Ανδρέας Τσιάκος – Τρία ποιήματα

tsiakos

Θεά τύχη 

Θεά τύχη
δακρύζω στον καθρέφτη σου,
υπνωτισμένος και κουρασμένος,
απλώνω σύννεφα με σαγόνια
στις άκρες των ματιών σου.
Περπάτησα στα ανοιχτά παραθυρά σου
τοποθετώντας μικρές σκιές,
από ξεχασμένους ονειροπόλους ακροβάτες,
στην αφθονία του τίποτα.

Θεά τύχη
εσύ που χορεύεις πάνω στα βράχια,
εσύ που λιγοστεύεις τις πιθανότητες
κάθε προσδοκίας,
άλλο μην μας λησμονείς.

Τρέχουμε σαν τρελοί
από το πρωί ως το βράδυ
για μια θέση στο λεωφορείο
στο νοσοκομείο,
στο δικαστήριο,
στην πιάτσα των ταξί,
στα δρομολόγια για το πουθενά.

Πρόγραμμα, πρόγραμμα καθημερινό
η επιβίωση ,
ληστεία στην τράπεζα των ευκαιριών
δολοφονία στο κορμί της ανάγκης,
φυλακισμένοι στην συχνή ενημέρωση
τι έχουμε κάνει και μας αποφεύγεις;

Μη κρύβεσαι στα χιόνα
κι αυτά θα λιώσουν,
μη κρύβεσαι στις προσευχές
κι αυτές θα τελειώσουν.

Πόσο παιδί νιώθεις
που κοιμάσαι ακόμα με τα παραμύθια μας;

Λεύτερη είναι η ανατριχίλα μας
γουργουρίζουμε σαν γάτες θυληκές
κάθε που βραδιάζει για ένα σου χάδι.

Θεά τύχη 
περιμένουμε πως και πως  να σε σκοτώσουμε.

 

 

 

 

Η Τραμπάλα

Δίπλα απ’ το χάος τραμπαλίζουμε,
κρατάς μαχαίρι κοφτερό
και μια αρρώστια χαρτογραφημένη ανάποδα
από τα σύμβολα
πετάς στην φωτιά.
Δοκιμάζω και καίγομαι.

Η αφέλεια μου είναι για το Γκίνες.

Γιορτάζουμε που είμαστε ζωντανοί και σήμερα,
αρκετά πληρώσαμε στις συνταγές των φαρμακοποιών,
με δυο- τρεις σταγόνες έγκλημα στην οθόνη
οργανώνουμε το μέλλον μας.
Τι σημασία έχει ο χρόνος και η κούραση
όταν διαλέγω κουπόνια από τα μάτια σου,
ιδανικά τα χείλη σου δεν ξεστόμισαν ποτέ,
μου έστρωσες να κοιμηθώ στο άπειρο
και ξύπνησα στο κβαντικό σου πεδίο
αναμαλλιασμένος και γεμάτος τρυφερότητα
σου είπα » οι ξένοι ,ενδεχομένως, που μας ρυπαίνουν τ’ όνειρο
είμαστε εμείς δίχως ρούχα,
είμαστε εμείς οι νικημένοι ,
είμαστε εμείς που λατρέψαμε το τίποτα».
Δακτυλικά αποτυπώματα από τον ουρανιο Λόγο
κανείς δεν ζήτησε,
νερό από την φωτιά κανείς δεν πήρε,
αν ρωτήσεις τους δρόμους το όνομά τους
οι χάρτες θα κρεμαστούν στα σχολικά βιβλία,
τα φανάρια και οι πινακίδες
στις σχολές οδήγων θα κάνουν απεργία.
Εύχομαι να με θυμηθείς
όταν δεν θα  τσιμπά το δόλωμά σου,
πριν ,ασθαίνομοντας, παράφωνα
μου τραγουδήσεις:»Είμαι τυχερός, νιώθω τυχερός…»
λιβανίζοντας τις κατάρες στα σακατεμένα κουζινικά
στο νεροχύτη του έρωτα.
Στην ουτοπία δεν ρίχνει ζάρια ο θάνατος
τζογάρει στις μπανανόφλουδες ο πίθηκος μέσα μας,
όποιος διαλέγει λογική στάνταρ άσσο
στο κουπόνι της ζωής
να έρθει να λογαριάσουμε τα χνώτα μας κάποια στιγμή,
μήπως εγώ που ξόδεψα χρόνια δώδεκα
στον τάφο επάνω του πατέρα μου,
για να δικαιολογήσω την αναπηρία μου,
βγάλω τα σπασμένα.
Θα τραγουδήσω μεταγλωτισμένους καημούς
στο νησί σου,
ρωτώντας κάθε παγετό » που πάει για το ανεκπλήρωτο;».
Στα γενέθλια της εποχής μου
ντυμένος αρλεκίνος ο Καρυωτάκης
κρατά την τούρτα,
κεράκι είναι τα ποιήματα
που σβήνουν και ξανανάβουν,
οι συγγενείς λένε πως δεν με ξέρουν
μου ζητάν να φύγω
μα κανείς δεν τους είπε πως είμαι η ευχή
του μικρού τους  παιδιού.
Ξεπληρώνω τα χρέη μου στην ασημαντότητα
βασιλεύω στο Δέλτα του Ινάχου ποταμού,
και τραμπαλίζω δίπλα από το χάος
που συνέπεσε στην αυλή σου να εκβάλλει.

 

 

 

 

Απολογία

Σφυρίζει η ψυχή μου
σαν ξεφούσκωτο μπαλόνι ,
η σκιά της αγωνίας με παρηγορεί
οι θόρυβοι ,
οι δονήσεις
τα βιβλία
στηρίζουν
την αβεβαιότητα.
Με στραβοκοιτάζει η απόγνωση,
μαξιλάρι δεν έχω να κοιμηθώ,
νιώθω σαν ψάρι στο αγκίστρι
έτσι όπως τρέμουν τα πόδια μου
σήμερα το βράδυ.

Καμιά μοναχική καρδιά
δεν δάκρυσε μπροστά στην εξορία του κόσμου.

Σάρκα ανέραστη είναι
φόνος είναι
ο λόγικός γείτονας ,
ο φύλακας των μουσείων,
ο χαρούμενος σκοπευτής ,
η κυριακάτικη μεσημεριανή συγκέντρωση,
σπυρί στο ρουθούνι μου είναι,
το αποθημένο,
το πικρό χαμόγελο,
τα χρυσά βραβεία,
οι εκλογές,
ζωολογικός κήπος είναι
η όρεξη να σπαταλήσουμε την ώρα μας,
οι κρυφοί πόθοι,
η απόσταση,
η καταιγίδα χωρίς ουράνιο τόξο.

-ο ταχυδακτυλουργός μου στα λόγια είναι αργός-

Μα εγώ είμαι πατημασιά γάτας στο σκοτάδι,
μεθυσμένου παραπάτημα,
πεζοδρόμιο στενό,
καπνός πριν την φωτιά,
αδέσποτος πότης του ονείρου,
αγγαρεία ,
κατάψυξη,
ευγενική θλίψη .
Στα σύννεφα έπαιζα μπάλα μικρός,
κανείς δεν με ξύπνησε
όταν φτιαχνόταν ο κόσμος,
κι έτσι από του παραμυθιού τα βάθη,
λύκος πριαπιστής ξεπετάγομαι,
μ’ ένα στομάχι ελέφαντα
σκαρώνω αποτρόπαια εγκλήματα
εις βάρος των εξαναγκασμών.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: