Γιώργος Γλυκοφρύδης – Ο δυσκοίλιος μπάτλερ – Μικρή νουβέλα

Ο δυσκοίλιος μπάτλερ

Μικρή νουβέλα

Αυτή η μικρή νουβέλα είναι αφιερωμένη στον Αλέξη Σταμάτη, στον Νίκο Καρακάση, στην Γεωργία Τσόκου, και στην Κλαίρη Τζωρτζάκη.
Τους λόγους, τους γνωρίζουν και οι τέσσερεις.
Τους ευχαριστώ πολύ.


1.

Θα το έκανε γιατί αλλιώς λύση δεν υπήρχε καμιά.
Θα έβαζε αγγελία.
Αν και συνήθως δεν γινόταν έτσι, αν και συνήθως όταν σε απέλυαν ή ακόμη κι αν έφευγες μόνος σου με παραίτηση απλή και γρήγορη και χωρίς πολλά λόγια, ο εργοδότης σ έστελνε από μόνος του σε κάποιον άλλον εργοδότη, δείγμα καλής συνεργασίας αλλά και σεβασμού κι εκτίμησης για το έργο σου, αλλά και καλής πράξης ή και χάρης -να το πούμε κι αλλιώς- προς τον επόμενο εργοδότη, πράξης που περίμενε κάποιο αντάλλαγμα με άλλα λόγια, τώρα, ο εργοδότης του, δεν τον έστειλε πουθενά. Απλά, χαιρετήθηκαν εγκάρδια κι έφυγε.
Οπότε, θα έβαζε αγγελία. Θα έγραφε ένα απλό κι ευκολονόητο κείμενο, και θα πουλιόταν. Άλλωστε, ο νόμος, πωλήσεις τέτοιους είδους τις επέτρεπε, δηλαδή ανθρώπου αλλά με την έννοια της εργασιακής του ιδιότητας. Ευτυχώς κι επιτέλους. Αν και οι κλασσικοί τύποι που περιγραφή δεν χρειάζονται, βρωμάνε από μακριά, είχαν χαλάσει τον κόσμο με τις διαδη-λώσεις τους, ο νόμος είχε ψηφιστεί. Επιτέλους. Η αγορά, ελεύθερη. Στ’ αλήθεια.
Οπότε, αυτό θα έκανε. Θα αναρτούσε αγγελία.
Κι εκεί, δεν θα εμφάνιζε καμία από τις πραγματικές του αδυναμίες. Κανένα από τα πραγματικά του μειονεκτήματα. Ήξερε πολύ καλά τι ικανοποιούσε τους πολλούς και εν σειρά δεκαετιών εργοδότες του, και άρα αυτό θα έγραφε. Καιρός να τελειώνει με τα ασφάλιστρά του να πάρει μια αξιοπρεπή σύνταξη. Μόλις 58 χρονών, ακόμη, η μισή ζωή μπροστά του, αλλά εκείνος μπορούσε να πάρει σύνταξη, ήδη. Είχε προτιμήσει ιδιωτική ασφάλιση παρά κρατική. Το οικονομικά βαρύ πακέτο, της αρκετά πρόωρης συνταξιοδότησης, αλλά τα είχε καταφέρει. Σκληρή δουλειά πέραν κάθε ωραρίου, 30 χρόνια τώρα, με τον μισό μισθό να πηγαίνει στην ασφάλεια, αλλά τα είχε καταφέρει, να μπορεί να βγει σε μια αρκετά σεβαστή ως ποσό, να πούμε την αλήθεια, σύνταξη, και πολύ νωρίς.
Την αποζημίωση, αυτό που αν σε απέλυε ο εργοδότης, λέει, ήταν υποχρεωμένος να σε πληρώσει κάποιο ποσόν καθώς έμενες άνεργος εξ αιτίας του, την είχε προλάβει. Την θυμόταν. Γιατί ο πατέρας του είχε κοντέψει να πάει φυλακή μετά από καυγάδες με εργοδότες που είχαν ξεκινήσει να μην πληρώνουν τις αποζημιώσεις από μόνοι τους, χωρίς να περιμένουν την κατάργησή της από τον νόμο. Το τι μάχες γίνονταν στα δικαστήρια μεταξύ εργοδοτών κι εργαζομένων μέχρι τις αρχές του αιώνα, ήταν κάτι το αδιανόητο. Οπότε, έτσι, τώρα πια, και κουνώντας το κεφάλι του σκεπτόμενος το τι τράβαγε ο κόσμος μόλις πενήντα χρόνια πριν, αποφάσισε να πουληθεί. Αλλά σωστά. Δεύτερη φορά που αναγκαζόταν να το κάνει αυτό στην ζωή του, οπότε ας το έκανε σωστά και προσεγμένα. Είχε αρκετές οικονομίες στην άκρη. Δεκαετίες δουλειάς τον είχαν αποζημιώσει. Είχε πληρωθεί καλά. Αλλά κυρίως χάριν της μετρημένης ζωής του, παρόλο τα υψηλά ασφάλιστρα είχε κάνει και το σωστό κομπόδεμα. Οπότε τώρα, τα τελευταία δυο χρόνια εργασίας ας τα πέρναγε μ’ ένα καλό συμβόλαιο. Παχύ και απολύτως προς το δικό του συμφέρον. Κι ας μην έβρισκε άμεσα δουλειά.
Έτσι, κάθισε, και στο φως μιας μικρής λάμπας led, (πολύ χρήσιμες και άκρως οικονομικές αυτές οι καινούριες λάμπες led με τον εξαιρετικής ακρίβειας κατευθυνόμενο φωτισμό καθώς φώτιζαν επακριβώς και μόνο το πληκτρολόγιο), συνέταξε την αγγελία.

Πωλείται μπάτλερ.
Περιγραφή:
Ο μπάτλερ, Μιχαήλ Ζαρδούμπας, έχει ένα βασικό προτέρημα. Είναι και συγγραφέας.
Μην σας ανησυχεί αυτό, όμως, δεν τον εμποδίζει στην δουλειά του. (Άλλωστε ως συγγραφέας εργάζεται μόνο την νύχτα ή στα ρεπό και στις άδειές του.) Ίσα ίσα, του προσφέρει καλλιέργεια κι ευστροφία. Οπότε, σε περιπτώσεις νύστας, η βαθιά και μπάσα φωνή του και οι ιστορίες του, θα σας βοηθήσουν να κοιμηθείτε.
Επίσης, πάσχει από μια μορφή κινητικής αναπηρίας. Όχι ολοκληρωτικής, αλλά περιοριστικής. Οπότε, θα πρέπει να γνωρίζετε πως τις εργασίες του σπιτιού ή και τις εξωτερικές, τις κάμνει ναι μεν στην εντέλεια, αλλά με αμαξίδιο. Μπορεί να σταθεί όρθιος, να φτάσει έναν χυμό σ’ ένα ντουλάπι, φερ ειπείν, να κρεμάσει ένα καινούριο κάδρο, ας πούμε, αλλά γενικά μιλώντας, το σπίτι πρέπει να έχει ένα μίνιμουμ χώρο κίνησης. Κι αυτό είναι όλο. Η φυσική κούραση που επιφέρει μιας τέτοιας μορφής αναπηρία, δεν θα πρέπει να σας απασχολεί, έχει μάθει πολύ καλά και την ξεπερνά μόνος του χωρίς αυτή να εμποδίζει την εργασία του.
Επίσης, είναι δυσκοίλιος. Αν και η δυσκοιλιότητά του δεν είναι ακριβώς δυσκοιλιότητα, αλλά κάποια αταξία εκκένωσης θα ήταν το σωστό, παρόλα αυτά, όμως, αυτή η δυσλειτουργία του τον οδηγεί να χάνει τους χρόνους συχνά πυκνά, αλλά κι αυτό το ξεπερνά γρήγορα και επίσης μόνος του. Οπότε, ούτε αυτό θα το καταχωρούσαμε στα μειονεκτήματα.
Τον αγαπούν τα παιδιά και είναι τρυφερός άνθρωπος, σύμφωνα με τις περιγραφές των πελατών μας οι οποίοι ουδέποτε έμειναν δυσαρεστημένοι.
Σε τιμή, βεβαίως, ευκαιρίας.
Άλλες σημειώσεις: Τρώει πολύ αν και όχι άνω των δύο πιάτων σε κάθε γεύμα. Έχει πολύ χιούμορ αν και όχι καυστικό, μην σας ανησυχεί αυτό, το αντίθετο, είναι πραγματικά ένας διασκεδαστικός άνθρωπος. Τουλάχιστον, και πάλι, οι αναφορές των πελατών μας είναι μία εγγύηση. Δεν πίνει δεν καπνίζει και ουδέποτε είχε σχέση με ναρκωτικές ή άλλες παρεμφερείς ουσίες. Είναι γνώστης εργασιών υλικής φύσης, όπως ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά ή και λίγα χειρωνακτικά. Επίσης, οδηγεί. Αν και μόνον αυτοκίνητο με αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων λόγω της αναπηρίας του. Ούτε αυτό θα το καταχωρούσαμε στα μειονεκτήματα, όμως, μιας που σήμερα, πια, στα τέλη του 21ου αιώνα, αυτοκίνητα με χειροκίνητο κιβώτιο ναι μεν υπάρχουν αλλά ποιοι τα οδηγούν…

Έσβησε την μικρή λάμπα. Η οθόνη έσβησε κι αυτή. Το δωμάτιο φωτίστηκε από ένα χαμηλό φως δίπλα στο κρεβάτι του που άναψε μόνο του.
Δεν του άρεσε η αγγελία. Εδώ έλεγε να μην αναφερθεί στα μειονεκτήματά του και λίγο ακόμη και θα έγραφε και για την παλιά παραμόρφωση του κερατοειδούς του. Μα γιατί; Για να δηλώσει πως ήταν τόσο υψηλή που παρά την από δεκαετίες σταθεροποίησή της, του είχε αφήσει κουσούρι, και την νύχτα, η οδήγηση, του ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη σε σημείο που προτιμούσε να κάνει τις εργασίες που απαιτούσαν οδήγηση μόνο την ημέρα;
Ξάπλωσε κοιτώντας το ταβάνι.
Το έκανε συχνά αυτό, τον βοηθούσε πολύ, ιδίως τώρα στα γεράματα• μάζευε τις σκέψεις και τις μνήμες του. Έκλεισε τα μάτια του.
Ο λόγος που δεν καθόταν να τελειώσει το τωρινό μυθιστόρημά του ποιος να ήταν; Αυτό τον απασχολούσε πολύ. Αν και ήταν κουρασμένος. Αποκοιμήθηκε. Έτσι κι αλλιώς την επόμενη ημέρα είχε τόσες πολλές δουλειές στο σπίτι. Κι ας ήταν το δικό του. Του είχε μείνει συνήθειο. Μάζευε τα πάντα. Μια φορά τον είχε πιάσει μια τρέλα κι άρχισε να μαζεύει και σ’ ένα ξένο σπίτι. Όχι σ’ εκείνο που τότε εργαζόταν, ούτε στο δικό του, ξένο, φιλικό, που είχε πάει για επίσκεψη σ’ ένα ρεπό του. Τον σταμάτησαν μόνο τα γέλια των φίλων του.
Τελικά, αποκοιμήθηκε.
Στον ύπνο του, ή το σωστό είναι, σ’ εκείνα τα δευτερόλεπτα πριν μπεις στον απόλυτο ύπνο, τότε που αφήνεσαι σε εικόνες πραγμάτων που σ’ αρέσουν για να έρθει ο ύπνος να σε βρει καλά να σε πάρει όμορφα, ασχολούνταν με τα δύο χόμπι του: Τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές προσωπικής χρήσης και τις φωτογραφικές μηχανές.
Είτε για το ένα χόμπι είτε για το άλλο, το κριτήριο νούμερο ένα, όσον αφορούσε στην πιθανή εξάσκησή τους, ήταν τα χρήματα.
Για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές προσωπικής χρήσης δεν υπήρχε θέμα, ήταν τόσο φτηνοί τώρα πια στην εποχή του, ώστε ήταν πολύ λίγα τα χρήματα ούτως ή άλλως. Και, είχε και την συγγραφή ως δικαιολογία. Εκεί, έγραφε. Οπότε και εκεί ξόδευε όσα χρειάζονταν.
Με τις φωτογραφικές μηχανές, όμως, δεν ήταν τόσο απλό το ζήτημα. Οι φωτογραφικές μηχανές, πια, σ’ αυτή την εποχή, είχαν χωριστεί σε δύο εμφανώς ξέχωρες κατηγορίες: Στις «επαγγελματικές» και στις «άλλες». Εκείνος ασχολούταν με τις «επαγγελματικές». Στον ύπνο του, σ’ εκείνα τα λίγο πριν τον ύπνο δευτερόλεπτα, τέλος πάντων, έβαζε στην σειρά κάμποσες, τους άλλαζε φακούς και άλλα, και τις εξέθετε. Να τις αγόραζε, αποκλειόταν. Μπορεί λεφτά να είχε αλλά να πάρει από το κομπόδεμα να ρίξει σε μια κάμερα; Για τρελούς ψάχνετε… Οπότε, απλά, τις ονειρευόταν.


2.

Ήταν πολλές δεκαετίες πριν όταν την είχε αντικρύσει για πρώτη φορά.
Μπορεί και τρεις αν και όχι. Δύο είναι το ακριβές. Επακριβώς, δύο. 20 χρόνια πριν. Όταν εκείνος ήταν 38 κι εκείνη 27.
Ποτέ του δεν θα την ονόμαζε πεντάμορφη ή πανέμορφη ή κάπως αντίστοιχα, αλλά ούτε και μία απλά όμορφη κοπέλα. Όχι καθόλου. Άλλωστε, τον γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Τον γοήτευσε. Αυτό είναι το σωστό. Και μετά, αργά αλλά σταθερά, ένιωσε να τον ενσωματώνει. Να γίνεται ένα μ’ εκείνη. Αυτό ήταν το καλύτερο: Ένα. Ο έρωτας μαζί της ήταν κάτι το τελείως ασταθές. Λες και δεν είχε κάνει έρωτα ποτέ ξανά με καμία άλλη γυναίκα. Κάθε φορά που βρισκόταν μαζί της ανακάλυπτε κάτι καινούριο ή έτσι νόμιζε. Πάντως κάθε φορά ήταν καινούρια.
Με τον καιρό, ερωτεύτηκαν πολύ, όχι λίγο, πολύ, έως πάρα πολύ. Το αρχικό στάδιο του θαυμασμού και της κομμένης ανάσας είχε γίνει σκληρή διεκδίκηση. Και αγωνία. Και ζήλεια. Και πάθος που έβαζε φωτιά και διέλυε σώματα. Μια φορά, μάλιστα, κι αυτό δεν θα το ξεχνούσε ποτέ και ως τώρα το θυμόταν χαμογελώντας, αφού κατάφεραν να εγκαταλείψουν το δωμάτιο του ξενοδοχείου για να βγουν έξω να φάνε, είχε νιώσει τα πόδια του να πονάνε στους μυς, και την μέση του κομμένη. Κι όταν της το είχε πει εκείνη του είχε πει «Εμένα να δεις…». Θεέ μου… Γιατί δεν την παντρεύτηκα… Τι το έκανες τόσο πάθος…
Έτσι ήταν μαζί της, όχι λιγότερο. Είχε πέσει μέσα της και είχε προλάβει να πετάξει τα κλειδιά απ’ έξω κλειδώνοντας το σκέπασμα του πηγαδιού από μέσα, αν και δεν είχε καταλάβει ποτέ τέτοιο πράγμα. Το αντίθετο. Πώς ήταν ελεύθερος, θεωρούσε. Αυτό νόμιζε αυτό είχε καταλάβει. Πώς ήταν ελεύθερος. Αλλά δεν ήταν καθόλου. Μα διόλου. Μα μηδέν.
Ούτε κι εκείνος ήξερε με πόσες άλλες είχε βρεθεί κατά την διάρκεια της εξάχρονης σχέσης τους, αν και όχι κάποιο τρελό νούμερο, αλλά με τρεις έως τέσσερεις, σίγουρα.
Εκείνη το καταλάβαινε. Το καταλάβαινε σε σημείο που εκείνος αναρωτιόταν αν μπορεί να διαβάζει την σκέψη, γιατί ένιωθε πως τον είχε καταλάβει, αλλά καθώς έδιωχνε άμεσα την πραγματικότητα μιας σχέσης που απλά θα γινόταν η σημαντικότερη σχέση για την υπόλοιπη ζωή του, παρόλο που το ένιωθε αυτό, την πραγματικότητα αυτή την έδιωχνε.
Τελικά, έγινε το αναπάντεχο. Τον απάτησε με τον καλύτερό του φίλο. Μα δεν ήταν απάτη, ή, τέλος πάντων, πώς να το ονομάσεις απάτη, αν δηλαδή εκείνης ήταν απάτη εκείνου τα επαναλαμβανόμενα σαββατοκύριακα με άλλες γυναίκες, τι ήταν; Απαλλαγές λόγω αφηρη-μάδας;
Εκείνος, πληγώθηκε τόσο βαθιά από την απάτη, που αποφάσισε να την εκδικηθεί. Μάλλον. Ή, δεν αποφάσισε τίποτε, άλλωστε ήταν τόσο ελεύθερος που τι να εκδικηθεί, δηλαδή, αλλά την εκδικήθηκε.
Βέβαια, ίσως να έφταιγε και το γεγονός πως γνώριζε πολύ καλά το πώς, το πότε, και πού, συνέβη η απάτη, αλλά η ελευθερία του έφταιγε. Εκείνη, όμως, και ειλικρινά, και αληθινά πολύ, τον αγαπούσε στα τρίσβαθα της ψυχής της. Τον ήθελε τόσο όσο κανείς ποτέ κανέναν άλλον στον κόσμο. Τον λάτρευε. Οπότε κι εκείνος ήταν τόσο ελεύθερος που δεν την ζήλευε ούτε την διεκδικούσε, αλλά την εκδικήθηκε. Με την πληγή του ανοιχτή αρτηρία να καταβρέχει με κόκκινο έως μαύρο σκοτωμένο αίμα τους πάντες. Τον εαυτό του απ’ σ’ άκρη, κυρίως.
Έκλαιγε εκείνη, τότε, ούρλιαζε κατά καιρούς από πόνο, από τα απανωτά ψαλιδίσματα στην ψυχή της και στο στέρνο της. Λες και είχε από εκείνα τα παλιά αλυσοπρίονα στην φωνή του ήταν, όσο κράτησε η εκδίκηση. Απειλούσε πως θα την προδώσει στους γονείς της και στους φίλους της. Αν και τίποτε δεν υπήρχε περίπτωση να έκανε, αυτό απειλούσε πως θα έκανε. Και δεν την λυπόταν, καθόλου. Τόσο ελεύθερος ήταν, όπως οι φασίστες, σχεδόν, αν και υπερβολικό αυτό.
Τελικά, οι τύψεις ήταν τύψεις. Ήρθαν, απολύτως ακάλεστες, κι άρχισαν να τον κατακρεουργούν ζωντανό, έως ότου τον λυπήθηκαν και τον άφησαν μισό σε αναπηρικό καρο-τσάκι.
Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσε να έχει οποιουσδήποτε από εκείνους τους εξωσκελετούς. Μιας και δεν ήταν και ιδιαίτερα ακριβοί, (ιδίως εκείνοι που δεν συνδέονταν με τον εγκέφαλο αλλά απλά ερμήνευαν τις ελάχιστες, έστω όποιες, κινήσεις των μυών), θα μπορούσε να είχε αγοράσει πολλούς, αλλά εκείνος είχε προτιμήσει κάτι παμπάλαια, ακόμη παραγόμενα, αναπηρικά αμαξίδια. Και μάλιστα, χειροκίνητα, ούτε καν με ηλεκτρική υποβοήθηση ή έστω γυροσκοπικά, όχι καθόλου, εκεί, στον Γολγοθά, μπας και ξεφύγει από το πρόσωπό της το κόκκινο από τα δάκρυα.
Αλλά αυτό δεν το είχε πει ποτέ και σε κανέναν. Όλοι, σε ένα από τα δεκάδες club αναπήρων στο οποίο ήταν γραμμένος κι εκείνος, τον είχαν για κάποιον κλασσικό vintage τύπο, λάτρη των παλαιοπωλείων για να μην πούμε φανατικό συλλέκτη, αν και τίποτε από όλα αυτά δεν ήταν. Απλά, ζητούσε συγχώρεση, από ποιον δεν ήξερε πολύ καλά, εξαιρουμένου του Θεού, βέβαια• πάντως σίγουρα, ζητούσε από εκείνη.


3.

Α, ναι. Το μυθιστόρημα.
Το μυθιστόρημά του, αυτό που έγραφε εδώ και δυο τρία χρόνια, λογικά, θα ήταν το τελευταίο του. Γιατί πόσο να βάσταγε το μυαλό μετά τα 60. Αν και βλακείες σκεφτόταν• ούτε οι χρυσές κάρτες έκπτωσης στα εισιτήρια στα τρένα δεν άρχιζαν πριν τα 65, αλλά εντάξει, εκείνος έτσι το ένιωθε. Γεράματα. Πιθανόν να έφταιγε και η τόσο πρόωρη συνταξιοδότησή του όταν όλος ο άλλος συνομήλικος του κόσμος θα εργαζόταν για περίπου τρεις δεκαετίες ακόμη. Αλλά μήπως καθόταν; Είχε δουλέψει σαν το σκύλο κι είχε ζήσει σαν το μυρμήγκι από τον καιρό που οι άλλοι σπούδαζαν ακόμη… Έκαναν dolce vita στις πρωτεύουσες του κόσμου, θα ήταν το σωστό… Τέλος πάντων…
Εκτός κι αν παράγγελνε τίποτε αναρτήσεις εγκεφάλου σε ρομποτικά σώματα κλπ. Ή και άλλα σχετικά που τα μισά είχαν αποδειχθεί απατεωνιές, με τους πελάτες κάτι φυτά αλλά με πολύ δυνατά χέρια τα οποία διόλου δεν γνώριζαν τι να τα κάνουν.
Όπως και να έχει, έπρεπε να το γράψει. Τα προηγούμενα πέντε είχαν εκδοθεί. Και είχαν μεταφραστεί κιόλας. Και είχαν πουλήσει κάποιες χιλιάδες αντίτυπα. Οπότε οι εκδότες δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Χαμένοι από αυτόν δεν θα έβγαιναν. Τώρα, το πόσα θα έβγαζε ο ίδιος από τα μυθιστορήματά του, δεν απασχολούσε κανέναν. Ούτε και τον ίδιο πιθανότατα. Γιατί ως μπάτλερ, επαγγελματίας μπάτλερ, με βιογραφικό σοβαρό όχι αστεία, οικονομικό ζήτημα δεν φαινόταν να είχε ποτέ. Τώρα πια, ιδίως, μια ανάσα από την σύνταξη, μέχρι να τον πάρει ο Θεός, πραγματικά δεν θα είχε απολύτως κανένα οικονομικό πρόβλημα.
Ως σχετικά γνωστό όνομα, μιλώντας βέβαια για τους λογοτεχνικούς κύκλους όχι για το πλατύ κοινό, αν και απολύτως sui generis τύπος, πάντα κατάφερνε να γραφτούν δυο τρία καλά λόγια για εκείνον, είτε στον έντυπο Τύπο, αυτόν που κυκλοφορούσε ακόμη σε παραδοσιακά καφενεία πιθανόν να συμπληρώνει την εικόνα κάποιας κουλτούρας του 20ου αιώνα, (άλλωστε το παρελθόν ήταν της μόδας, ξανά, μέχρι και για πανάκριβα cd ή dvd έδιναν λεφτά, κάποιοι), είτε στον ηλεκτρονικό. Δικτυακό ή μη.
Α, ναι. Το μυθιστόρημα.
Το μυθιστόρημά του, αυτό που έγραφε εδώ και δυο τρία χρόνια, δεν…
«Εισερχόμενη κλήση από την καταχώρηση “Χριστίνα”.» είπε μια γυναικεία φωνή μέσα στο μυαλό του και διέκοψε τα πάντα. Και τον ύπνο του, και τις φωτογραφικές μηχανές, και την μνήμη της εξάχρονης σχέσης του. Πόσο μάλλον το μυθιστόρημά του που είχε έρθει εκεί μπροστά ζητώντας κάποτε να γραφτεί.
Πετάχτηκε με μια κραυγή. Δυο δευτερόλεπτα μετά, ησύχασε. Άμα ξεχάσω ξανά α-νοιχτό το τηλέφωνο ενώ κοιμάμαι, θα χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο να τελειώνω μια ώρα αρχύτερα. Έμεινε καθιστός στο κρεβάτι. Άκουγε την καρδιά του. Λες να την πάθω την προ-σβολή τώρα; Άντε να δούμε…
«Εισερχόμενη κλήση από την καταχώρηση “Χριστίνα”.» επανέλαβε η φωνή.
Ναι, ρε, παιδί μου! Ναι! Θα απαντήσω! «Παρακαλώ…» απάντησε με βραχνή και απολύτως σβηστή ανάσα.
Η “Χριστίνα”, δεν ήταν καμία “Χριστίνα”, αλλά ο φίλος του ο Μανώλης. «Και στα γεράματα, η φωνή σου παραμένει εκείνο το “Ηρεμήστε και αποκοιμηθείτε μαζί μου.”» Και γέλια.
Αφέθηκε να πέσει πίσω στο κρεβάτι. «Κοιμόμουν, άνθρωπέ μου…»
«Ε, να, δε σου είπα; Αυτό λέω. Μιλούσες στον εαυτό σου και σε πήρε ο ύπνος, ε;» Κι άλλα γέλια.
Άρχισε να γελά κι εκείνος. «Το “Χριστίνα”… Πώς… Γιατί βγήκε “Χριστίνα” στην κλήση;»
«Το τηλέφωνό σου φταίει…»
Κοίταξε το αριστερό του χέρι. Έψαξε το δέρμα του με τα δάχτυλα στο επάνω μέρος του καρπού. «Μα είναι στη θέση του…» Έκλεισε το δεξί του αυτί με το δεξί χέρι, ανασηκώθηκε, έσκυψε κάτω, καθάρισε την φωνή του. «Καταχώρηση “Χριστίνα”.»
Η φωνή απάντησε άμεσα. «Καταχώρηση “Χριστίνα”. Όνομα: Χριστίνα. Επώνυμο: Διόσκουρου. Τόπος κατοικίας…»
«Ευχαριστώ.» είπε καθαρά και κατέβασε το χέρι του. Η φωνή σταμάτησε το ίδιο άμεσα. «Μια χαρά δουλεύει, Μανώλη! Νυχτιάτικα! Παίζεις με τα τηλέφωνα, πάλι, ρε… Λοιπόν… Αφού με ξύπνησες με ξύπνησες… Τι θέλεις;»
Ο Μανώλης ξερόβηξε. «Μου τηλεφώνησε η Χριστίνα, όντως…»
Κατέβηκε από το κρεβάτι αλλά έμεινε καθιστός, εκεί. «Η Χριστίνα η Διόσκουρου σου τηλεφώνησε, εσένα;»
«Μάλιστα…»
Άφησε μια ανάσα να του φύγει. «Ωραία… Και; Με δουλεύεις, έτσι; Με ξύπνησες, επίτηδες, για να μου κάνεις πλάκα, ναι;»
«Όπως ξέρεις, εγώ έχω χόμπι τις πολύ παλιές κινηματογραφικές ταινίες. Εκείνες τις ασπρόμαυρες τις τετράγωνες, των δύο διαστάσεων… Με καταλαβαίνεις, καλέ, ή κοιμήθηκες;» Κι έβαλε πάλι τα γέλια.
«Ναι, κατάλαβα! Σε πλαστική ταινία φιλμ που ήταν φτιαγμένες. Σε παγχρωματικά ασπρόμαυρα, ε; Αυτές που ήταν σε εμουλσιόν πολυεστερική; Ή τις άλλες; Σε κυτταρίνη, που άρπαζαν ακόμη και στον ήλιο;»
«Ναι, ναι, αυτές… Ερώτηση: Εσύ πότε γεννήθηκες;»
«Ξεκίνησε η απώλεια μνήμης… Πώς σε είπαμε εσένα; Μανώλη;»
«Έλα, μωρέ, πες μου!»
«Το 2014.»
«Έχεις παρακολουθήσει ποτέ σου καμμιά τέτοια; Προβολή εννοώ, τέτοιας, σε αίθουσα μεγάλη, έχεις παρακολουθήσει;»
«Όχι…»
«Εγώ, όμως, ναι…»
«Το φαντάζομαι…»
«Εσύ που αγαπάς την φωτογραφία δεν έχεις παρακολουθήσει ποτέ σου σε μεγάλη αίθουσα, προβολή τετράγωνης κινηματογραφικής ταινίας δύο διαστάσεων, αποτυπωμένης σε πλαστικό φιλμ;»
«Ναι• την φωτογραφία αγαπώ, άνθρωπε, όχι τα εκθέματα μουσείων. Δεν έχω ασχο-ληθεί με την Ιστορία… Ό,τι ξέρω από τις εγκυκλοπαίδειες… Επειδή εσύ έχεις την τρέλα σου… Ναι. Αυτά με την Χριστίνα τι σχέση έχουν;»
«Η Χριστίνα μου τηλεφώνησε και μου είπε να πάμε να παρακολουθήσουμε μια προβολή μιας τέτοιας ταινίας σε μεγάλη αίθουσα, στην οποία, λέει, συμμετείχε ο παππούς της. Ελπίζω όχι ο προπάππους της και τα έχει μπερδέψει.» Κι έσκασε στα γέλια.
«Δεν σε πιστεύω…»
«Ε, καλά… Μα, γιατί σου κάνει τόση εντύπωση; Σε Μουσείο θα είναι. Θα πάρεις και τον καφέ σου αν θέλεις να τον πίνεις εκεί.»
«…»
«Εννοείς πως αν δεις την Χριστίνα μετά από πόσα χρόνια δεν θυμάμαι, θα λιγοθυμήσεις από το πάθος; Μια υπέροχη 50άρα είναι, δε λέω… Κορμάρα είναι για 50… Κι έχει κάνει και τα αισθητικά της… Γκομενάρα να λέμε την αλήθεια, τώρα, δηλαδή…»
«50 λες πολλά, λιγότερα πρέπει…»
«Ε, καλά, 47, εντάξει τώρα;» Κι άρχισε πάλι το ξερό γέλιο.
«…»
«Με το αμαξίδιο θα εμφανιστείς;» Και το γέλιο του είχε γίνει αυτό που κάποιος χτυπιέται καθιστός. «Δηλαδή, έναν εξωσκελετό να θυμίζεις έστω ξεπεσμένο μισθοφόρο, δεν τον ήθελες… Μόνο εκεί, ρομαντικό καροτσάκι… Τι να σου πω… Τα ’θελες και τα ’παθες…»
«…»
«Μήνυμα κειμένου από την επαφή “Μανώλης”.» είπε η φωνή.
Έκλεισε πάλι το αυτί του. «Διάβασέ το.»
«Γεωγραφικά δεδομένα;» ρώτησε η φωνή.
«Όχι.»
«15 Οκτωβρίου 2072, Μουσείο Τεχνών, ώρα 18 και 45, κινηματογραφική αίθουσα 4, σειρά 8, θέση 24. Απαιτείται επιβεβαίωση.»
«Επιβεβαιώνω.»
«65 ευρώ.»
Α, τον μαλάκα τον Μανώλη… «Ναι.»
«Η κράτησή σας ισχύει. Καλή διασκέδαση.»
Κατέβασε το χέρι του.


4.

Η Αθήνα γυάλιζε από την απαλή βροχή μισής ώρας πριν. Και κρύο δεν έκανε. Ούτε φύσαγε. Απόλυτο το φθινόπωρο, φέτος.
Την λεωφόρο την είδε να ξεπροβάλει εμπρός του πίσω από τα διπλά τζάμια της πόρτας του ανελκυστήρα του Μετρό. Εύκολη η κύλιση στο υγρό πεζοδρόμιο. Φορούσε μόνο ένα σχετικά παχύ μπουφάν και απολάμβανε την νύχτα που ερχόταν. Έβαλε τ’ ακουστικά του. Πολύ παλιά ακουστικά, ανοιχτά, μεγάλα, κάλυπταν τ’ αυτιά και κάθονταν πάνω στα μαλλιά. Όχι πως ασχολούταν κανείς με την εικόνα του, αλλά όπως και να έχει, αν κάποιος τον παρα-τηρούσε, το παράξενο αν όχι το εξωγήινο θα του περνούσε από το μυαλό. Αλλά τον Μιχάλη τέτοια πράγματα ουδέποτε τον απασχόλησαν.
Η μουσική έκλεινε όλους τους άλλους ήχους κι όπως κυλούσε ήσυχα ανάμεσα στους διαβάτες ήταν ένα σλάλομ σχεδόν πάνω σε ήρεμη θάλασσα. Χαμογελούσε μόνος του.
Πέρασε από ένα πάρκο γεμάτο με νέους ανθρώπους που βάδιζαν γρήγορα ή φιλιόνταν καθισμένοι στα τσιμεντένια παγκάκια, και σταμάτησε σε μια βιτρίνα με ρούχα. Σταμάτησε και στράφηκε 180 μοίρες να μπορεί να την βλέπει ευθεία. Ολόκληρη. Προχώρησε ελάχιστα να μην εμποδίζει τους πεζούς και κλείδωσε τους τροχούς κι ακινητοποιήθηκε, εκεί.
Τα ολογράμματα των μοντέλων που επιδείκνυαν τα ρούχα τον πήραν είδηση. Άρχισαν να κινούνται δεξιά κι αριστερά και πάνω κάτω αλλάζοντας χρώματα, ρούχα, και σχήματα, αλλά σαν κάτι να μην κατάφερναν. Πάντα του άρεσε αυτό, το έκανε και στα ρεπό του, να δοκιμάζει τα ολογράμματα στις βιτρίνες.
Μια φορά, σε μια βιτρίνα με ζωντανά μοντέλα, με ανθρώπους, δηλαδή, ένα αγόρι τον κοίταξε θυμωμένο, άνοιξε το ηχείο να μπορεί ο Μιχάλης να το ακούει, πήρε το μικρόφωνο και είπε «Σας ζητάμε συγγνώμη, αλλά ρούχα για ανάπηρους δεν έχουμε!» Δυνατά. Κι έκλεισε το μικρόφωνο, άνοιξε την πόρτα της βιτρίνας πίσω του, και την βρόντηξε εγκαταλείποντας την θέση του. Ο Μιχάλης έκανε νόημα Ευχαριστώ βάζοντας το χέρι του στο στήθος κι έφυγε.
Τώρα, όμως, στα ολογράμματα, θα τους άλλαζε τον αδόξαστο.
Μετά από λιγότερο από μισό λεπτό, ένα από τα ολογράμματα, μια αδιανόητης ο-μορφιάς κοπέλα, με κόκκινα μακριά μαλλιά πιασμένα πίσω, αλλά γλυκά δεμένα, καθόλου σκληρά, ίσα έτσι να λυθούν μ’ ένα άγγιγμα όποιου ερωτευμένου, κι απαλά κόκκινα, όχι εκείνο το γυαλιστερό του πλαστικού, και μάτια στο χρώμα του ώριμου κορμού δέντρου, και με λευκό λείο δέρμα, και με μια οδοντοστοιχία που αντίστοιχη δεν πρέπει να υπήρχε στην οι-κουμένη, αυτές τις οδοντοστοιχίες κοσμήματα, γονάτισε, άρχισε ν’ αναβοσβήνει, έμεινε τελι-κά αναμμένη, άρχισε να κουνά το κεφάλι αλλά ο λαιμός της μάκρυνε, αλλά μπήκε ξανά στην θέση του, ενώ το σώμα της σηκώθηκε από το γονάτισμα και πήρε το σχήμα του Μιχάλη στο αμαξίδιο, αλλά χωρίς αμαξίδιο να κάθεται, του χαμογέλασε, άλλαξε αστραπιαία ρούχα κι έμεινε μόνο μ’ ένα φανελάκι, λευκό εφαρμοστό να τονίζει το ούτως ή άλλως αριστουργημα-τικό στήθος και μέση, ακούμπησε τα χέρια με τους αγκώνες στα γόνατα, και μια ευλύγιστη ταμπλέτα εμφανίστηκε στα δάχτυλά της.
Ο Μιχάλης άρχισε να γελά δυνατά. Αυτή θα κάνει κακά της σε λίγο! Και συνέχισε να ξεκαρδίζεται.
Το ολόγραμμα έσβησε τελείως. Τα άλλα ολογράμματα άναψαν κι έσβησαν κι έμειναν όρθια ακίνητα με τα αρχικά τους ρούχα, όπως όταν απέναντι στην βιτρίνα δεν ήταν κανείς.
Η πόρτα του καταστήματος άνοιξε και μια κοπέλα αληθινή βγήκε και πήγε προς τον Μιχάλη. Αντίστοιχης ομορφιάς με το ολόγραμμα. Αλλά, αληθινή. Η ίδια. Το ολόγραμμα μάλλον βασιζόταν σε μία αληθινή ή η αληθινή ήταν το ολόγραμμα. Ο Μιχάλης, χάζεψε. Δεν τον απασχολούσε η πραγματικότητα.
Η κοπέλα έσκυψε απαλά επάνω του. «Συγχωρήστε μας, αλλά…» και του έδειξε μ’ έναν στενάχωρο μορφασμό την βιτρίνα «Δεν έχουμε περίπτωση αναπήρου με αμαξίδιο στην βάση δεδομένων μας… Συγγνώμη…» Πήγε πίσω στην πόρτα. «Ελάτε, όμως, μέσα, κάτι θα βρούμε, ελάτε…» και του κράτησε την πόρτα ανοιχτή.
Ο Μιχάλης, συνέχισε να την χαζεύει. Δεν είναι αληθινή… Δεν είπε τίποτε. Ούτε ευχαριστώ. Αλλά ξεκλείδωσε τους τροχούς και κατευθύνθηκε προς τα μέσα.
Το κατάστημα ολόφωτο. Πολύχρωμο. Με δεκάδες καθρέφτες. Ο Μιχάλης είχε κατεβάσει τ’ ακουστικά από τ’ αυτιά λίγο πριν, οπότε μπορούσε ν’ ακούει την γλυκιά πολύ ελαφριά μουσική που τον ακολουθούσε παντού. Δυο τρεις άνθρωποι ψαχούλευαν τα ρούχα. Άλλη μία υπάλληλος βοηθούσε. Ο Μιχάλης ακολουθούσε την κοπέλα. Τον πήγε πιο μέσα, σ’ έναν χώρο με πολλά πουκάμισα και παντελόνια. Στάθηκε πίσω από έναν πάγκο. «Εεεε… Τι νούμερο παντελόνι, φοράτε; Θέλετε να βρούμε ένα παντελόνι;» Τον κοίταζε τόσο χαμογελαστά και φωτεινά που ο Μιχάλης λέξεις δεν έβρισκε.
Του χαμογέλασε κι άλλο. Δαγκώνοντας τα χείλη με την γκριμάτσα εκείνης που κάτι σκέφτηκε. «Μήπως, ένα πουκάμισο;»
«Ένα ζευγάρι παπούτσια, ήθελα…» είπε ο Μιχάλης, κι έσκυψε, πάτησε στο δάπεδο, δίπλωσε τα στηρίγματα του αμαξίδιου, και σηκώθηκε όρθιος φτιάχνοντας τα ρούχα του.
Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της διάπλατα. Άφωνη. Του έτεινε το χέρι της.
Ο Μιχάλης έπιασε το χέρι της και βημάτισε προς τον πάγκο. Ένιωσε την ζέστη του χεριού της. Τελικά, είναι αληθινή… Στηρίχθηκε εκεί κι έμεινε όρθιος. Την κοίταξε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. «Τα φαινόμενα απατούν! Έλεγαν παλιά…»
Εκείνη χαμογελούσε ποιο πολύ.
Ο Μιχάλης στηρίχτηκε στο χέρι της. Την ένιωσε να βάζει δύναμη. «Ελπίζω να μην σε ρίξω κάτω…»
«Όχι, δεν έχω ανάγκη… Αλλά… Πώς;»
Την διέκοψε. «Αυτό που έχω δεν με κρατά κολλημένο κάτω, μπορώ και βηματίζω ή απλά μπορώ να σηκώνομαι όρθιος, δεν μπορώ να περπατήσω χωρίς στήριγμα, όμως…» Την κοίταξε στα μάτια. «Δεν θα μ’ έκανες παρέα, άρα…» Και γέλασε γλυκά.
«Δεν ήθελα να ρωτήσω αυτό αλλά δεν πειράζει… Μα…»
«Τι ήθελες να ρωτήσεις…»
Στάθηκαν όρθιοι χωρίς να πηγαίνουν κάπου, χωρίς να δοκιμάζουν κάτι, χωρίς να κάνουν το οτιδήποτε. Απλά, μιλούσαν. Ο Μιχάλης, δηλαδή, την έτρωγε με τα μάτια, είναι το σωστό.
«Ήθελα να ρωτήσω• μα γιατί δεν χρησιμοποιείτε εξωσκελετούς; Έχω δει δεκάδες με εξωσκελετούς. Ακόμη και για βοηθητικούς τους χρησιμοποιούν κάποιοι. Εσείς, γιατί όχι;»
Της έδειξε το αμαξίδιο. «Μ’ αρέσει αυτό εδώ…»
«Καπνίζετε κιόλας;» Και γέλασε απαλά.
«Όταν μου είπες την λέξη “αμαξίδιο” απόρησα που την γνώριζες, ή… Α! Ναι… Η βιτρίνα…»
«Ε, ναι, ναι…»
«Μα, τότε, πώς και η βιτρίνα δεν διάβασε… Α! Ναι…» Γέλασε μόνος του. «Τα έχω κλειστά! Ναι… Κάμποσα προσωπικά δεδομένα τα έχω κλειστά…»
«Διόλου παράδοξο για έναν άνθρωπο που κυκλοφορεί με αναπηρικό όχημα αντίκα…» Του έδειξε προς την πλευρά των παπουτσιών. «Δεν κοιτάξαμε, τελικά…»
Πήγαν προς τα εκεί όπου ήταν τα παπούτσια, κι αφού ο Μιχάλης κατάφερε να συγκεντρωθεί στα παπούτσια και όχι στην πλάτη της, αποφάσισαν για ένα συγκεκριμένο παχύ και μάλλον πολύ ζεστό.
Την είδε να βγάζει μια μικρή ταμπλέτα από τη τσέπη της. «Δεν έχουμε το νούμερό σας, δυστυχώς, οπότε θα πρέπει να μου πείτε τα στοιχεία σας μια που τα έχετε κλειστά… Αλλιώς πώς να το παραγγείλω…»
Η φωνή μέσα στο κεφάλι του τον ανάγκασε να σκύψει. «Καινούρια επαφή. “Χριστίνα Διόσκουρου.” Επιχειρηματική.»
Έκλεισε πάλι το αυτί. «Μην διαβάσεις. Καταχώρησε.»
«Δύο επαφές “Χριστίνα Διόσκουρου”. Μία επιχειρηματική μία ιδιωτική. Να τις συγχωνεύσω;»
«Όχι.»
«“Χριστίνα Διόσκουρου”. Επιχειρηματική. Καταχωρήθηκε.»
Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Χωρίς ανάσα. «Πώς σε λένε;» πανέμορφή μου; Αλλά το τελευταίο μόνο το σκέφτηκε.
Η κοπέλα, απόρησε. «Χριστίνα Διόσκουρου. Γιατί;»
«Την γιαγιά σου; Πώς την λένε;» Τι μαλακίες λέω; Είναι μεγάλη για εγγονή της… Κι η άλλη είναι πολύ μικρή για να έχει εγγόνια…
Η Χριστίνα, χαμογέλασε γλυκά. «Δεν έχω το ίδιο όνομα με την γιαγιά μου…»
Ε, εντάξει. Οι ομορφότερες γυναίκες του κόσμου δεν είναι απαραίτητο να είναι και συγγενείς ακόμη κι αν μοιάζουν… «Α! Καλά τότε…» Και γύρισε βηματίζοντας για το καροτσάκι του.
Η Χριστίνα, τον ακολούθησε κι αφού τον άφησε να καθίσει στάθηκε εμπρός του. Σταύρωσε τα χέρια της. «Η γιαγιά μου είναι σαν κι εμένα;»
Ο Μιχάλης χαμογέλασε με ανοιχτό το στόμα. «Η γιαγιά σου είναι μάλλον μικρή, τελικά, κατά πώς τα σκέφτηκα, για να είναι γιαγιά σου, για να είναι γιαγιά, γενικά, εδώ που τα λέμε, αλλά όχι, όπως και να έχει, δεν είναι σαν κι εσένα… Είσαι αιώνες ομορφότερη.»
Έκλεισε τα μάτια της και τα άνοιξε ξανά. Αλλά με μια καθυστέρηση στο άνοιγμα. «Ευχαριστώ πολύ.» Ένα δευτερόλεπτο. Πήρε μια γκριμάτσα χαμογελαστή κι ερωτηματική. «Και πόσο χρονών είναι η μικρή γιαγιά μου;»
Θεέ μου.. «Πιθανολογώ κάτω από 50…»
«Α! Ε, πώς φανταστήκατε να είναι γιαγιά μου; Μα, υπάρχουν γιαγιάδες 50 χρονών;» Έκρυψε το γέλιο της με το χέρι. «Κι εκτός αυτού, είμαι 35 χρονών! Πάσχουν από αριθμητική οι σκέψεις σας! Τουλάχιστον!»
Θεέ μου… «Και πού να ξέρω πόσο χρόνων είσαι;»
Του χαμογέλασε βαθιά και πήγε προς την πόρτα της εξόδου. «Σωστά. Δεν αφήσατε το τηλέφωνο να σας διαβάσει τα προσωπικά στοιχεία της επαφής! Χα! Χα!» Και του άνοιξε την πόρτα. «Σε ένα με δύο ημέρες τα παπούτσια σας θα είναι εδώ. Να σας τα στείλω κάπου; Θα έρθετε ο ίδιος; Πώς θα γίνει;»
Σκέψεις άλλες δεν είχε, ούτε καν εκείνες τις μονολεκτικές επικλήσεις του Θεού είχε, κι οι λέξεις που βρήκε, τελικά, δεν ήταν και τίποτε το σπουδαίο. «Θα τηλεφωνήσω. Στην ειδοποίησή σου, θα τηλεφωνήσω και θα κανονίσουμε. Μην ανησυχείς.»
Καθώς η πόρτα έκλεισε πίσω του είδε την Χριστίνα στην βιτρίνα, σε ολόγραμμα, αυτή τη φορά ήταν η ίδια και όχι ολόγραμμα που της έμοιαζε, να του χαμογελά και να τον χαιρετά. Πιθανόν ως τυπικό χαρωπό αντίο σ’ έναν συμπαθητικό πελάτη. Πιθανόν να ήταν στους τύπους του μαγαζιού αυτός ο αποχαιρετισμός. Πιθανόν και όχι.
Φόρεσε τ’ ακουστικά του. Εξωσκελετούς έχουμε, αποικία στην Σελήνη έχουμε, αεροπλάνα υπερηχητικά δυο τρεις φορές τον ήχο, έχουμε, τρένα στα 500 την ώρα, έχουμε, ιπτάμενα αυτοκίνητα, εκείνες τις γελοίες κατασκευές, έχουμε, φάρμακα ακόμη δεν έχουμε, και μια μηχανή του χρόνου, Θεέ μου… Μια μηχανή του χρόνου… Θεέ μου…


5.

Στο Μουσείο έφτασε ακριβώς την ώρα που έπρεπε. Ούτε η Χριστίνα ήταν εκεί ούτε ο Μανώλης. Πήγε ευθεία για την αίθουσα αφού αγόρασε έναν καφέ από το μπαρ. Το μπαρ ήταν παλιό, κλασσικό, αντίκα θα ήταν το σωστό. Όπως στις κινηματογραφικές αίθουσες του 20ου αιώνα. Όπως, λογικά, θα ήταν αυτές, βέβαια, γιατί εκείνος δεν τις είχε γνωρίσει ποτέ. Ο κόσμος ήταν όρθιος και πολλοί κρατούσαν τα ποτήρια τους στο χέρι. Ειδική εξυπηρέτηση για αμαξίδια δεν είχε. Λογικό. Δεν πρέπει να είχαν τέτοιο πράγμα στον 20ο αιώνα στην Αθήνα. Μάλλον, δηλαδή, αλλιώς δεν δικαιολογείται. Εκείνον δεν τον ένοιαζε, όμως. Εφόσον μπο-ρούσε να σταθεί όρθιος δεν τον απασχολούσε. Αγόρασε, λοιπόν, τον καφέ, κάτι περίεργες πατάτες σε σακουλάκι κομμένες σε εκπληκτικά λεπτές φέτες, όλα προϊόντα “όπως ήταν” γι’ αυτό και πανάκριβα, και κάθισε στην αριθμημένη θέση του. Στην θέση του έφτασε κουτσαί-νοντας, γραπώνοντας τις πλάτες των καθισμάτων, και με προσπάθεια, αλλά έφτασε. Το αμα-ξίδιο το δίπλωσε και το άφησε πίσω στην είσοδο. Στα Μουσεία δεν έκλεβαν. Ευτυχώς. Μπερ-δεύαν την θυσία για την τέχνη με την σωματική κόπωση, τον 20ο αιώνα, κατά τα φαινόμενα… Μιχάλη! Γιατί, ρε…
Η Χριστίνα τον φώναξε ενώ είχε αρχίσει ήδη να βαδίζει για την δίπλα σ’ εκείνον θέση. Στράφηκε να την κοιτάξει, αργά, δήθεν αφηρημένος. Α… Η Χριστίνα… Πόση ομορφιά…
Εκείνη, κάθισε δίπλα του. Τον κοίταζε. Εξαίσια. Πανέμορφη. Τόσο όμοια με την Χριστίνα του καταστήματος αν και καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερη, που γινόταν λίγο περίεργο. Δεν του μιλούσε.
Την κοίταζε κι εκείνος. Χαμογελαστά. Ούτε εκείνος μιλούσε. Αν έχετε και την ίδια φωνή κάτι συμβαίνει εδώ και θέλω να διαπιστώσω ποιος μου κάνει πλάκα…
Η Χριστίνα, μίλησε πρώτη. «Έχεις να με δεις τόσα χρόνια και…»
Την διέκοψε βάζοντας το πρόσωπό της ολόκληρο ανάμεσα στα χέρια του φιλώντας την σταυρωτά στα μάγουλα, αλλά ήταν σαν να της έδινε δυο φιλιά στο στόμα. Τόσο κοντά στα χείλη την φίλησε. Την άφησε. Κάθισε πίσω κοιτώντας την. Δύο δευτερόλεπτα ησυχίας. «Ο χρόνος είναι σαν να μην περνά από μέσα σου. Είναι σαν να περνά δίπλα σου.»
«Ούτε εσύ αλλάζεις… Καθόλου δεν αλλάζεις…»
«Πώς δεν αλλάζω… Εννοείς πως μπάτλερ ήμουν μπάτλερ θα συνταξιοδοτηθώ; Σωστά…»
Δεν του απάντησε, τον κοίταζε.
Εκείνος, σήκωσε το κεφάλι του να δει την είσοδο. «Ο Μανώλης;»
«Δεν νομίζω πως θα έρθει ο Μανώλης, τελικά. Κάτι του έτυχε, μου είπε.»
Βολεύτηκε στο κάθισμά του. Γύρισε εμπρός του. «Α, εντάξει…» Όλο στημένο είναι… Στα γεράματα τρεχάματα…
Χαμήλωσαν τα φώτα.
Στράφηκε προς εκείνη. «Γιατί σβήνουν τα φώτα; Πολύ μ’ αρέσει. Θα γίνει κάτι πονηρό, τώρα;» Κι άρχισε να γελά.
Η Χριστίνα έσκυψε και του μίλησε ψιθυριστά στο αυτί. «Πρώτον, στις κινηματογραφικές αίθουσες ταινιών σε φιλμ, ο κόσμος μιλούσε σιγά. Και τώρα σιγά μιλούν, υποτίθεται, αλλά επειδή οι περισσότεροι προτιμούν τ’ ακουστικά… Οι θεατές, όπως τους λένε, και τους έλεγαν, μίλαγαν σιγά. Δεύτερον, οι ταινίες σε φιλμ, αν και όχι μόνο, αλλά γενικά…» Σταμάτησε απότομα. Ανακάθισε. Στράφηκε προς εκείνον ολόκληρη. Του μίλησε λίγο δυνα-τότερα. «Δηλαδή, έχω μια απορία. Σε αίθουσα μεγάλης προβολής δεν έχεις πάει ποτέ; Τρισ-διάστατη, απλή, εικονικής πραγματικότητας, με γυαλιά προσαυξημένης, ό,τι, τέλος πάντων, δεν έχεις πάει ποτέ; Κινηματογραφικό έργο σε μεγάλη αίθουσα, κινηματογράφο, δεν έχεις δει ποτέ; Θέατρο; Όπερα; Συναυλία;»
Της χαμογέλασε. «Όχι… Θέατρο και όπερα, ναι. Και συναυλίες έχω πάει… Εννοείται… Μα τι με ρωτάς σαν να είμαι από άλλο πλανήτη;»
Δεν του απάντησε.
«Αλλά για ταινίες… Όχι… Δεν έχω πάει ποτέ.»
«Μόνο στο σπίτι τις βλέπεις τις ταινίες και τα έργα;»
«Ναι… Έχω μια πανάκριβη οθόνη που δεν νομίζω πως την φαντάζεσαι…»
«Για όνομα του Θεού…»
«Μ’ ενοχλεί αυτό που κάνεις.»
«Συγγνώμη, αλλά είσαι και συγγραφέας…» Κάθισε στην θέση της, κανονικά. Τον κοίταξε χαμογελώντας. «Πες μου τι κάνεις.»
«Μα μου είπες να μην μιλώ…»
«Πάρε με αγκαλιά και πες το μου στο αυτί…»
Έξι χρόνια αγκαλιά σε είχα… Γιατί δεν σε παντρεύτηκα; Τι κρίμα… Την αγκάλιασε. Την έβαλε ολόκληρη στην αγκαλιά του. «Κάνω τον μπάτλερ που είναι συγγραφέας και που δεν κατάφερε να κρατήσει την γυναίκα της ζωής του. Δηλαδή κάνω έναν κακό συγγραφέα αλλά έναν καλό μπάτλερ.»
«Ουδέποτε κατάλαβα γιατί επέλεξες να γίνεις μπάτλερ… Αν και ήσουν πολύ νέος όταν ξεκίνησες, οπότε και θεώρησα πως θα αλλάξεις επάγγελμα, μετά, όταν σε παρακολουθούσα να μην αλλάζεις, δεν το καταλάβαινα, αν και το έχουμε συζητήσει ξανά… Παμπάλαιο επάγγελμα οι μπάτλερ, άλλων αιώνων… Βέβαια, κάποιο λόγος θα υπάρχει που υπάρχουν ακόμη… Όσον αφορά εσένα ίσως να είναι και αυτή η μανία σου με το παλιό, όχι το Μουσειακό, το παλιό, της αντίκας, φοράς και κοστούμι μπάτλερ απ’ ότι ξέρω, ε;» Και γέλασε ελαφρά.
«Μ’ αρέσουν οι συζητήσεις με σιγανή φωνή, είναι τρυφερές ανεξαρτήτως αντικειμένου. Να έρθουμε ξανά στον κινηματογράφο.»
Δεν του απάντησε.
«Οι μπάτλερ, λοιπόν, είναι στάση ζωής, είναι φιλοσοφία, είναι εσωτερική ανατροφή και πολιτισμός, είναι προσφορά επιπέδου θυσίας, είναι αφιέρωση στον άνθρωπο τον μοναχικό ή και στην οικογένεια, απολύτως περισσότερη από των γονιών των ίδιων. Οι μπάτλερ δεν είναι υπηρέτες. Μέγα λάθος αυτό για όσους το πιστεύουν ακόμη. Αυτή η εργασία μου επέτρεψε να μάθω να μετρώ τα πάντα στην ζωή μου, να κατευνάζω πάθη, να ζω με στόχους, να γνωρίζω την ηθική και την ευθύνη, να είμαι και γονιός… Ας μην το ξεχνάμε αυτό…»
«Ούτε κάτι τυπικοί πάστορες δεν κάνουν τέτοιες αναλύσεις… Πλάκα κάνεις, ε; Το συνηθίζεις εσύ… Βασικά έβγαζε καλά λεφτά η δουλειά ενώ ταυτόχρονα είχες σπίτι να μένεις και ώρες να μπορείς να γράφεις κι όλα τ’ άλλα είναι επιμελείς και προκατασκευασμένες χαζομάρες να γελούν οι φίλοι σου… Αλλά τι περίεργος ρόλος επαγγελματικής ζωής… Να! Αυτό να είναι το καινούριο σου μυθιστόρημα! Μια αυτοβιογραφία ενός μπάτλερ! Ανάπηρου κιόλας! Χα! Χα! Θα γίνεις εκατομμυριούχος! Να κατευνάζεις πάθη;» Τον κοίταξε για δευτερόλεπτα και μετά κοίταξε κάτω.
Δεν της απάντησε.
«Η υγεία σου;»
«Α! Ποιο; Το καροτσάκι; Α! Τι να πω, ο Θεός αποφάσισε πως δεν έχω λόγο να περπατώ πια οπότε μου έδωσε αυτό. Να κυλώ.» Ξέσπασε σε γέλια. «Καταπληκτικός ο Κύριος…»
«Εξωσκελετό; Όχι, ε; Εκεί, στον Γολγοθά…»
Αυτό θέλεις; «Θέλεις; Άμα θέλεις εσύ αγοράζω έναν αύριο.»
Του χαμογέλασε. Του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
Η ταινία ξεκίνησε. Ασπρόμαυρη. Ο ήχος μονοφωνικός. Η πρώτη σκηνή. Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννη μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο ακίνητο. Ο Μαστρογιάννη τακτο-ποιεί μέσα. Ανοιγοκλείνει ντουλαπάκια. Καθαρίζει το μπροστινό κρύσταλλο. Κυκλοφοριακή συμφόρηση. Κομφούζιο αυτοκινήτων. Αρχίζει ν’ αναπνέει δύσκολα. Άγχος αδιανόητο. Πα-ράδοξες φιγούρες στα άλλα αυτοκίνητα. Κάτι ανάποδα σώματα κρέμονται από τα παράθυρα ενός λεωφορείου. Αρχίσουν να βγαίνουν καπνοί από τον κινητήρα του αυτοκινήτου του. Προσπαθεί ν’ ανοίξει να βγει. Δεν τα καταφέρνει. Οι επιβάτες των γύρω αυτοκινήτων ονειρικές υπάρξεις εφιάλτη. Φάτσες χαραγμένες ως ψυχές χωρίς τίποτε μέσα τους. Ο Μαστρογιάννη βγαίνει από το αυτοκίνητο αλλά πετά. Ανεβαίνει προς τον ουρανό. Υψώνεται ως μπαλόνι θερμού αέρα.
«Ποιο έργο είναι αυτό; Πω πω… Μονοφωνικό, δισδιάστατο, ασπρόμαυρο, τετράγω-νο… Καταπληκτικό… Εφιάλτης είναι; Θρίλερ; Δεν κουράζονταν να βλέπουν, έτσι;»
Η Χριστίνα τραβήχτηκε απότομα από την αγκαλιά του και τον κοίταξε. Ίσα που θα του έκλεινε το στόμα. «Όχι δεν κουράζονταν. Αυτό το έργο είναι το Οκτώμιση. Σε σκηνοθε-σία του Φεντερίκο Φελίνι. Ιταλία, μέσα του 20ου αιώνα. Δύο Όσκαρ πήρε αυτό που βλέπεις. Θα έπρεπε να σ’ ενδιαφέρει να το δεις. Με την τέχνη έχει να κάνει. Ο πρωταγωνιστής, ο ήρωας, ένας σκηνοθέτης είναι, δημιουργός, καλλιτέχνης, κι εσύ συγγραφέας δεν είσαι;» Σταμάτησε. Τον κοίταζε. Γύρισε ξανά μπροστά της. «Αυτό το μαθαίνουν στις σχολές στην Ιστορία της Τέχνης, αν θες να ξέρεις.»
«Τι; Οκτώ και μισή;»
«Οκτώ, μισή, οκτώμιση. Ο τίτλος είναι… Πρωταγωνιστεί ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννη. Εξαίρετος ηθοποιός του 20ου αιώνα.»
«Οκτώμιση ώρες κρατάει;» Αλλά την άρπαξε το ίδιο απότομα όπως εκείνη είχε φύγει και την έκλεισε ξανά στην αγκαλιά του.
Τον κλώτσησε στο πόδι. Επίτηδες. Απαλά, όμως. Με νάζι.
Ούτε ο παππούς της παίζει, ούτε ο προπάππους της, ούτε τίποτε… Στημένο, όλο. Θα την παντρευτώ, τελικά, στα 58. Μέγας είσαι, Κύριε.


6.

Η Αθήνα, ήταν ακόμη υγρή. Αν και μόλις. Πιθανόν να είχε ψιχαλίσει όση ώρα ήταν στην αίθουσα.
Κυλούσε δίπλα της. Ήσυχα.
Εκείνη, σταμάτησε σ’ ένα τσιμεντένιο παγκάκι πενήντα μέτρα μετά την έξοδο. Κάθισε. «Σου άρεσε;»
Εκείνος, έφτασε, σηκώθηκε από το καροτσάκι και κάθισε δίπλα της. «Ναι… Ναι… Κάπνιζαν όλοι… Κάπνιζε ο κόσμος, τότε… Και τα Ιταλικά, τι γλώσσα… Πάντα μου άρεσαν τα Ιταλικά…»
«Καλέ μου…» Τον χάιδεψε στα μαλλιά. «Το έργο, λέω, σου άρεσε;»
«Ναι, βέβαια… Εκπληκτική μαρτυρία εποχής… Ιστορικό, εκπληκτικό… Να σου πω, τα αυτοκίνητα τα είδες πώς ήταν; Πώς τα οδηγούσαν αυτά τα πράγματα;» Έβαλε το χέρι του στο σβέρκο της. Το αγκάλιασε ολόκληρο. «Απλά… Τι νόημα είχε; Όχι, εννοώ… Ποιο το story, εννοώ. Η επιστροφή σε όσα ένιωθε; Επειδή αρρώστησε; Όχι, εντάξει, κατάλαβα…»
Ένας ψηλός τύπος μ’ ένα μακρύ κασκόλ τους προσπέρασε.
Ο Μιχάλης τον έδειξε με τα μάτια. «Αυτός μάλλον το κατάλαβε το έργο… Όχι, εννοώ, του άρεσε… Όχι, εννοώ, του μίλησε…» Και ξέσπασε σε γέλια.
Η Χριστίνα στράφηκε κι έβαλε τα πόδια της πάνω στα δικά του. «Πω… πω… Ανυπο-χώρητος είσαι, βρε, παιδάκι μου… Μια ζωή, έτσι…»
Την φίλησε άξαφνα. Όχι απότομα, ούτε άγαρμπα. Ούτε την αγκάλιασε, ούτε τίποτε. Απλά, έσκυψε και την φίλησε. Και το φιλί τους κράτησε αιώνες. Κι άρχισαν και τις χειρονομίες. Με λίγη βροχή. Κι η μυρωδιά της όπως ερχόταν ολόκληρη μέσα από την ελαφριά μπλούζα της. Πιθανολόγησε να την έτρωγε. Αργότερα, όμως, μετά το κανονικό φαγητό. Και τα χέρια τους σταματημό δεν είχαν. Τόσα χρόνια χωρίς εκείνη. Κατέβηκε στον λαιμό της.
Τον σταμάτησε.
Την άφησε. Κοίταξε γύρω του. «Τι έγινε;»
«Τίποτε…» Έστρωσε τα ρούχα της. «Σταμάτα…»
Κάθισε κι εκείνος πιο στρωτά. «Μα γιατί; Πήραμε σβάρνα τα χρόνια απότομα, ε;»
«Όχι… Απλά… Δεν ξέρω…»
«Ε, σιγά τα χρόνια που έχουμε χωρίσει. Καμιά ντουζίνα; Και μην ξεχνάς πως στα ενδιάμεσα βλεπόμασταν συχνά. Οπότε, από την τελευταία φορά, πόσα; Μισό λεπτό… Μα, μόλις πέρσι;» Γέλασε. «Υπάρχει κάποιος άλλος, ε;»
«Όχι… Πάρε με αγκαλιά…»
Την αγκάλιασε. «Τότε;»
«Τότε γιατί χωρίσαμε;»
«Γιατί ανήκω στους κλασσικούς ηλίθιους. Και δειλούς. Και άλλα, αλλά τα άλλα δεν τα έχω πρόχειρα τώρα.»
«Πεινάω…»
«Κι εγώ…»


7.

Πολύ αργότερα, σ’ ένα από τα αθόρυβα ταξί που το βρήκαν ακριβώς έξω από το ε-στιατόριο, και που το “αθόρυβο” το έγραφε κιόλας, στο τζάμι, ¦Τάξη ηχορύπανσης 35db. Κλάση Β.¦, και άρα το πλήρωσαν και λίγο παραπάνω, αλλά ποιος νοιαζόταν, ο Μιχάλης πρό-τεινε στην Χριστίνα να πάνε μέχρι την παραλία. Στην θάλασσα. Της είπε «Θέλω να πάμε να χαζέψουμε τα φώτα της πόλης πέρα μακριά. Και να περιμένουμε να ξημερώσει να μπούμε στο πρώτο πρωινό για την Αίγινα. Αυτό το αξημέρωτο. Θυμάσαι;»
Η Χριστίνα, δέχτηκε, αλλά προτίμησε ένα ξενοδοχείο με τα φώτα της πόλης πέρα μακριά αλλά πίσω από το τζάμι της βεράντας του δωματίου, παρά τα φώτα της πόλης πέρα μακριά αλλά παρέα με την μαύρη υγρασία και το νυχτερινό αγιάζι της θάλασσας. Και εκτός αυτού, προτίμησε, η αναχώρηση να γίνει προς το μεσημέρι παρά στο αξημέρωτο.
Δυο ώρες αργότερα, η Χριστίνα, πανέμορφη, όπως δεκαετίες τώρα, χωρίς χρόνο, χωρίς τον χρόνο να την έχει ενοχλήσει, κοιμόταν μισόγυμνη στο ζεστό, χαμηλά φωτισμένο, δωμάτιο. Λευκό με λίγο λιγότερο λευκό ήταν αυτό το δωμάτιο. Κι απ’ έξω φαινόταν όχι μόνο η πόλη αλλά και τα φώτα της Αίγινας, πολύ μακριά. Και των πλοίων των μέσα στη μέση του ορίζοντα. Και των παραλιακών κέντρων που μάζευαν, πια.
Ξημέρωμα κοντά, αλλά πώς να μετρήσεις τον ορίζοντα αφού ακόμη νύχτα ήταν. Σκοτάδι ολόκληρο, κανονικό, χωρίς διόλου απόχρωση. Από πουθενά.
Ο Μιχάλης, σηκώθηκε, βγήκε στο μπαλκόνι και κάθισε σε μια πλαστική καρέκλα, εκεί. Το φως του μπαλκονιού άναψε μόνο του αλλά ο Μιχάλης το έκλεισε από τον διακόπτη. Άλλο πάλι και τούτο, αλλά εντάξει, ο τρελός ρομαντικός ανάπηρος δικαιολογημένος είναι…
Δέκα λεπτά μετά είχε αρχίσει να κρυώνει. Μπήκε μέσα κι έκλεισε την μπαλκονόπορτα.
Το δωμάτιο είχε ένα ξύλινο γραφείο που ανάμεσα σε άλλα είχε και μία πένα. Πένα πραγματική, μεταλλική με χρυσή κεφαλή, με ξύλινο μακρύ σώμα, με φτερό στην κορυφή του. Αληθινό φτερό. Και δοχείο γυάλινο με πραγματικό μελάνι, με χαρτιά, δίπλα. Αληθινά χαρτιά, χάρτινα, ήδη κιτρινισμένα, δήθεν, παλιά, ένα ντεκόρ όλο, δήθεν, παλιά στα ξενοδοχεία και άλλα ίδια για χοντρούς τουρίστες, αλλά ο Μιχάλης το βρήκε εξαιρετική ιδέα.
Πήρε ένα χαρτί, βούτηξε την πένα στο μελάνι, την δοκίμασε σ’ ένα δεύτερο πρόχειρο χαρτί, και στο πρώτο, έγραψε:

16 Οκτωβρίου 2072. Αθήνα.

Αγάπη μου,
Θα επιστρέψω σε λίγο. Πάω να χαζέψω την θάλασσα.

Σ’ αγαπώ πολύ.

Και το δίπλωσε και το έβαλε δίπλα στο πρόσωπό της. Και άνοιξε την πόρτα τόσο σιγά, και κύλησε τόσο ελαφριά στην μοκέτα του δωματίου, που είναι θέμα αν ο ίδιος άκουγε αυτά που έκανε.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Το ίδιο αθόρυβα.


8.

Στο κύμα επάνω, στα μηδέν εκατοστά από την θάλασσα, εκεί που τελείωνε το δεύτερο ντοκ του λιμανιού, ένα από τα αφώτιστα, έφτασε δέκα λεπτά αργότερα.
Κλείδωσε τους τροχούς, τράβηξε το φερμουάρ του μπουφάν μέχρι τα χείλη, και φόρεσε τ’ ακουστικά του.
Liquido, «Narcotic».
Το λιμάνι πήρε χρώματα. Αργά. Αλλά σταθερά. Μισό δευτερόλεπτο μετά, με ρυθμό. Και δυνατά. Πολύ δυνατά.
Χαμογελούσε μόνος του.
Του φάνηκε πως από τα χαμηλά πλεούμενα έσκυβαν άνθρωποι. Σαν στα φινιστρίνια χαμογελαστές νέες γυναίκες. Ποτέ μην με αφήσεις. Και τόσα χαμόγελα με μαύρα νύχια.
Μοιρασμένα μικρά πλοία. Και βάρκες ξύλινες. Παλιές ξύλινες βάρκες. Μ’ εκείνα τα έντονα κόκκινα, μπλε, και πράσινα. Μεταφερόταν στον χρόνο, μάλλον. Άγνωστος χρόνος. Φωτογραφικός. Αλλά δεν τον απασχολούσε. Το τραγούδι θα έφταιγε. Παμπάλαιο. Γραμμένο δεκαετίες πριν γεννηθεί αυτός. Αλλά του θύμιζε πράγματα. Πώς γινόταν αυτό δεν ήξερε. Αλλά δεν τον ένοιαζε.
Η θάλασσα άστατα μαύρη. Χωρίς κύματα, αλλά άστατα μαύρη. Με τις παραμορφωμένες έγχρωμες γραμμές των φώτων. Το τραγούδι έφταιγε. Παραμόρφωνε την πραγματικότητα.
Τον ουρανό δεν μπορούσε να τον διακρίνει. Ελάχιστες διαστάσεις από τα σύννεφα. Ελάχιστες.
Όλα τόσο πολύχρωμα. Δεν με νοιάζει, όμως. Θα σε αφήσω. Μα, δεν με νοιάζει. Θα σε αφήσω να φύγεις. Μα αλήθεια δεν με νοιάζει. Φύγε. Φύγε.
Αλλά γύρισε και κοίταξε πίσω στο παράθυρό της στο ξενοδοχείο. Ανοιχτό το φως. Ή εκείνη το είχε αφήσει ανοιχτό ή… Τι… Στράφηκε ολόκληρος προς τα εκεί.
Άνοιξα την φλέβα… Πόσο όμορφη, Θεέ μου! Πόσο όμορφη!
Σηκώθηκε. Δίπλωσε το αμαξίδιο και το άφησε κάτω. Κάθισε κι εκείνος, δίπλα.
Γέλασε πιάνοντας το κεφάλι του. Του φάνηκε πως είδε ανθρώπους να χορεύουν. Αλλά αποκλείεται τέτοια ώρα.
Το τσιμέντο, παγωμένο. Θα πάγωνε κι ο ίδιος σε λίγο. Το ένιωθε. Η παγωμένη υγρασία θα διαπερνούσε το σώμα του, θα έφτανε μέχρι το κεφάλι του, θα έμπαινε στον εγκέφαλό του, θα τον κοίμιζε γλυκά, και μετά, με κίτρινα μάτια, υπερήφανη, θα τον σκούνταγε αλλά προς την πλευρά της θάλασσας, κι αυτός, αβαρής από τον ύπνο, αφού θα έβλεπε πρώτα την Χριστίνα να τον ακούει να της υπόσχεται ψέματα, πώς θα την αγαπά αιώνια, μα αιώνια, αιώνια τελείως όμως, όχι χαζομάρες, αιώνια όπως οι απέθαντοι ή όπως οι μηχανές, δηλαδή για πάντα, το πραγματικό για πάντα, όμως, εκείνο που αν διακοπεί διακόπτεται η ζωή και των δύο ταυτόχρονα, αφού λοιπόν θα έβλεπε πρώτα την Χριστίνα να τον ακούει να της υπόσχεται ψέματα, θα έγερνε για την μαύρη άστατη θάλασσα.
Κι εκεί, με αποκτημένο από την βαρύτητα λόγω της πτώσης βάρος, θα βυθιζόταν τάχιστα. Ήδη παγωμένος. Στο κλάσμα εκείνο του δευτερολέπτου θα ξυπνούσε, αλλά από τον τρόμο η καρδιά του θα έσπαγε, και θα κατάπινε νερό προσπαθώντας ν’ αναπνεύσει. Έτσι, παγωμένος αν και λίγο, με το σώμα σε σπασμούς, θα έφτανε στον πάτο. Κι εκεί, στην αμμώ-δη γλίτσα του βυθού του λιμανιού, αν και το είχαν καθαρίσει και απολυμάνει διεξοδικά, λέ-γαν, θα ακούμπαγε γλυκά, ξέψυχος, υπέροχος, απαλλαγμένος.
Μετά, κατά πως μελέτες πανεπιστημίων έχουν αποδεχθεί αλλά και επιδείξει, θα έβλεπε το εκπληκτικό φως του μετά τον θάνατο να τον καλεί. Και το σώμα του κάτω βαθιά να νερουλιάζει, και όλη του μα όλη του, κι αυτό δεν το ήθελε… Αυτό δεν το ήθελε αλλά είναι αναγκαστικό, λένε, τέλος πάντων, και όλη μα όλη του την ζωή, σε τρομαχτικά γρήγορη ταινία να περνά μπροστά στα μάτια του. Κάποιες εικόνες, λέει, σταματούν, για μηδαμινό χρόνο, ως θαμπή ασπρόμαυρη παύση, για να ξέρεις έστω στο περίπου το τι θα έχεις να βλέπεις μετά, μετά τον θάνατο, την Χριστίνα, ας πούμε. Το χαμόγελό της. Πόσο κλασσικό αυτό με το χα-μόγελο, αλλά τι, αφού αυτό ήταν, αυτό, το χαμόγελό της. Τα μάτια της όταν σταματούσε να τον υποφέρει. Τα χέρια της όταν σχεδίαζαν το πρόσωπό του αγγίζοντάς το από άκρη σε άκρη. Τον τένοντα στον λαιμό της. Την μυρωδιά του χώρου επάνω στον τένοντα του λαιμού της. Πώς να ήταν μία μυρωδιά φωτογραφία ο Μιχάλης δεν ήξερε, αλλά μάλλον θα γινόταν. Το στήθος της να στενάζει. Τους μηρούς της. Το τέλος των ποδιών της. Καθιστός εκείνος να την κοιτά στο μαξιλάρι κοιμισμένη. Τότε που την είχε κάνει να κλαίει τόσο πολύ. Αααα! Γι’ αυτό! Τώρα με σκοτώνει ο Θεός… Έτσι σκέφτηκε.
Η μουσική είχε σταματήσει ώρα αρκετή. Είχε ήδη γύρει πολύ. Δεν ήξερε αν κοιμόταν αλλά τα μάτια του ήταν ήδη κλειστά. Ούτε φωτογραφικές μηχανές είχαν έρθει ούτε τίποτε. Μόνο η Χριστίνα. Εκείνη, μόνο.
«Μήνυμα κειμένου από την επαφή “Χριστίνα Διόσκουρου”. Επιχειρηματική.»
Πετάχτηκε τόσο απότομα, φωνάζοντας, με την ισορροπία του τελείως χαμένη, που καθώς ένιωσε να πέφτει στην θάλασσα, φώναξε κι άλλο, κι αρπάχτηκε από το διπλωμένο αμαξίδιό του εκεί δίπλα. Το αμαξίδιο έμεινε ακίνητο, αν εξαιρέσουμε ένα ελαφρύ τρίξιμο του δεξιού τροχού στο τσιμέντο, κι εκείνος, με την αναπνοή κομμένη, με τις διαστάσεις του χώρου σε αστραπιαία επαναφορά, να κοιτάζει γύρω του και κάτω του. Συνειδητοποιώντας πως είχε γύρει αποκοιμισμένος από την αντίθετη πλευρά της θάλασσας.
«Μήνυμα κειμένου από την επαφή “Χριστίνα Διόσκουρου”. Επιχειρηματική.» είπε η φωνή για δεύτερη φορά. Μπορεί και τρίτη.
Ο Μιχάλης, κατάπιε, ξερόβηξε, έσκυψε κάτω και έκλεισε το δεξί του αυτί. «Ανάγνωση.» Χαμογέλασε συνεχίζοντας να κοιτά κάτω. «Όχι ανάγνωση. Προβολή.» Σήκωσε το κεφάλι κοιτώντας τον ορίζοντα.
Το κείμενο προβλήθηκε μπροστά του με κόκκινους χαρακτήρες. Σταθερές αράδες στο κενό.
Ο Μιχάλης έσκυψε, ξανά. «Χαρακτήρες κειμένου πορφυροί. Φωτεινότητα 70%.»
Οι αράδες, προσαρμόστηκαν. Πίσω τους τα φώτα της πόλης και ο ελάχιστα μπλε ορίζοντας. Ξημέρωνε.
Ο Μιχάλης εστίασε ξανά στο κείμενο:

Καλησπέρα σας, κύριε, Ζαρδούμπα.

Τα παπούτσια σας θα είναι διαθέσιμα στο κατάστημά μας σε δύο ημέρες.
Τελικά, μόλις τώρα θυμήθηκα ποιον μου θυμίσατε αλλά δεν σας το είπα χτες το απόγευμα γιατί μου διέφευγε το όνομά του. Τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννη!
Περιμένω μήνυμά σας για την παράδοση των παπουτσιών.
Να είστε καλά.

Χριστίνα Διόσκουρου.

Και το όνομα του ηθοποιού υπογραμμισμένο να οδηγεί σε σύνδεσμο εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών.
«Τέλος προβολής. Αποθήκευση.» είπε ο Μιχάλης και ξεδίπλωσε το αμαξίδιο. Σηκώθηκε, χτύπησε τα πόδια κάτω να πετάξει την υγρασία και τον παγετό, έστρωσε τα ρούχα του, και κάθισε απελευθερώνοντας του τροχούς.
«Α! Ναι. Το μυθιστόρημα.» είπε μιλώντας μόνος του._

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: