχια στα Δόντια

ΔΕΣΜΙΑ ΠΤΩΣΗ

Μπήκε μέσα φουριόζα – ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Πέταξε τα κλειδιά της στο κρεβάτι, δίπλα στα πόδια του και γονάτισε μπροστά στον ανεμιστήρα.

«Βράζω» είπε και ξεφύσηξε ορμητικά, σχεδόν αγανακτισμένα.

«Μπορείς να μου πεις πού στο διάολο ήσουν; Υποτίθεται θα πεταγόσουν μέχρι το περίπτερο».

Η φωνή του ήταν σιγανή και κάπως αδιάφορη, σχεδόν δεν καταλάβαινες ότι είχε θυμώσει – αν είχε θυμώσει.

Εκείνη δεν απάντησε. Σαν σε νιρβάνα, με το στόμα της σχεδόν ορθάνοιχτο περιέστρεφε αργά το κεφάλι της λες και είχε βαλθεί να ρουφήξει κάθε κυβικό εκατοστό χλιαρού αέρα που έφτυνε προς το μέρος της ο πλαστικός ανεμιστήρας.

«Πέρασαν δύο ώρες», συνέχισε εκείνος.

«Κάτι προέκυψε», του απάντησε απότομα σχεδόν διακόπτοντας τον.

«Ν’ ανησυχήσω;»

Γύρισε προς το μέρος του και του χαμογέλασε κουρασμένα. Σηκώθηκε βαρυγκομώντας και απο την τσέπη του φουστανιού της έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα. Το πέταξε στο στήθος του.

«Ορίστε τα τσιγάρα σας, κύριε», είπε χαμογελώντας λίγο πλατύτερα τώρα. Εκείνος ανασηκώθηκε. Άνοιξε άτσαλα το χάρτινο πακέτο και το τέντωσε προς το μέρος της. Πήρε δίχως δισταγμό δύο απ’ τα τσιγάρα. Κρατώντας το ένα στα δάχτυλα, έκατσε δίπλα του στο κρεβάτι και σφήνωσε το άλλο απαλά στα χείλη του.

Άναψαν σχεδόν ταυτόχρονα. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, δίχως ήχο. Ο πλαστικός ανεμιστήρας στο πάτωμα γύριζε βαριεστημένα αριστερά-δεξιά, αριστερά-δεξιά. Κάπνιζαν και τον παρατηρούσαν με μια προσήλωση μυστήρια και ειλικρινή. Κάποτε η στάχτη της θέριεψε, μαύρισε και προσγειώθηκε στο αριστερό της μπούτι.

Ξανασηκώθηκε και έκανε δυο βήματα προς το ανοιχτό παράθυρο. Άφησε το τσιγάρο στα χείλη της και ακούμπησε τα χέρια της στο καυτό περβάζι. «Θα με σκοτώσει αυτή η ζέστη», μουρμούρισε και τα χείλη της ίσα που χώρισαν. Έκλεισε τα μάτια κι έγειρε ελαφρώς το κεφάλι της προς τα πίσω. Εκείνος την χάζευε. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς ή πότε την είχε γνωρίσει – ίσως γιατί στην τελική δεν είχε και την παραμικρή σημασία. Αν κάτι είχε την παραμικρή σημασία ήταν το ότι είχαν μάθει να ανέχονται ο ένας τον άλλον. Και αυτό αποτελούσε έναν μικρό θρίαμβο – και για τους δύο.

Την χάζευε. Είχε κάτι το αρχοντικό έτσι όπως στεκόταν με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω. Το φουστάνι της ήταν πορτοκαλί και λίγο περισσότερο προκλητικό απ’ όσο εκείνος γούσταρε. Ήταν χοντρούλα και ήταν κοντή.

Γεννημένη ξανθιά, αν αυτό σήμανε ποτέ κάτι.

Την αγαπούσε, με τον τρόπο του.

Γύρισε απότομα και κοιτώντας τον ίσια στα μάτια, μίλησε:

«Κορώνα ή γράμματα;»

Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει καπνίζοντας. Δεν απάντησε.

«Αφού ξέρω ότι το θες κι εσύ ρε, γιατί με τυρρανάς;» – η φωνή της, παιχνιδιάρικη μα και ανυπόμονα απεγνωσμένη γλυστρούσε προς το μέρος του σαν κάποιο ζαλισμένο εναέριο ερπετό. Εκείνος συνέχισε να την αγνοεί. Τώρα τον χάζευε αυτή. Ένα λεπτό, κάπως κακόμοιρο, μα ανίκητο απ’ τα πολλά και τ’ άλυτα παιδί, κάτι απο άντρα κι ουρανό χυμένο ως συνήθως στο κρεββάτι. Ήταν αφύσικα λεπτός και ήταν άσχημος. Τα γένια του, απεριποίητα και ξανθυμένα απ’ τον καπνό σκέπαζαν το κοκκαλιάρικο στέρνο του και τα μάτια του στρέφονταν ως συνήθως σαν κάποιος βαθυπράσινος, πλαστικός και υγρός ανεμιστήρας απο την μία γωνιά του δωματίου στην άλλη, κάπως αμήχανα, εμφανώς βαριεστημένα μα πάντα καιόμενα, ενώ εκείνη προσπαθούσε να του αποσπάσει την προσοχή.

«Νομίζω ότι αρχίζω να σε μισώ» – πέταξε τις λέξεις σαν λύση εκτάκτου ανάγκης, παιδί που αποζητά την προσοχή και ψεύτρα πάντα αδέξια. Η αλήθεια ήταν πως τον αγαπούσε περισσότερο απο ποτέ.

«Παλιομαλάκα», συνέχισε, πνίγοντας κάτι σαν γέλιο και του γύρισε ξανά την πλάτη.

Με τον τρόπο της.

Εκείνος ξεφύσηξε, βγάζοντας παράλληλα τον καπνό της τελευταίας τζούρας απ’ τα πνευμόνια του. Σηκώθηκε αργά και την πλησίασε. Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω απ’ την μέση της λίγο πριν της δώσει ένα ήσυχο φιλί στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Με το αριστερό του χέρι, κρατώντας ό,τι είχε απομείνει του τσιγάρου του, άρπαξε το δικό της και τα κράτησε πλάι-πλάι ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη του. Παρατήρησε ότι το δικό της ήταν εμφανώς μεγαλύτερο. Δεν τον ένοιαζε. Το είχε πια συνηθίσει. Της ψιθύρισε «κορώνα» και πέταξε και τα δύο αποτσίγαρα κάτω, στο έρημο πεζοδρόμιο της οδού Ερινύας.

Τα μάτια της έλαμψαν και κάτι σαν ευγνωμοσύνη ξεχύθηκε απ’ το βαθύ, γκρίζο βλέμμα της. Μεγάλα μάτια. Ίσως υπερβολικά μεγάλα. Τα χέρια της χύμηξαν στις τσέπες του πορτοκαλί φουστανιού μα ξαναβγήκαν άδεια. Εκείνη έδειξε να αποθαρρύνεται, για μια μόνο στιγμή. Του ξαναχαμογέλασε: «Θα ψάξω εγώ», του είπε καθώς αποτραβιόταν απ’ το παράθυρο, «του πούστη, ένα κέρμα θα το βρούμε, δε μπορεί!». Την παρακολουθούσε να ψάχνει – ο ενθουσιασμός της ήταν λίγο ανησυχητικός, δεν ήταν δα και η πρώτη φορά. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατάφερε ν’ αντισταθεί στην γοητεία της σχεδόν παιδιάστικης αδυμονίας της, έτσι όταν τελικά ανακάλυψε ένα χάλκινο βρωμοκέρμα πίσω απ’ το τραπεζάκι της τηλεόρασης, η χαρά της ήταν (έστω και για λίγο) δικιά του χαρά.

Τον πλησίασε και του έδειξε το κέρμα. Πρώτα την μία πλευρά, μετά την άλλη – σαν κακός ταχυδαχτυλουργός πριν απο κάποιο φτηνό κόλπο. Ύστερα το τίναξε στον αέρα. Παρακολουθούσαν αμίλητοι την άνοδο και την πτώση του. Κάτι πήγε να σκεφτεί για την ανθρωπότητα, μα ο μεταλλικός ήχος του κέρματος στο πάτωμα την διέκοψε. Συμμάζεψε ακαριαία τις σκέψεις της και συγκεντρώθηκε σ’ αυτό που είχε πραγματικά σημασία.

«Κορώνα!», του είπε κεφάτα. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, έτσι;» – Ήξερε.

«Θα μου βάλεις λίγο κρασί;» την ρώτησε απαλά. Εκείνη είχε αρχίσει να ψάχνει προτού καν τελειώσει την ερώτηση του.

Βρήκε το μπουκάλι πλάι στο κομοδίνο του. Βάδισε ως τον νεροχύτη, ξέπλυνε βιαστικά ένα χαμηλό ποτήρι με την μουτσούνα του Shrek να της χαμογελά πέρα για πέρα αναίσχυντα ή αθώα και το γέμισε βιαστικά ως τα χείλη. Επιστρέφοντας στο παράθυρο έβγαλε εν κινήσει τα παπούτσια της, τινάζοντας τα σε δύο ακαθόριστες γωνίες του δωματίου.

Εκείνος είχε ήδη πάρει την θέση του – αραχτός στο περβάζι με τα πόδια του να κρέμονται τρείς ορόφους πάνω απ’ το πεζοδρόμιο της οδού Ερινύας. Γύρισε το κεφάλι του και την είδε να πλησιάζει με το ξέχειλο ποτήρι.

«Πόσες φορές σου έχω πει πως δεν μου αρέσουν τα ξέχειλα ποτήρια; Με αγχώνουν τα ξέχειλα ποτήρια, το ξέρεις».

«Συγχωρέστε με, κύριε», του αποκρίθηκε και φέρνοντας το ποτήρι στα χείλη της, τράβηξε μια γερή γουλιά – «Ορίστε κύριε, συγχωρεμένη;»

«Πάντα συγχωρεμένη», μειδίασε παίρνοντας το σαχλό ποτήρι απ’ το χέρι της.

Παίρνοντας με τη σειρά του μια ακόμη γερή γουλια, έστρεψε το βλέμμα του χαμηλά, στην ακαθόριστη εκείνη θλίψη της έρημης οδού Ερινύας και ψέλλισε μονάχα: «Όλα καλά».

Ακούμπησε το γελοίο ποτήρι στο άσχημο περβάζι και το βλέμμα του χάθηκε. Σ’ έναν βαθύ και κυανό ουρανό χάθηκε, και στο παράθυρο ενος μακρινού όσο έπρεπε διαμερίσματος χάθηκε. Το φως, λοιπόν, στο παράθυρο έσβηνε. Το φως στο παράθυρο άναβε. Έσβηνε. Άναβε. Για πάντα, θα έλεγε κάποιος ανυπόφορος, σαν και του λόγου του. Και καθώς αναρωτιόταν για το πόση τρέλα – και εδώ μιλάμε για τρέλα αγνή, καθολική – μπορούσε να να χωρέσει σ’ ένα τόσο δα διαμέρισμα, το ένιωσε.

Το σπρώξιμο ένιωσε και ήταν καλό. Απότομο και όσο δυνατό χρειαζόταν. Καθώς έπεφτε, δεν σκέφτηκε τίποτα – ποτέ του δεν κατάφερε να σκεφτεί κάτι συγκεκριμένο. Ήθελε σα κολασμένος να βιώσει έστω και φευγαλέα εκείνες τις σκηνές της ζωής του, τα επιθανάτια μονταζάκια που τόσο επίμονα του είχαν επιβάλλει πως έπρεπε να δει σαν πεθαίνει κάποιος, οποιοσδήποτε – αυτός, στην προκειμένη – μα η προσποίηση τού ήταν ανέκαθεν απεχθής.

Μετά τις πρώτες δυο-τρεις φορές κατάλαβε πως η καλύτερη προσέγγιση ήταν η πλαγία. Σε λιγότερο απο δυο δεύτερα έστριψε όσο έπρεπε το σώμα του και προσγειώθηκε με ολόκληρη την δεξιά πλευρά του στην πετρωμένη πίσσα. Δεν είχε υπάρξει ούτε μία φορα που ν’ ανάψει τσιγάρο δίχως να σκεφτεί πως κάπνιζε κομμάτια δρόμων του κόσμου (μια παιδική παρανόηση που είχε πια πειστεί ότι θα τον ακολουθούσε για πάντα) – ευτυχώς για εκείνον, τέτοιες σκέψεις τις κρατούσε για τον εαυτό του. Ακόμα κι εκείνος όμως τον απόπαιρνε. Πακέτο.

Άκουσε κόκκαλα να βγαίνουν απο τις θέσεις τους και τον μουντό γδούπο της σάρκας του καθώς συνετριβόταν στην άσφαλτο. Σηκώθηκε γρήγορα, η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα, οι ανάσες του ‘βγαίναν γρήγορα. Κοιτάχτηκε. Κατα μήκος της δεξιάς του πλευράς, θρυμματισμένα κόκκαλα είχαν σκίσει την σάρκα στο μπράτσο, τα πλευρά και την λεκάνη του. Ένα μεγάλο, προεξείχε περήφανα μέσα απ’ τη θέση του δεξιού του μηρού. Ακόμη ένα, προεξείχε απ’ τον καρπό του – η παλάμη του κρεμόταν σα δανεική. Δυο απ’ τα δαχτυλά του είχαν παραμείνει σχετικά ανέπαφα, τα υπόλοιπα δεν είχαν πια σχήμα δαχτύλων. Αίμα παντού. Προχώρησε βιαστικά προς την εξώπορτα, προτού γεμίσει αίματα τον δρόμο. Χτύπησε το κουδούνι δίχως όνομα. Εκείνη του άνοιξε. Οι λάμπες της εισόδου ήταν καμμένες εδώ και 22 μέρες. Ακριβώς. Βρήκε στα τυφλά την πόρτα του ασανσέρ, μπήκε και πάτησε με το μέτωπο του το κουμπί με το νούμερο τρία. Κάμποσα ανούσια δεύτερα ύστερα, την είδε να τον περιμένει στην είσοδο του διαμερίσματος. Μες την καλή χαρά.

«Πώς πήγε;» τον ρώτησε και τα μάτια της έλαμπαν.

«Δε βλέπεις;»

«Έλα τώρα, αφού γουστάρεις και το ξέρεις».

Η αλήθεια ήταν ότι γούσταρε. Και το ήξερε.

«Σειρά μου, καθίκι!» του χαμογέλασε και πήρε την θέση της στο περβάζι.

Γιατί «καθίκι»; Την φρόντιζε και την χτυπούσε σπάνια – δεν καταλάβαινε.

«Κι αυτή τη φορά κοίτα να ‘σαι προσεκτικότερος, εντάξει;» Η φωνή της τώρα ήταν σιγανή, σκοτεινιασμένη, αναπάντεχα διαφορετική.

«Προχθές άκουσα την ανάσα σου την τελευταία στιγμή, μου γάμησες την έκπληξη.»

Εκείνος προσπαθούσε να διακρίνει το άρρωστο διαμέρισμα στο βάθος, πίσω της –

«Φυσικά μωρό μου, θα είμαι προσεκτικότερος». είπε συνεχίζοντας να σκανάρει με το βλέμμα του τον ορίζοντα – τίποτα. Σα να ‘χε εξαφανιστεί. Περίεργα πράγματα.

Την άφησε να χαλαρώσει. Συνήθως ένα-δύο λεπτά ήταν αρκετά. Αυτή τη φορά περίμενε λίγο παραπάνω. Το βλέμμα της είχε χαθεί κάπου στη μαύρη πόλη. Το χέρι της βρήκε στα τυφλά το χαριτωμένο ποτήρι.

Το ‘φερε στα χείλη της, το άδειασε και το άφησε εκεί όπου το βρήκε.

Ένιωθε χαλαρή. Ασφαλής.

Την έσπρωξε. Απότομα και όσο δυνατα χρειαζόταν.

Αθόρυβα, όσο του είχε ζητήσει. Πήγε καλά.

Την είδε ν’ ανοίγεται – χέρια και πόδια σε διάταση – σα νεκρός αστερίας. Και πάλι έπεφτε με το πρόσωπο, πάντα με το πρόσωπο. Μια-δυο φορές της είχε ζητήσει απ’ έξω απ’ έξω, αν δεν την πολυπείραζε να χρησιμοποιούσε κάποιο άλλο μέρος της γι’ αυτή τη δουλεια.

Όχι ότι έτρεχε και τίποτα σημαντικό δηλαδή απλά, να, κάπως τον ενοχλούσε. Ανένδοτη.

Έπεφτε για περίπου τρία δεύτερα. Ύστερα διέλυσε το πρόσωπό της στην άσφαλτο.

Την είδε να σηκώνεται και να κατευθύνεται προς την εξώπορτα. Άκουσε το κουδούνι.

Της άνοιξε.

Ξανακοιτάχτηκε. Τα σκισίματα είχαν ήδη αρχίσει να επουλώνονται, το δεξί του χέρι επέστρεφε (γρηγορότερα, είναι η αλήθεια, απ’ ότι περίμενε) στην φυσική του κατάσταση.

Πεινούσε λίγο.

Όρμησε μέσα ενθουσιασμένη όπως πάντα, σχεδόν πετούσε. Το πρόσωπό της, μια άμορφη μάζα απο κομμάτια σάρκας, θρυμματισμένα κόκκαλα και ξανθά ματωμένα μαλλια.

«Σ’ αγαπώ» ούρλιαξε. «Σ’ αγαπώ μωρό μου!»

Έπεσε στην αγκαλιά του. Και τον αγαπούσε.

Με τον τρόπο της.

ΠΑΡΑΝΟΗΣΗ

Όταν ήρθε το είδαν να ξετυλίγεται απ’ το ταβάνι

ή να θολώνει τον καθρέφτη του καθιστικού

Κορδέλα στα μαλλιά κάποιου τρελού

ή οπλισμένος εραστής

Σκαρφαλωμένοι στον ήλιο οι μισοί,

οι άλλοι κρεμασμένοι,

έγειραν επιτέλους το κεφάλι και κατάλαβαν
Όταν ήρθε βρωμοκοπούσε άφεση και μνήμες

Στάχτη σε παιδικά κρεβάτια

ή μέλι στα κρεματόρια τ’ ουρανού

Πέρα ένα πλοίο ξεφόρτωνε

Ακόμη μακρύτερα ένας φάρος γκρεμιζόταν

Και στην πέρα γωνιά του σύμπαντος

αγύρτες λυτρωτές μοίραζαν βλέννα και χαρτοπόλεμο
Ξάπλωσα τότε πλάι στη θάλασσα ν’ ακούσω τον Θεό

Μα δυο παιδιά με κάτι πλαστικά φτυαράκια

γέλασαν και μ’ έθαψαν στην άμμο

 

http://nyxiastadontia.blogspot.gr/?m=0

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: