Αγγέλα Γαβρίλη – «Σαν τριαντάφυλλο στο στόμα…» Μήτσος Παπανικολάου

10968012_10205358275983963_47707537_n

Αν και αγαπώ ιδιαίτερα την ποίηση και την ποιητική περσόνα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν είχα διαβάσει ποιήματα του φίλου του και με ανάλογο βίο «καταραμένου ποιητή», Μήτσου Παπανικολάου, μέχρι που ανακάλυψα τη γραφή του από ένα τραγούδι: το 2002 το συγκρότημα Domenica, μελοποίησε το ποίημα του «Μέσα στη βουή του δρόμου», απ’ όπου και ο στίχος-τίτλος του κειμένου, όπως και τα «Καραβάκι (Βραδινοί Θάνατοι)», «Χειμώνας» και «Ώρες». Έτσι συναντήθηκα με το μικρό σε έκταση, μόλις πενήντα ποιήματα, έργο του. Και γοητεύτηκα από την τραγουδιστή μελαγχολία του, που σίγουρα συγγενεύει με τον Καρυωτάκη, τις αντιφάσεις του χαρακτήρα του και το «πέρασμα ζωής, θανάτου» που υπήρξε ο σύντομος βίος του.
«Ανίατα μεσοπόλεμος», όπως έλεγε και o γνωστός στίχος του Βύρωνος Λεοντάρη, είναι ο πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός για τη ζωή του Μήτσου Παπανικολάου. Γεννημένος στην Ύδρα το 1900 (ή περίπου), σπούδασε νομικά χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, κριτικός και μεταφραστής. Χωρίς να καταφέρει ποτέ να εκδώσει την ποίησή του, έζησε βίο πικρό γεμάτο απογοητεύσεις, παλεύοντας με τον εθισμό του στα ναρκωτικά αλλά και με το «στίγμα» για εκείνη την εποχή, της ομοφυλοφιλίας. Η στενή φιλία του με τον Λαπαθιώτη διαλύθηκε με σκληρό τρόπο, με το κύριο βάρος της ευθύνης να πέφτει στον Παπανικολάου σύμφωνα με μαρτυρίες, με σοβαρές κατηγορίες ακόμα και για κλοπή πολύτιμων βιβλίων από τη βιβλιοθήκη του Λαπαθιώτη – αλλά ποιος μπορεί να ξέρει την αλήθεια σε ανάλογες περιπτώσεις… Ο Λαπαθιώτης το υπονόησε σε ένα κείμενό του, αλλά δεν κατηγόρησε ποτέ ανοιχτά τον πρώην φίλο του. Γεγονός είναι ότι o Παπανικολάου οδηγήθηκε σταδιακά στην εξαθλίωση λόγω του εθισμού του, έφτασε μέχρι να ζητιανεύει στους δρόμους, ώσπου ξεψύχησε στο τμήμα τοξικομανών του Δρομοκαΐτειου, από υπερβολική δόση πιθανότατα, το 1943.
Τι άφησε πίσω του; Σίγουρα το μεταφραστικό του έργο, τους ξένους ποιητές που αγαπούσε και αποτελούσαν τις βασικές του επιρροές: Valéry, Apollinaire, Baudelaire, Poe, Wilde, και ο πιο αγαπημένος του όλων, O. V. de L. Milosz (1877-1939). Θα ταυτιστεί ψυχικά και ποιητικά με τον Λιθουανικής καταγωγής αλλά πολιτογραφημένο Γάλλο ποιητή, θα μεταφράσει πολλά από τα ποιήματά του, ανάμεσά τους και τις «Συμφωνίες» του, και είναι εκείνος που θα τον κάνει γνωστό στο ελληνικό κοινό, δημιουργώντας στις μεταφράσεις του στίχους αντάξιους με τους πρωτότυπους, όπως σημειώνει ο Τάσος Κόρφης που επιμελήθηκε την ανθολόγηση των μεταφράσεων του Παπανικολάου (Πρόσπερος, 1987). Τέλος, θα επηρεαστεί βαθιά από το θάνατό του, στον οποίο «είδε» ίσως και ένα προμήνυμα τού δικού του μερικά χρόνια αργότερα.
Αλλά και το κριτικό έργο του Παπανικολάου υπήρξε κατά γενική ομολογία αξιόλογο, αφού ήταν από τους πρώτους που αντιλήφθηκε τη δύναμη της ποίησης των Ελύτη και Σεφέρη, και τους στήριξε με τα κείμενά του.
Από το δικό του έργο όμως, τι έμεινε; Ξεκίνησε την ποιητική του πορεία ως νεορομαντικός για να ακολουθήσει στη συνέχεια το συμβολισμό. Ανεξάρτητα με τις φιλολογικές ταμπέλες που προσωπικά τις θεωρώ απλά ενδεικτικές στην καλύτερη περίπτωση, ο Παπανικολάου γράφει στίχους στοιχειωμένους: Ποιο είναι το δικό του φάντασμα; (Όλοι οι ποιητές έχουν από ένα…) Η νοσταλγία για κάτι χαμένο που δεν προσδιορίζεται, αλλά κυριαρχεί εν τη απουσία του.
«Μπρος στον εξώστη, ο πόντος κι ο ουρανός!
Επιθυμία γλαυκή, πώς να σε ζήσω;
Πού ’ν’ το καράβι να με φέρει πίσω
Εκεί που είν’ ο μεγάλος ωκεανός;»
(Γλαυκοί δρόμοι)
Με ομοιοκαταληξία που τραγουδά σιγανά στα σονέτα του και δεν κραυγάζει την παρουσία της, μιλά για όνειρα που περνούν βιαστικά και άπιαστα, για έρωτες σχεδόν ανέφικτους ή εφικτούς για λίγο, για το ελάχιστο βλέμμα σε έναν «παράδεισο» που κλείνει γρήγορα τις πύλες του.
«Όταν πέρασες με πήρες
Κι όλες μου άνοιξες τις θύρες
Με το μαγικό κλειδί σου
Του χαμένου παραδείσου».
(Μέσα στη βουή του δρόμου)
Είναι αυτός παράδεισος, ο έρωτας; Το πιθανότερο ο ερωτικός πόθος, η αναζήτηση μια ηδονής που δεν τολμάει να εκδηλωθεί ανοιχτά, μα καίει συνεχώς εσωτερικά με τη φλόγα της κορμί και ψυχή. Και όταν ενσαρκώνεται σε ένα πρόσωπο, γίνεται το αντικείμενο αυτού του πόθου το κέντρο του κόσμου όλου και περνάει στη σφαίρα του ιδανικού, όπως στην αριστουργηματική κατά τη γνώμη μου, «Αθανασία»:
«Αν είχες πεθάνει θα σ’ είχε ξεχάσει η μητέρα σου.
Αν σ’ είχα αγαπήσει θα σ’ είχα ξεχάσει κι εγώ.
Η στιγμή γίνηκε ευθεία μέσα στο χρόνο,
βέλος μες στην καρδιά μου
βελόνα που κεντάει τη μνήμη.
Το χέρι σου λάμπει στη νύχτα, σημαία του κόσμου».
(Αθανασία)
Ο Παπανικολάου αγαπά σίγουρα την καθαρότητα της ποίησης, «η ποίηση είναι πάντα αγνή, όπου υπάρχει ποίηση» όπως έγραψε σε μια κριτική για τον Καρυωτάκη, η οποία αποδίδει την αισθητική συγκίνηση και την εσωτερική κατάσταση, ενώ αναζητά επίμονα το ιδανικό μέτρο, στίχο και γλώσσα, ακόμα και στις απόπειρές του να γράψει σε ελεύθερο στίχο (που προκάλεσαν την αντίδραση του Λαπαθιώτη).
Το φάντασμα της νοσταλγίας δεν προσφέρει μόνο πόνο στον ποιητή, αλλά και την ηδονή: όλα τα όμορφα υπήρξαν και τα χάσαμε οριστικά αλλά η ανάμνησή τους, η εμμονή της ανάμνησης πιο σωστά, μοιάζει πολύ με την ηδονική και ταυτόχρονα δηλητηριώδη φυγή που δημιουργούν οι ναρκωτικές ουσίες. Έχοντας διαβάσει περίπου το σύνολο του έργου του (που υπάρχει σχεδόν όλο στο διαδίκτυο), εκτιμώ ότι όσο και να φαίνεται ότι ισχύει το αντίθετο, η ποίηση τού Παπανικολάου δεν είναι πεισιθανάτια. Δεν επιθυμεί το θάνατο, επιθυμεί τη φυγή από το άδειο παρόν και τη σκληρή πραγματικότητα, σε ένα παρελθόν το οποίο προσπαθεί να ξαναζήσει με κάθε τρόπο. Κι επειδή αυτό δεν είναι δυνατόν, το ζωντανεύει μέσα στην ποίησή του, το τρέφει με το αίμα του, θα τολμούσα να πω, εξ ου και η σωματική του κατάρρευση τελικά (τα ναρκωτικά ήταν μόνο το μέσο).
Χαμηλών τόνων και θερμοκρασίας, η ποιητική του φωνή αλλάζει προς το τέλος της ζωής του, ανεβαίνει σε τόνο και ένταση, γίνεται κύκνειο άσμα. Κατανοεί πως η αυλαία πέφτει πια και βιάζεται ίσως, να προλάβει να ολοκληρώσει αυτό το σκοτεινό τραγούδι που συνθέτει το σύνολο της ποίησής του.
Ο Μήτσος Παπανικολάου ήξερε ότι θα μείνει εκτός Κιβωτού, αλλά επειδή άλλα τα κριτήρια των φιλολόγων και των κριτικών της λογοτεχνίας και άλλα εκείνα της αυτόνομης ζωής που έχει το έργο κάθε δημιουργού, η ποιητική δικαιοσύνη έφερε τους στίχους του στα χείλη νέων ανθρώπων πολλές γενιές αργότερα, μέσα από ένα ελληνικό ροκ συγκρότημα. Δεν ξέρω και δεν καταλαβαίνω, άλλη δικαίωση για έναν ποιητή. Η μούσα του Παπανικολάου, αν και ήταν σκληρή μαζί του, τον διέσωσε εντέλει.
«Ήταν αλήθεια πως εζούσα
κάποια ζωή ξεχωριστή,
ζούσα όπως ήθελεν η Μούσα
κι όπως δεν ήθελε η ζωή».
(Λυρικό)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: