Αντώνης Αντωνάκος – οργασμοί 41-59

41
Ευλογημένοι όσοι αρνήθηκαν τις ευλογίες και τα εύλογα ερωτήματα. Οι άνθρωποι από ατσάλι που λύγισαν και οι άνθρωποι από χαρτί και καλαμάρι που γλίστρησαν στην ηδονή. Ευλογημένες οι ηλεκτρισμένες ψυχούλες που σακατεύτηκαν από έρωτες και τσίπουρα. Από αρνίσια παϊδάκια που έφτασαν στο δώδεκα το ουρικό οξύ. Ευλογημένοι όσοι μείναν βοσκοί στο χωριό τους κι έχουν σαλόνι από χώμα και σβουνιές. Ευλογημένες οι μελαχρινές φίλες που ξύρισαν το μουνί τους για να προσφέρουν χαρά. Ευλογημένες οι αιμορραγίες της μύτης που με μαστούρωσαν όταν ήμουν παιδί. Ευλογημένη η οργή, τα βυζιά και το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο. Ευλογημένοι οι ουρανοί και τα φλουριά τους. Το ζυμωτό ψωμί της μάνας μου. Το πεύκο, το δέντρο της ελιάς, ο κόλπος της γυναίκας μου. Ευλογημένα τα ποιήματα που δεν έγραψα. 
42
Θα φτάσω στο φράχτη να κόψω σύκα. Ξελιγωμένος, λιγούρης για μισό λεπτό εγώ και το φεγγαράκι που αδειάζει αχνίζοντας, εσωτερισμό, οικοσύστημα, χνώτα, έμμηνα αιώνια, γλαφυρό μεδούλι για να πάρουν στο μέλλον τα αποπαίδια μου γραμμή τον πατερούλη τους που δεν πρόκανε να ξεπαστρέψει τη μισθωτή του σκλαβιά αλλά κατάφερε να πάρει λίγη τρομάρα σποραδικά απ’ τ’ ανοιχτά μπούτια, να δοκιμάσει σύκα και πως πετυχαίνει η ποίηση τα κορμάκια στο δοξαπατρί. 
43
Με την αδιαφορία και τη μέθη τα χείλη κάνουν λογαριασμούς. Είναι απόγευμα και συναντάς παράξενους άντρες στα καφενεία. Υπάρξεις από λύπη, ρίζες και σύμβολα. Οδηγούς που δεν οδηγούν τίποτε αλλά διασχίζουν το δάσος. Μια φάλαγγα νεαρών από λαμπερό κόκκινο χρώμα. Γυναίκες που θέλουν να ζευγαρώσουν. Κορίτσια σ’ ένα γκέτο σκοτεινών άγριων δρόμων. Εκεί που οι εραστές ζουν σε μια καλύβα φωτισμένη με κερί. Και καταφτάνουν αυτές σαν μάγισσες. Με γιατρικά. Χωρίς μνήμες. Μονάχα με τη γεύση της σάρκας. Τα άστρα. Το φεγγάρι. Διαβάζουν το μέλλον στο χέρι τού αγαπημένου τους. Λάμπουν σαν νόμισμα στο φεγγαρόφωτο. Λουφάζουν δίπλα στις στάνες και τα ερείπια. Γδύνονται μες την καλύβα τού εραστή τους για πρώτη φορά και για πάντα. Και μένουν αιωνίως γυμνές και ύποπτες. 
44
Θεούλη, μεθυσμένε σατανά, γαλανομάτα, θηλυκέ θεέ με τις θηλές και το απέραντο ηλιακό σου αιδοίο, φύση εσύ καταβόθρα, φύλαγέ με από τον κύριο διορισμένο δράκουλα και τον κύριο διορισμένο εξηγητή της ποίησης και τον κύριο δεσμοφύλακα των κρυφών νοημάτων που σκιάζει τα πάναγνα στιχάκια μου, φύλαγέ με. 
45
Συνήθως οι φιλόσοφοι δε ρισκάρουν τίποτε. Ίσως πότε πότε τη φήμη τους. Όμως αυτός ο κατάπτυστος Κάρολος Μάρξ αφιέρωσε τα πρώτα του ποιήματα στο σατανά. Κι όλο η παρορμητική του λογική κυοφορούσε φώσφορο στα απύθμενα σκοταδερά βάθη της ύπαρξης. Είπε με δικά του λόγια, πως, ο εργάτης θα σας γαμήσει την Παναγία Κύριοι. 
46
Με όλο το λυρικό αναρχισμό της πλάσης το ποίημα χτίζει μυθολογίες εκεί που γκρεμίζει βεβαιότητες. Βγάζει γλώσσα, απόλαυση, ηδονή. Και με όλες τις αλυσιδωτές αντιδράσεις του νοήματος δυναμιτίζει το σύνταγμα της λογικής και το ευαγγέλιο των παρωχημένων αισθητικών δογμάτων. 
47
Ο θάνατος είναι το εύκολο υλικό. Η θανατολαγνεία των ποιημάτων υποβάλει.  
48
Πονάω κι όταν πονάω περνάω καλά. Και δεν είμαι μαζόχας. Αλλά.
49
Η λαγνεία έχει ποίηση και η ποίηση λαγνεία. Είναι μετρητής της εμπράγματης οδύνης η λαγνεία. Κορμάκια που βασιλεύουν κάτω από νεκρά άστρα. Βλέπουν τις νεκρές ηλιόφλουδες ν’ αναβοσβήνουν μέσα στο άπειρο κλουβί της συμπαντικής γυμνότητας. 
50
Αγαπώ τον αέρα. Τον άνεμο. Έχει κάτι αφροδίσιο το αεράκι. Είναι ποιητική ύλη με τα πιο σπουδαία συστατικά. Έχει γυναίκα μέσα ο αέρας. Μυρουδιά από πνοή κορμοράνου, έχει τον στρυφνό λυγμό των εξισώσεων της φύσης. Μεταφέρει σκόνη και πόθους. Βλέμματα κρυφά, ιστορίες, λογοτεχνίες εξωτικές. Είναι στην πραγματικότητα μόνος και σιωπηλός, αλλά και γεμάτος τέρατα, παρελθόν, ήχους, σφυρίγματα, μούχλες, υγρασία. Δεν είναι το καλό παιδί που διαβάζεται απ’ την αρχή ως το τέλος. Δεν συνδέει τα εξαπτέρυγα και τα πετραχήλια με το μαύρο πένθος. Δεν έχει πατρίδα. Δεν είναι πλάσμα του θεού. Έχει τσογλάνικο μυαλό και αλητεία στις φλέβες.   
51
Πριν ο φαλλός ανακαλύψει τη γυναίκα η γυναίκα είχε ανακαλύψει την ευχαρίστηση με το δάχτυλο. Κι οι ποιητές βάλαν εδώ το χεράκι τους. Κι οι λέξεις που άρχισαν να δουλεύουν αλλιώς πίσω απ’ τα βάτα. Το βατεύω σημαίνει πολλά. 
52
Ζήτω η μητριαρχία. Οι μανούλες κάνουν κουμάντο. Αυτές δίνουν κουράγιο στο γενετήσιο ορυμαγδό του ανδρός. Αυτές απλώνουν αγκάθια και ροδοπέταλα στη νυφική παστάδα. Και κάθε καρυδιάς οίδημα αυτές το σπάνε. 
53
Έχουμε τον υλισμό στο αίμα μας. Έχουμε τη διαλεκτική στο σπέρμα μας. Κι η εξουσία τα ξέρει αυτά. Τα σπουδάζει. 
54
Ενάντια στο Σέξπιρ που θερμομέτρησε το μουνί της Ιουλιέτας με ρομαντισμό και μας έδειξε πως ψήνεται η καημένη για το Ρωμαίο της. Κι έμειναν λόγια τα λόγια και η εξουσία νίκησε την μιλιά των σεξουαλικών πνευμάτων. Το πάθος προσπαθεί να σκαρφαλώσει στο μπαλκόνι μα η αγοραπωλησία καλά κρατεί. Ο σκληρός και ωμός δρόμος του νοικοκυριού. Η ισχύς νικά. Κι όταν χάνει πάλι νικά αφού αφήνει τέφρα από ανθρώπινο πετσί. Κρεματόρια. 
55
Μια φράση από μια επιστολή που λέει ωραία λόγια για το ωραίο φύλλο, που λέει απερίγραπτα και χαδιάρικα πράματα και δεν έχει παρενθέσεις, τελεία, κόμμα αλλά έχει καρδούλες, ροδοπέταλα, κραγιόν κατακόκκινο από χείλη ζεστά. Μια φράση συχνά από μιαν επιστολή μας κρατάει στη ζωή. Ένα ποίημα. 
 
56
Το γράψιμο είναι τόσο απρόσωπο, που, φτάνοντας στα όρια της προσβολής και της αδιακρισίας, αφήνει πάνω μας αυτό το δεσποτισμό της άποψης τού άλλου. Το γράψιμο είναι αυτό το συνοικέσιο τρυφερότητας που μας φέρνει κοντά με έναν τρόπο όπου εκτιμάς τα αναγνωρίσιμα ψέματα και τα ραγίσματα του άλλου, που αν δε τα μεγεθύνει για να τα δει σωστά δεν πρόκειται να τα ξεπεράσει. 
57
Περάσαμε σε μια εικονική και συμβατική ζωή που καθημερινά έχει τόσες γέννες και τόσους θανάτους, που στο τέλος αναρωτιέσαι αν είσαι υπεραιωνόβιο τέρας που πρέπει να βάλει ένα τέλος πριν το τέλος του. Κι αρχίζει η ακαταστασία και η σύγχυση να παίρνει εξουσία μέσα στον επινοημένο μας θανατόκοσμο. Αρχίζει ο βουβός πόνος κι όχι το ξέσπασμα. Αρχίζει το δηλητήριο να πλαστογραφεί τα κύτταρα και το δε βαριέσαι γίνεται τρόπος ζωής. Κι αυτή η διανοητική ατιμία γίνεται κανόνας και καταλήγει σε μια ντροπιαστική εξίσωση τού είναι μας με τα σκατά μας.
58
Ταυτιζόμαστε πολλές φορές μ’ αυτό το άχρηστο που αποβάλουμε και χτίζουμε τις απόψεις μας για τη ζωή με τα πεθαμεναντζίδικα ιδεολογήματα. Λατρεύουμε τόσο τα σκουπίδια και τα συνηθίζουμε που στο τέλος δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτά. 
59
Όταν περιμένεις να συναντήσεις έστω και φευγαλέα το γεμάτο φεγγάρι έχεις ζωή. Όταν καλλιεργείς την ευγενική φιλία-πάντα με τις μικρές της απιστίες-οδηγείσαι σε ολοκληρωτικούς δεσμούς κι όχι σε μια δουλοπρεπή κοινωνική συνθήκη που ευνοεί το δεσποτισμό και τη βαρβαρότητα και τον καθημερινό εξευτελισμό. Όταν είσαι ερωτικός στις συναλλαγές και στην τέχνη σου και στο πως κόβεις ακόμα τη ντομάτα, έχεις μέλλον. 
Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: