JACQUES DERRIDA – ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΟΜΑΙ ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΣ

(Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος)

picard_derrida_220502

Έχω τόσα πολλά να πω, μα μου λείπει το κουράγιο για αυτό σήμερα. Τόσα πολλά να πω για το τι συνέβη σ’ εμάς, για το τι συνέβη σε εμένα επίσης, με το θάνατο του Ζιλ Ντελέζ• τόσα πολλά να πω για το τι συμβαίνει με ένα θάνατο αναμφίβολα επίφοβο ―γνωρίζαμε ότι ήταν πολύ άρρωστος― και ωστόσο τόσα πολλά να πω για το τι συμβαίνει με αυτό το θάνατο, αυτή την αδιανόητη εικόνα, η οποία, εάν ήταν δυνατόν, θα ανέδυε μέσα στο συμβάν τη θλιβερή απεραντοσύνη ενός ακόμα συμβάντος. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, ο Ντελέζ ο στοχαστής είναι ο στοχαστής του συμβάντος και ανέκαθεν αυτού του συμβάντος συγκεκριμένα. Από την αρχή ως το τέλος, παρέμεινε στοχαστής αυτού του συμβάντος. Ξαναδιάβασα ό,τι είπε αναφορικά με το συμβάν, ήδη το 1969, σε ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία του, το «The Logic of Sense». Παραθέτει τον Τζο Μπουσκέ, που λέει, «Για τη ροπή μου προς το θάνατο, που ήταν μια αποτυχία της βούλησης, θα υποκαταστήσω μια λαχτάρα για το θάνατο που είναι η αποθέωση της βούλησης». Ο Ντελέζ τότε προσθέτει, «Από αυτή τη ροπή σε αυτή τη λαχτάρα, δεν υπάρχει, από κάποια άποψη, καμία αλλαγή παρεκτός μια μεταβολή της βούλησης, ένα είδος άλματος στη θέση από το όλο σώμα, που ανταλλάζει την οργανική του βούληση με μια πνευματική βούληση. Τώρα θέλει όχι ακριβώς ό,τι επισυμβαίνει, αλλά κάτι μέσα σε αυτό που επισυμβαίνει, κάτι να έρθει που θα συμβαδίζει με ό,τι επισυμβαίνει, σύμφωνα με τους νόμους μιας σκοτεινής, πνευματώδους συμμορφίας: το Συμβάν. Ισχύει ότι με αυτή την έννοια εκείνη η Amor fati είναι ένα με τον αγώνα ελεύθερων ανθρώπων» (1). (Κάποιος θα μπορούσε να παραθέτει ατελείωτα).
Τόσα πολλά να πω, ναι, για το χρόνο που μου δόθηκε, όπως και σε τόσους άλλους από τη «γενιά» μου, να μοιραστώ με τον Ντελέζ, τόσα πολλά να πω για την ευκαιρία να σκεφτώ, χάρη σε αυτόν, σκεπτόμενος για αυτόν. Από την αρχή, όλα του τα βιβλία (μα πρώτα απ’ όλα τα Nietzsche and Philosophy, Difference and Repetition, The Logic of Sense) έχουν υπάρξει για μένα όχι μόνο, βέβαια, δυνατές προκλήσεις να σκεφτώ αλλά κάθε φορά σάστισμα, πραγματικά σάστισμα, εμπειρία μιας εγγύτητας ή μιας παρ’ ολίγον πλήρους συνάφειας σε σχέση με τις «θέσεις», αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη, μέσω πασίδηλων διαστάσεων στις απόψεις, σε ό,τι θα αποκαλούσα ―ελλείψει άλλου προσφορότερου όρου― «χειρονομία», «στρατηγική», «τρόπο» γραφής, ομιλίας, ανάγνωσης ίσως. Όσον αφορά αυτές τις «θέσεις» ―μα η λέξη δεν ταιριάζει― ειδικά εκείνη αναφορικά με μια αμείωτη διαφορά σε αντίθεση με την διαλεκτική αντίθεση, μια διαφορά «προφανέστερη» από μια αντιλογία (Difference and Repetition), μια διαφορά στη χαρμόσυνα επαναλαμβανόμενη επικύρωση («ναι, ναι»), λαμβάνοντας υπ’ όψιν την επίφαση― ο Ντελέζ αναμφίβολα ακόμα παραμένει, παρά τις τόσες ανομοιότητες, ο μοναδικός από όλους εκείνους της «γενιάς» μου που πάντοτε θεωρούσα πλησιέστερό μου. Δεν έχω ποτέ νιώσει την ελάχιστη «εναντίωση» μέσα μου, ούτε καν δυνητικά, για κάποια δουλειά του, έστω και αν συνέβη να διαμαρτυρηθώ κάμποσο για τη μία ή την άλλη από τις θέσεις που διατύπωσε στο «Anti-Oedipus» (του το είπα αυτό μια μέρα ενόσω επιστρέφαμε από την Nanterre, έπειτα από μια διάλεξη για τον Σπινόζα), ή ενδεχομένως για την ιδέα ότι η φιλοσοφία έγκειται στο να «δημιουργείς» έννοιες. Μία μέρα, θα ήθελα να προσπαθήσω να δώσω έναν απολογισμό μιας τέτοιας σύμπτωσης απόψεων αναφορικά με το φιλοσοφικό «περιεχόμενο», όταν αυτή η ίδια συμφωνία ποτέ δεν απαλλάσσεται από όλες εκείνες τις εκτροπές που εγώ, και σήμερα ακόμα, δε γνωρίζω πώς να ονομάσω ή να ορίσω. (Ο Ντελέζ είχε συμφωνήσει να εκδώσουμε κάποια στιγμή μια μακροσκελή, αυτοσχεδιαστική συζήτησή μας πάνω σε αυτό το θέμα, μα έπρεπε να περιμένουμε, να περιμένουμε πάρα πολύ). Γνωρίζω μόνο ότι αυτές οι διαφορές ποτέ δεν επέτρεψαν τίποτα ανάμεσά μας παρά μονάχα τη φιλία. Δεν υπήρχε ποτέ κάποια σκιά, κάποιο σημάδι, απ’ όσο ξέρω, που ίσως έδειχνε το αντίθετο. Αυτό είναι μάλλον σπάνιο στον κοινωνικό μας περίγυρο, τόσο σπάνιο που θέλω να καταγραφεί ακριβώς εδώ. Αυτή η φιλία δε βασιζόταν μονάχα στο γεγονός ―και αυτό δεν είν’ ασήμαντο― ότι είχαμε τους ίδιους εχθρούς. Είναι αλήθεια, δε συναντιόμασταν πολύ συχνά, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Μα ακούω ακόμα το γέλιο της φωνής του, που ήταν λιγάκι τραχιά, να μου λέει τόσα πολλά πράγματα που θέλω να ανακαλέσω ακριβώς όπως τα είπε. Μου ψιθύρισε, «Τις καλύτερες ευχές, τις καλύτερες ευχές μου», με μια γλυκιά ειρωνεία το καλοκαίρι του 1955 στο προαύλιο του Πανεπιστημίου της Sorbonne όταν επρόκειτο να αποτύχω στις εξετάσεις για το agrégation. Ή με μια ανησυχία σαν εκείνη ενός μεγαλύτερου αδερφού: «Με πονάει να σε βλέπω να αφιερώνεις τόσο χρόνο σε αυτό το ίδρυμα [το College International de Philosophie], θα προτιμούσα να έγραφες». Και ανακαλώ τόσες άλλες στιγμές, ανάμεσά τους τις τελευταίες αξιομνημόνευτες δέκα μέρες στο συνέδριο για τον Νίτσε στο Cerisy το 1972, που με κάνουν να νιώθω, μαζί με τον Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ, χωρίς αμφιβολία (που ήταν επίσης εκεί στο Cerisy), τόσο μόνο, επιβιώσαντα και τόση μελαγχολία σήμερα με αυτό που αποκαλούμε με εκείνη την τρομερή και κάπως παραπλανητική λέξη «γενιά». Κάθε θάνατος είναι μοναδικός, βέβαια, και κατά συνέπεια ασυνήθιστος. Μα τι μπορεί να ειπωθεί για το ασυνήθιστο όταν, από τον Μπαρτ στον Αλτουσσέρ, από τον Φουκώ στον Ντελέζ, πολλαπλασιάζει, σαν σε μια σειρά, όλους εκείνους τους ασυνήθιστους θανάτους στην ίδια «γενιά»: Και ο Ντελέζ ήταν επίσης ο φιλόσοφος μιας σειραϊκής μοναδικότητας.
Ναι, θα έχουμε όλοι αγαπήσει τη φιλοσοφία, ποιος μπορεί να τ’ αρνηθεί αυτό; Μα, είναι αλήθεια ―αυτός το είπε― ο Ντελέζ ήταν ο μοναδικός απ’ αυτή τη «γενιά» που «έκανε» φιλοσοφία πιο εύθυμα, πιο αθώα. Δεν νομίζω ότι θα του άρεσε που χρησιμοποίησα τη λέξη «στοχαστής» νωρίτερα. Θα προτιμούσε τη λέξη «φιλόσοφος». Από την άποψη αυτή, κάποτε περιέγραψε τον εαυτό του σαν «τον πιο αθώο (αυτόν που ένιωθε λιγότερο ένοχος για το ότι «έκανε φιλοσοφία»)» (2). Αναμφισβήτητα, αυτή ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να αφήσει στη φιλοσοφία αυτού του αιώνα το βαθύ και ασύγκριτο γνώρισμα που θα είναι πάντοτε δικό του. Το γνώρισμα ενός φιλοσόφου και ενός σπουδαίου καθηγητή. Αυτός ο ιστορικός της φιλοσοφίας, που διεξήγαγε ένα είδος συσχετιστικής επιλογής της δικής του γενεαλογίας (τους Στωικούς, τον Λουκρήτιο, τον Σπινόζα, τον Χιουμ, τον Καντ, τον Νίτσε, τον Μπεργκσόν κ.α.), ήταν επίσης ένας εφευρέτης της φιλοσοφίας που ποτέ δεν περιορίστηκε σε κάποιο φιλοσοφικό «πεδίο»― έγραψε για τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, τον Μπέικον, τον Λιούις Κάρολ, τον Προυστ, τον Κάφκα, τον Μέλβιλ και ούτω καθεξής.
Θέλω επίσης να πω ακριβώς εδώ [στη Libération] ότι αγαπούσα και θαύμαζα τον τρόπο ―ο οποίος ήταν πάντοτε σωστός― που χρησιμοποι-ούσε τις εικόνες, τις εφημερίδες, την τηλεόραση, όλη τη δημόσια σφαίρα και τις μεταμορφώσεις στις οποίες έχει υποβληθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Τα πάντα με οικονομία και μια επαγρυπνούσα απομόνωση. Ένιωθα να συμφωνώ απολύτως με ό,τι έκανε και έλεγε απ’ την άποψη αυτή, για πα-ράδειγμα, σε μια συνέντευξη στην Libération (στις 23 Οκτωβρίου 1980) με την ευκαιρία της έκδοσης του «A thousand Plateaus» (στο ύφος των «Dialogues» του 1977) (3). Είπε: «Είναι απαραίτητο να εννοήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει στο χώρο των βιβλίων. Διερχόμαστε μια περίοδο αντίδρασης σε όλα τα πεδία εδώ και κάμποσα χρόνια. Δεν υπάρχει λόγος γιατί να μην έχει επηρεάσει τα βιβλία. Οι άνθρωποι δημιουργούν ένα λογοτεχνικό χώρο, μαζί με ένα νομικό χώρο, και ένα οικονομικό και πολιτικό χώρο, που είναι τελείως αντιδραστικός, υποκριτικός και σακατεμένος. Νομίζω πως είναι μια συστηματική διαδικασία, την οποία η Libération θα έπρεπε να είχε ερευνήσει». Είναι «μακράν χειρότερη από τη λογοκρισία», προσέθεσε• μα «αυτή η πνευματικά στείρα φάση αναγκαστικά δε θα συνεχιστεί επ’ αόριστον» (4) . Ίσως, ίσως. Σαν τον Νίτσε και σαν τον Αρτώ, σαν τον Μπλανσό, άλλους που και οι δυο θαυμάζαμε, ο Ντελέζ ποτέ δεν έχασε από τα μάτια του αυτή τη σύνδεση της αναγκαιότητας με το τυχαίο, το χαοτικό και το άκαιρο. Όταν έγραφα για τον Μαρξ, την πλέον άσχημη στιγμή, το 1992, καθησυχάστηκα κάπως όταν ανακάλυψα ότι ο Ντελέζ σκόπευε να κάνει το ίδιο. Και ξαναδιάβασα αυτό το απόγευμα αυτό που είπε το 1990 επί του θέματος: «Νομίζω πως ο Φελίξ Γκουατταρί και εγώ έχουμε παραμείνει Μαρξιστές, με δύο διαφορετικούς τρόπους, ίσως, μα και οι δυο μας. Βλέπετε, νομίζουμε πως κάθε πολιτική φιλοσοφία πρέπει να καταπιάνεται με την ανάλυση της κεφαλαιοκρατίας και τους τρόπους που αυτή έχει αναπτύξει. Αυτό που βρίσκουμε πιο ενδιαφέρον στον Μαρξ είναι η ανάλυσή του της κεφαλαιοκρατίας σαν ένα ενυπάρχον σύστημα που διαρκώς υπερβαίνει τους περιορισμούς του, και ύστερα έρχεται αντιμέτωπο με αυτούς για ακόμα μια φορά σε ένα ευρύτερο σχήμα, διότι ο θεμελιώδης περιορισμός είναι το ίδιο το Κεφάλαιο».
Θα συνεχίσω ―ή θα ξεκινήσω πάλι― να διαβάζω τον Ζιλ Ντελέζ για να μάθω, και θα πρέπει να περιφέρομαι ολομόναχος σε εκείνη τη μα-κροσκελή συζήτηση που θα έπρεπε να είχαμε κάνει μαζί. Νομίζω πως η πρώτη μου ερώτηση θα αφορούσε τον Αρτώ, την ερμηνεία του Ντελέζ του «σώματος χωρίς όργανα», και τη λέξη «ενύπαρξη», που κρατούσε πάντοτε, για να τον κάνει ή να του επιτρέψει να πει κάτι που παραμένει ακόμα για μας αναμφίβολα μυστικό. Και θα είχα προσπαθήσει να του πω γιατί η σκέψη του δε με έχει εγκαταλείψει για σχεδόν σαράντα χρόνια. Πώς θα μπορούσε να το κάνει τώρα;

Πρώτη δημοσίευση στα Γαλλικά: «Il me faudra errer tout seul», Libération, 7 Νοεμβρίου 1995.
Από το «Jacques Derrida, The work of mourning, edited by Pascale-Anne Brault and Michael Naas, The University of Chicago Press, Chicago and London, 2001, σελ. 192-195».

(1) Gilles Deleuze, La logique du sens (Paris: Minuit, 1969), 174• Αγγλική μετάφραση: The Logic of Sense, ed. Constantin V. Boundas, μτφρ. Mark Lester και Charles Stivale (New York: Columbia University Press, 1990), 149.
(2) Ο Ντερριντά αναφέρεται στα σχόλια που έκανε ο Ντελέζ στο Pourparlers, 1972-1990 (Paris: Minuit, 1990), 122• Αγγλική μετάφραση: Negotiations, 1972-1990, μτφρ. Martin Joughin (New York: Columbia University Press, 1995), 89.

(3) Gilles Deleuze και Claire Parnet, Dialogues (Paris: Flammarion, 1977)• Αγγλική μετά-φραση: Dialogues, μτφρ. Hugh Tomlinson και Barbara Habberjam (New York: Columbia University Press, 1987).

(4) Deleuze, Pourparlers, 41• Negotiations, 26-27.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: