Νίκος Σταμπάκης – Μεταμορφώσεις της persona

H persona του κινηματογραφικού κωμικού επιζεί στις διασωθείσες εμφανίσεις του, ενώ διάγει μια λανθάνουσα ύπαρξη στις ταινίες που δεν γυρίστηκαν ποτέ, αλλά που οι ίδιοι, ή άλλοι, τις φαντάστηκαν.
Σε ένα από τα κατάλοιπα που άφησε πεθαίνοντας το 1972, ο Μάριος Χάκκας δίνει τη σύντομη περιγραφή μιας κωμωδίας που θα μπορούσε να είχε υπάρξει:
«Ξέρεις τον ηθοποιό Θανάση Βέγγο. Αυτός τον τελευταίο καιρό έχει την τάση να γυρίζει φιλμ που στηρίζονται σε κάποια παραποίηση του ονόματός του. Θου-Βου, Δόκτωρ Ζιβέγκος κ.ά. έτσι; (…) Λοιπόν, άκου τον τίτλο: Λας Βέγγος (…) [Ο] Λας Βέγγος έχει σε μια συνοικία της Αθήνας ένα μαγαζί με παπαφίγκους, μπιλιάρδα, ποδοσφαιράκια (…) Συχνάζουν νέοι γιεγιέδες, καταλαβαίνεις τι γέλιο μπορεί να βγάλει ένα κοντράστο ακούρευτων και του φαλακρού Βέγγου, γκάγκστερ, που κλέβουν αυτοκίνητα και μπλέκουν και τον Βέγγο, που αγαπάει κάποια ντιζέζ, που τους κυνηγάει η αστυνομία (…) Κι έπειτα το τελικό κυνηγητό σ’ ένα λούνα-παρκ, να κυνηγάνε το Βέγγο που τον νομίζουν αρχηγό της συμμορίας» (Άπαντα, Αθήνα: Κέδρος, 2008, σ. 582-3).
Έτσι, η παλιά απορία του γράφοντος ως προς το γιατί, πριν μεταλλαχθεί στον ταπεινό και ταλαίπωρο “Θανάση” του ’70, ο ασυμμάζευτος “Βέγγος” του ’60 είχε παραμελήσει το συγκεκριμένο προφανές λογοπαίγνιο βρισκόταν ήδη σε ανύποπτο χρόνο καταγραμμένη και επεξεργασμένη — απόδειξη ότι, όταν η persona αυτονομείται από το φορέα της, οι θεατές της συνδημιουργούν τις εναλλακτικές της μοίρες.

Αν ο Χάκκας φαντάζεται μια “τυπική” για την εποχή και την persona κωμωδία, άλλοι αντίθετα εισάγουν το στοιχείο του απρόσμενου, ακόμη πιο αιφνιδιαστικού όταν νομίζουμε ότι η persona δεν έχει μυστικά από μας.
Το μίνι-σενάριο του Λόρκα Ο Περίπατος του Μπάστερ Κήτον ανακαλεί τον Ανδαλουσιανό σκύλο των φίλων του, Μπουνουέλ και Νταλί (τα δυο έργα μοιράζονται το βίαιο εναρκτήριο σοκ, την υπερρεαλιστική επιρροή και την αναφορά στον Κήτον), μολονότι στην πραγματικότητα προηγείται κατά μια τετραετία (1925). Η υποθετική ταινία αρχίζει με τον κωμικό να βγάζει βόλτα τα τέσσερα παιδάκια του. Ωστόσο δεν αργεί διόλου να βγάλει ένα ξύλινο στιλέτο και να τα σφάξει. Κατόπιν σχολιάζει: «Φτωχά μου παιδιά!» και τα καταμετρά: «Ένα, δύο, τρία, τέσσερα». Φεύγει με ποδήλατο και, μετά από μια σειρά σύντομων και ασύνδετων συμβάντων, καταλήγει να συναντήσει μια γυναίκα με κροκοδειλέ παπούτσια. Τον ρωτά αν έχει ένα ξίφος στολισμένο με φύλλα μυρτιάς, ή ένα δαχτυλίδι με δηλητηριώδη πέτρα. Εκείνος της απαντά ότι θα ήθελε να είναι κύκνος.

Ο Νταλί, από την πλευρά του, έγραψε το 1937 το σενάριο Σαλάτες καμηλοπαρδάλεων ιππαστί για τους αδελφούς Μαρξ. Πρωταγωνιστές, το 1921, της πιο διάσημης μετά το Hats Off των Λώρελ και Χάρντυ χαμένης κωμωδίας, του Humor Risk (ταινίας τόσο θρυλικής που η ίδια η ύπαρξή της αμφισβητείται κι οι μαρτυρίες αλληλοαντικρούονται, και όπου όλοι υποδύονταν ρόλους άσχετους με τους τύπους που τους καθιέρωσαν, με τον Χάρπο ρομαντικό ζεν πρεμιέ και τον Γκράουτσο κακούργο), οι Μαρξ υπήρξαν χρυσωρυχείο λανθανουσών δυνατοτήτων. Ωστόσο, την εποχή που ο Νταλί επεδίωξε ανεπιτυχώς (μέσω της φιλίας του με τον Χάρπο) να τους δελεάσει, είχαν ήδη υποστεί μιαν αισθητή μετάλλαξη χάριν της ενσωμάτωσής τους στη ρεαλιστική κινηματογραφική πλοκή — κίνηση που φάνηκε να αποδίδει για μικρό διάστημα, αλλά που τελικά επέφερε τη σχετική παρακμή τους.
Το σύντομο σενάριο του Νταλί (που θεωρείτο χαμένο για δεκαετίες, αλλά βρέθηκε στα χαρτιά του το 1996) επεδίωξε να ανακαλέσει το αναρχικό χιούμορ των πρώιμων ταινιών τους, με μια σημαντική ωστόσο διαφορά, που κατά μία έννοια υπήρξε εξ ίσου προβληματική με τους όψιμους συμβιβασμούς. Ενώ στις πρώτες εμφανίσεις τους οι Μαρξ σχολίαζαν παραληρηματικά ή μετέβαλλαν αυθαίρετα τη ρεαλιστική δράση αντί να εντάσσονται λειτουργικά σε αυτήν, στην εκδοχή του Νταλί οι κωμικοί γίνονταν απλό τμήμα του διακόσμου ενός πραγματωμένου υπερρεαλιστικού σύμπαντος, γεμάτου νάνους που υποδύονται τα αγάλματα κρατώντας κηροπήγια γύρω από το κρεβάτι της πρωταγωνίστριας, διαγωνισμούς ποδηλατικής βραδύτητας με πέτρα ισορροπημένη στο κεφάλι, και βέβαια κοπάδια πρόβατα που εφορμούν σε καναπέδες.
Ίσως το πιο αξιομνημόνευτο από τα γκαγκ του σεναρίου (καθώς ανακαλεί τον υπερρεαλιστικό σαρκασμό πολύ μεταγενέστερων μεγαλοαστικών τραπεζωμάτων του Μπουνουέλ στον Εξολοθρευτή άγγελο και την Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας) είναι η καταστροφή του δείπνου από μια καταιγίδα που μαίνεται μες στο σπίτι — η οποία όμως κοπάζει σε απλή ψιχάλα μόλις ο Γκράουτσο ανοίγει την ομπρέλα του. Μολονότι ευφυές (θα ταίριαζε θαυμάσια π.χ. σε καρτούν του Τεξ Έιβερι), το γκαγκ προϋποθέτει έναν Γκράουτσο που, αντί να αναδιοργανώνει το φιλμικό σύμπαν ανάλογα με τον γλωσσικό/σωματικό παροξυσμό του, αποτελεί μάλλον έρμαιο αυτού, θυμίζοντας ελαφρώς τον ευφυολόγο και θρασύδειλο φτωχοδιάβολο των όψιμων ταινιών.

un_poster02Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, κι ενώ γύριζε την ταινία του Η Γκαρσονιέρα στη Νέα Υόρκη εν μέσω ψυχροπολεμικού κλίματος, ο Μπίλυ Γουάιλντερ συνέλαβε την ιδέα ενός σεναρίου που θα ενέπλεκε τους γηραιούς αδελφούς Μαρξ σε μιαν αστυνομική ίντριγκα, καταλήγοντας στο κτίριο του ΟΗΕ. Η σύλληψη του Γουάιλντερ υπήρξε με τον τρόπο της πιστότερη στο πνεύμα των αρχικών Μαρξ απ’ όσο εκείνη του Νταλί, καθώς επανέφερε τον παραβατικό χαρακτήρα που είχαν απολέσει από το 1935 και μετά: μολονότι στις πρώτες ταινίες οι δύο τουλάχιστον αδελφοί (Τσίκο και Χάρπο) εμφανίζονται συχνά ως κοινοί κλέφτες ή απατεώνες, στη δεύτερη περίοδο κάθε νύξη έκνομης συμπεριφοράς εντασσόταν εμφατικά σε ένα ευρύτερο αγαθοποιό πλαίσιο. Όμως στο Μια Μέρα στα Ηνωμένα Έθνη, όπως ήταν ο τίτλος που ανακοινώθηκε τον Νοέμβριο του 1960, οι Μαρξ θα ήσαν μια συμμορία κακοποιών, για πρώτη φορά τόσο απροκάλυπτα — παρ’ ότι οι Τσίκο και Χάρπο είχαν υποδυθεί ένα μάλλον καλοκάγαθο ντουέτο ερασιτεχνών διαρρηκτών μόλις το 1959, σε μιαν ημίωρη τηλεοπτική κωμωδία του Μίτσελ Λάιζεν.
HARPO_DALI_3Η πλοκή περιστρεφόταν γύρω από το σχέδιο των Μαρξ να διαρρήξουν το κοσμηματοπωλείο Tiffany’s σε μέρα κατά την οποία η αστυνομία αναμενόταν να είναι απασχολημένη με μια σύσκεψη στον ΟΗΕ. Ενώ οι κωμικοί ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα με τη λεία τους, πέφτουν σε μιαν αντικομμουνιστική διαδήλωση στο λιμάνι, η αστυνομία τούς περνά για την αντιπροσωπεία της Λεττονίας και τους μεταφέρει στον ΟΗΕ, όπου μεταξύ άλλων συμβάντων ο πάντα βουβός Χάρπο απευθύνεται στη Γενική Συνέλευση με αυτοσχέδιους ήχους, που μεταφράζονται αυτόματα σε όλες τις γλώσσες από διερμηνείς.
Όμως οι Μαρξ είχαν γεράσει πολύ. Μια καρδιακή κρίση του Χάρπο στάθηκε απαγορευτική για την ασφάλιση της παραγωγής. Λίγο αργότερα, ο Τσίκο πέθανε. Κάποιες ευφάνταστες υποθετικές αφίσες για την ταινία, όπως αυτή του Τεντ Νιούσομ (Ted Newsom), προσπαθούν να εικάσουν αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει.

Οι Μαρξ είχαν εκ των πραγμάτων διαλυθεί, μετά το θάνατο και του Χάρπο το 1964, όταν ο ανερχόμενος Βρετανός θεατρικός συγγραφέας Τζο Όρτον αποπειράθηκε να γράψει ένα σενάριο για το φαινόμενο της εποχής, τους Μπητλς, που, με τις δυο πρώτες τους ταινίες (A Hard Day’s Night και Help!) είχαν αρχίσει να καθιερώνονται ως κωμικό κουαρτέτο. Για την τρίτη ταινία τους, είχε συμφωνηθεί να διατηρήσουν τους αναγνωρίσιμους τύπους/personae που είχαν ήδη αναπτύξει υποδυόμενοι τους εαυτούς τους, αποσυνδέοντάς τους όμως αυτήν τη φορά από την ιδιότητά τους ως μουσικού συγκροτήματος.
Στο σενάριό του, γραμμένο στις αρχές του 1967, ο Όρτον επεξεργάστηκε μια πλοκή που περιλάμβανε τη δολοφονία της πρώτης Βρετανίδας πρωθυπουργού από ομάδα αναρχικών, με προεξάρχοντες τους Μπητλς που εισέδυαν στο Άλμπερτ Χωλ ντυμένοι γυναίκες, την ομιλία ενός από αυτούς στην κηδεία, κατά την οποία καλούσε τα πλήθη σε δημόσια ομαδικά όργια προκαλώντας εξέγερση, και, μετά από φυλακίσεις, αποδράσεις και επανάσταση, τον ταυτόχρονο γάμο όλων των Μπητλς με την πρωταγωνίστρια και την επακόλουθη εξαφάνισή τους μαζί της, κάτω από τα σεντόνια της γαμήλιας κλίνης.???????????????????????
Εδώ, ο Όρτον μάλλον ανακαλούσε τα κλασικά Φτερά αλόγου (Horse Feathers, 1932), που τελείωνε με τους νεαρούς και ατίθασους Μαρξ να παντρεύονται ταυτόχρονα τη Θέλμα Τοντ φωνάζοντας “I do”, ενώ ο Χάρπο περιοριζόταν στο να κουνά καταφατικά το κεφάλι. Πάντως, το σενάριο απορρίφθηκε και ο Όρτον σε λίγους μήνες ήταν νεκρός, σφυροκοπημένος μέχρι θανάτου από τον εραστή του.
Οι Μπητλς δεν γύρισαν ποτέ τρίτη κωμωδία. Την εποχή που ο Όρτον έγραφε το σενάριό του, στην Ελλάδα κυκλοφορούσε ήδη το Βοήθεια ο Βέγγος, Φανερός πράκτωρ 000, αναφορά στον ελληνικό τίτλο της δεύτερης ταινίας των Μπητλς, και πρώτη εμφάνιση του Θου-Βου. Κάπου εδώ ήρθαμε, εξ άλλου.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: