Sraosha – Γοργόνες

to the Siren

Σήμερα σκεφτόμουνα γοργόνες. Κάποιοι τις λένε σειρήνες. Έχουνε τη χάρη δελφινιού αλλά είναι γυναίκες. Όταν αναστενάζουν ακούγονται τραγούδια του βυθού. Είναι ανυπότακτες και είναι όμορφες σαν άστρο. Κάποιοι λένε ότι είναι και μοχθηρές, τις βρίζουνε: μυρίζουν ψαρίλα, λέει, αλλά μάλλον αυτούς δεν τους ζύγωσαν ποτέ γοργόνες. Σε πλησιάζουν αθόρυβα, γλυστρούν ανεπαίσθητα γύρω σου — δεν είναι πλάσματα του αφρού — και, αφού σε εξετάσουν εκεί που κολυμπάς στα βαθιά, ξεπροβάλλουν και σε χαιρετάνε μ’ ένα απλό «γεια». Όμως δεν ακινητούν ποτέ: αν θα ήθελες να τις φωτογραφίσεις, κουνημένες θα βγούν, τουλάχιστον όμως η θολή κίνησή τους θα τονίζει λάμψεις φευγαλέες του φεγγαριού πάνω στο στιλπνό τους δέρμα.

Οι γοργόνες έχουνε θάρρος και λευκά δόντια. Είναι γυναίκες γενναίες και λίγο αγέρωχες. Δεν τραγουδούν καθόλου. Ίσα ίσα σε αναγκάζουν να ονειρεύεσαι την ησυχία του βυθού, τον μετεωρισμό της καταβύθισης, τις ξαφνικές επιθυμίες του νερού. Σε γητεύουν. Σε σπρώχνουν απαλά, το στεριανό σου σώμα δηλαδή, που μόνο να επιπλέει αντέχει, να βουτήξεις προς μια ιδιότυπη λαχτάρα, προς μια πολύ βαθειά νοσταλγία για κάπου όπου ακόμα δεν έχεις πάει. Ο προορισμός μπορεί να είναι κάποιο νησί τους, κοραλένια δάση, ή το κορμί τους απλώς.

Οι γοργόνες μιλάνε λίγο και κυρίως προτιμούν το γέλιο: γελούν το γέλασμα των αναρίθμητων κυμάτων. Τα μάτια τους είναι στο χρώμα του βυθού. Κι όσο κοιτάζεις τα φύκια μαλλιά τους που κυματίζουν βαριά και νωθρά στο ελάχιστο ρεύμα, κι όσο κοιτάζεις τα υδρόφιλά τους στήθη και τις ζωγραφιστές ρώγες που τα στεφανώνουν, κι όσο αναρωτιέσαι πού τις έβλεπαν οι παλιοί τις ψαρίσιες ουρές, εκεί όπου εσύ βλέπεις ξυπόλητα πόδια κάποιας παραλίας, τόσο σε ζώνει ο φόβος και η ταραχή: «πού θα με πάει αυτή;», «πώς σμίγεις με ένα τέτοιο πλάσμα;», «με τι τρόπους θα με κατασπαράξει;», «άραγε θυμώνει εύκολα, σαν εκείνη που βούλιαζε τα πλοία;». Γιατί όταν θα σε βρει η γοργόνα, το μόνο εφόδιο που σου βρίσκεται είναι κάτι ιστορίες των παλιών. Και η διάθεση να χαθείς και να ποντιστείς.

Όταν δεις τη γοργόνα να κάνει βουτιές χτυπώντας στην επιφάνεια της θάλασσας, παριστάνοντας το δελφίνι, μπορεί να νομίσεις ότι η χαρά της είναι απεριόριστη, όπως είναι ο πόθος της, όπως είναι η γητειά της. Μπορεί να νομίσεις ότι είναι πλάσμα εύθυμο. Όμως μόνο για χάρη σου παίζει στην επιφάνεια, μόνο για σένα είναι το κύλισμα στην επιφάνεια. Η γοργόνα ανήκει στον βυθό, στη σιωπή και στο λιγοστό του φως. Θα έρθει η γοργόνα πίσω στον αφρό ξανά και ξανά για σένα, θα σε τραβήξει (για λίγο; για πάντα;) να ναυαγήσεις, να δεις το βένθος. Αλλά ξέρει πότε θα σε αφήσει. Αν σε αφήσει.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: