Δημήτρης Βλάχος – Κοπέλα απαρηγόρητη

Τρέχω χωρίς προορισμό. Η Μοντανιόλα είναι πάρκο κυκλικό κι επίπεδο. Τρέχω σε τροχιά που λήγει σε σημείο όπου δεν με περιμένει κανένα λεωφορείο, κανένα αφεντικό. Η ταχύτητα της πορείας έχει να κάνει μόνο με τον αριθμό των χτύπων της καρδιάς. Όσο μεγαλώνει η ταχύτητα, τόσο μεγαλώνει κι ο αριθμός. Κι όταν μεγαλώσει πολύ, τον μικραίνω μειώνοντας την ταχύτητα. Δεν πρέπει να φτάσω κάπου. Μόνο η καρδιά κάνει κουμάντο.
Η δύση του ήλιου ακόμα μακριά και το πάρκο γεμάτο κόσμο. Ο καιρός ανοιξιάτικος, ιδανικός, κλιματικές συνθήκες ξεχασμένες και παρατημένες στα πρώτα χρόνια της νιότης. Από τότε λέμε πως δεν υπάρχουν πια οι ενδιάμεσες εποχές. Σήμερα όμως υπάρχει η άνοιξη. Υπάρχει κι ένα κορίτσι που κλαίει απαρηγόρητα, καθισμένη στο πεζούλι, στην εσωτερική πλευρά της χωρίς προορισμό τροχιάς μου.
Την πρόσεξα από τον πρώτο κιόλας γύρο. Πόνεσε η καρδιά μου. Άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά κι αδικαιολόγητα. Μόλις είχα αρχίσει να τρέχω. Μπορούσα να την παρατηρώ μόνο για μερικά δευτερόλεπτα σε κάθε γύρο. Τόσο μου επέτρεπε το τόξο της κυκλικής τροχιάς κι η ταχύτητα που είχα αναπτύξει. Όμως κάθε οπτική επαφή ήταν σαν να κρατούσε όσο κρατάει η συμπόνια. Όσο διαρκεί ένα δυνατό συναίσθημα.

Ήταν όμορφη και καλοντυμένη. Μια νέα κοπέλα που η φύση της είχε χαρίσει τον τρόπο να μην φτάσει στον πάτο του βαρελιού. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, θα μπορούσε να είναι για πάντα, ή τουλάχιστον για όσο κρατάει η νιότη, άνθρωπος μη κατακάθι. Κι όμως έκλαιγε απαρηγόρητη με κλάμα γοερό. Κι εγώ την έβλεπα σαν άνθρωπο του πάτου και ήθελα να της πω ότι δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί γιατί δεν ήταν εκείνη η θέση της. Είναι βέβαια αλήθεια πως ο καθένας, όσο όμορφος, καλοφτιαγμένος, πλούσιος, υγιής στο σώμα και στο πνεύμα κι αν είναι, μπορεί να βρεθεί μία ή και περισσότερες φορές στη ζωή του σ’ αυτή τη θέση. Μπορεί να νιώσει πονεμένος, προδομένος, αδικημένος. Μπορεί ο θάνατος να χτυπήσει την πόρτα και τότε, καμιά ομορφιά, καμιά δύναμη δεν μπορεί να τον εμποδίσει να πάρει μαζί του ένα αγαπημένο πρόσωπο.
Ζητιάνευε. Το κατάλαβα στον τρίτο, ή στον τέταρτο γύρο, όταν το τρέξιμο είχε γίνει αυτοματισμός, όταν ο πόνος του άλλου είχε αρχίσει να γίνεται συνήθεια. Γίνεται κι αυτό. Τόση ώρα αναρωτιόμουν γιατί έκλαιγε καθισμένη σ’ ένα πεζούλι. Ποιος πόνος έβρεχε τα όμορφα της μάτια; Ποιες σκέψη έκαναν το γλυκό χειλάκι να τρέμει; Ποια λαχτάρα έκανε την καρδούλα της να γεννάει απελπισμένο κλάμα; Γιατί εκείνο το κλάμα ήταν της καρδιάς, δεν έβγαινε απ’ τον λάρυγγα. Κι εγώ διαπίστωσα πως όλες οι ερωτήσεις που έκανα στον εαυτό μου, όλα τα γιατί που στόχευαν την κοπέλα, είχαν γεννηθεί γιατί τα μάτια μου είχαν δει απ’ την αρχή το χέρι σε ζητιάνα στάση. Μόνο που δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Δεν μπορούσε μια τέτοια γκόμενα να ζητιανεύει. Κι ενώ στην αρχή σκεφτόμουν πως αν δεν χρειαζόμουν την καρδιά, θα της την χάριζα, τώρα έλεγα στον εαυτό μου πως αν είχα επάνω μου λεφτά, θα διέκοπτα την προπόνηση, που ποτέ δεν διέκοπτα, και θα της τα έδινα. Όλα. Όσα κι αν είχα. Συνέχισα να τρέχω και συνέχισε να κλαίει. Και τα δυο πιο δυνατά σε κάθε γύρο.
Κόσμος περνούσε από μπροστά της, γέροι, μανάδες, πατεράδες με τα παιδιά και τα καρότσια τους. Όλοι την κοίταζαν με οίκτο και της έβαζαν χρήματα στο χέρι. Ακόμα και χαρτονομίσματα. «Για να το κάνει, σημαίνει πως έχει μεγάλη ανάγκη, πως κάτι τρομερό συνέβη». Αυτό μετέδιδε, αυτό σκεφτόταν οι περαστικοί. Είχε καταφέρει να μεταδώσει τον πόνο σε όλες τις ψυχές του πάρκου. Ακόμα και στα δέντρα, στα πουλιά που στεκόταν άλαλα στα κλαδιά και την κοίταζαν ανήμπορα να της χαρίσουν λίγη παρηγοριά.
«Γιατί κλαις μικρό μου; Γιατί με παρασέρνεις στο πόνο σου;» ψιθύρισα λίγο πριν πάρω τη στροφή, λίγο πριν ακολουθήσω το πιο σημαντικό τόξο της κυκλικής πορείας. Εκείνο που μας έφερνε κοντά. Δεν ήμουν λαχανιασμένος. Το σώμα έτρεχε αυτόνομα. Η σκέψη μου ήταν καρφωμένη στα δακρυσμένα μάτια της.
Δεν ήταν εκεί. Έχασα το βηματισμό, κόντεψα να πέσω στο ασφαλτοστρωμένο δάπεδο καθώς την γύρευα με στροφή των ματιών, του λαιμού, των ποδιών, τριακοσίων εξήντα μοιρών. Σταμάτησα. Δεν ήθελα να συνεχίσω να τρέχω. Εκείνη είχε βάλει έναν σκοπό στην άσκοπη πορεία μου. Και τώρα δεν υπήρχε. Ήθελα να μάθω γιατί έκλαιγε. Ξέρω πως δεν θα της το ρωτούσα, περίμενα όμως κάτι να συμβεί. Κάποιος περαστικός να της μιλήσει κι εγώ, να περνάω τυχαία από δίπλα της εκείνη της στιγμή και ν’ ακούσω. Να μάθω γιατί. Το κλάμα ενός ανθρώπου που ζητιάνευε με είχε κάνει κομμάτια. Η στεναχώρια είχε μείνει κι η αιτία είχε φύγει, χωρίς επιστροφή.
Συνέχισα να διανύω τόξα, ημικύκλια, κύκλους, χωρίς προορισμό, περπατώντας με το κεφάλι σκυφτό. Γιατί έκλαιγε; Γιατί ζητιάνευε η όμορφη κοπέλα; Βαρέθηκα και πριν το καταλάβω βρισκόμουν στην έξοδο του πάρκου. Ήταν εκεί. Καθισμένη σ’ ένα παγκάκι μ’ έναν νέο, στην ηλικία της.
Πείραζε ο ένας τον άλλο, γελούσαν φωναχτά, ένα γέλιο γεμάτο ζωή είχε αντικαταστήσει το απαρηγόρητο κλάμα της απελπισίας. Κοντοστάθηκα. Το χαμόγελο της ήταν ακόμα πιο όμορφο από την ομορφιά της αθωότητας που της χάριζε το τρεμάμενο χειλάκι. Δεν με πρόσεξε. Μπορεί να μην με είχε προσέξει και πριν, όταν περνούσα από δίπλα της, αφοσιωμένη όπως ήταν στη δουλειά της. Ήταν η καλύτερη ζητιάνα που είχα δει ποτέ. Είχε καταφέρει να μετατρέψει μια τέχνη σε όμορφη τέχνη. Ούτε που πέρασε απ’ το μυαλό μου να την αποκαλέσω ρουφιάνα, μαλακισμένη, ύπουλη, σκύλα. Με είχε κοροϊδέψει, όπως και όλους τους ευεργέτες της, με τρόπο αριστοτεχνικό. Από εμένα τουλάχιστον δεν είχε αποσπάσει χρηματικό ποσό. Χάρηκα μ’ αυτή τη σκέψη. Είχε αποσπάσει όμως την προσοχή μου από τη διαδρομή κι είχε κοντέψει να κλέψει την καρδιά μου. Την έβρισα με γλυκιά κι ελαφριά βρισιά σ’ αυτή τη σκέψη. Την είδα ν’ απομακρύνεται απ’ το παγκάκι κρατώντας απ’ το χέρι τον φίλο της. Ψιθύρισα ένα «μπράβο γλυκιά μου σκύλα» γεμάτο ειλικρίνεια και πήρα το δρόμο για το σπίτι.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: