Ναταλία Δεδουσοπούλου – Ο πρίγκηπας σκίουρος και η θλιμμένη νεράιδα

Σε μια πολύ μακρινή χώρα υπήρχε ένα σκοτεινό και στοιχειωμένο δάσος. Ημέρα δεν ξημέρωνε ποτέ σε εκείνο το μέρος, και το φεγγάρι έμενε στον ουρανό συνέχεια, έχοντας κάνει το τρομαχτικό τοπίο, βασίλειο του. Όλα τα δέντρα που κατοικούσαν εκεί, έπιναν νερό από μια λίμνη, νερό κόκκινο σαν αίμα. Φύλλα και καρποί δεν γεννιόντουσαν πάνω στα κλαδιά, παρά μόνο ιστοί αραχνών που μπλέκονταν η μια με την άλλη και έπλεκαν αραχνοΰφαντα πέπλα ανάμεσα στους μαύρους κορμούς. Σιγή και θλίψη είχαν παγιδευτεί ανάμεσα σε αυτούς τους ιστούς και τύλιγαν το δάσος, σταματώντας τον χρόνο με την παρουσία τους, σε μια ατελείωτη ματαιότητα.
Ζώα δεν υπήρχαν και τα μόνα βήματα που ακουγόντουσαν στο σκοτεινό αυτό μέρος ήταν της νεράιδας που ζούσε εκεί. Και είναι αλήθεια ότι κανείς άλλος δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει εκεί, γιατί το δάσος άνηκε σε εκείνη την νεράιδα και εκείνη το είχε δημιουργήσει και του είχε φορέσει τα υφάσματα της σκοτεινιάς και του θανάτου. Γιατί το δάσος δεν ήταν πάντοτε έτσι..
Εκείνη την νύχτα όμως, που το παραμύθι ξεκινάει, κάτι άλλο ακούστηκε στο δάσος, πέρα από τα βήματα και τους θλιμμένους αναστεναγμούς της νεράιδας.
Τα δέντρα κουνήθηκαν δισταχτικά, προσπαθώντας να ακούσουν από πού ερχόταν αυτός ο καινούργιος ήχος. Και μίλησαν μεταξύ τους ρωτώντας το ένα το άλλο για να καταλάβουν τι ήταν αυτό που έφτανε στα αυτιά τους. Κανένα δεν κατάλαβε όμως. Τέτοιο ήχο είχαν να ακούσουν χιλιάδες χρόνια και δεν τον θυμόντουσαν.
Ο ήχος έφτασε και στα αυτιά της νεράιδας, που καθόταν και έκλαιγε κάτω από ένα δέντρο. Σήκωσε το κεφάλι της και σκούπισε τα δάκρυα της, ξαφνιασμένη από την ύπαρξη αυτού του νέου ήχου που είχε εμφανιστεί στο δάσος.
Τα μάτια της έψαχναν μέσα στο γκρίζο κόσμο να δουν τι είχε ταράξει την απόλυτη θλίψη που πλανιόταν στον αέρα. Και τότε είδε πράσινο να βγαίνει πίσω από τις μαύρες σκιές που έριχναν τα νεκρά σαπισμένα φύλλα των φυτών. Πράσινο, όσο πράσινο χωράει σε ένα ζευγάρι μάτια, που την κοιτούσαν τρομαγμένα.
Η νεράιδα πλησίασε στους θάμνους και παραμέρισε τα αγκαθωτά κλαδιά. Και ένας μικρός σκίουρος εμφανίστηκε, κρυμμένος από πίσω. Τρομαγμένος, ταλαιπωρημένος και άσχημα πληγωμένος. Με τα μεγάλα πράσινα μάτια του να την κοιτάει.
Η νεράιδα αγκάλιασε το σκιουράκι και το τράβηξε κοντά της. Και μόλις το ακούμπησε πάνω στην καρδιά της, ένιωσε μια φευγαλέα ακτίνα ήλιου να εισβάλει στον κόσμο της. Μα κράτησε μόνο μια στιγμή και εκείνη πίστεψε πως απλώς το φαντάστηκε.
Φρόντισε το μικρό σκιουράκι όλη την υπόλοιπη μέρα. Το τάισε και του έκλεισε τις πληγές. Και ξέχασε τον πόνο της για λίγο και η σκοτεινιά άρχισε να υποχωρεί.
Μιλούσε στο μικρό σκιουράκι για ώρες ατελείωτες. Και του έλεγε την ιστορία της. Κάποτε ήταν μια ευτυχισμένη νεράιδα. Κάποτε το δάσος ήταν ηλιόλουστο και φωτεινό. Μια φορά και έναν καιρό ζούσαν ζωάκια εκεί μαζί της. Και εκείνη ήταν ευτυχισμένη. Μα όλα άλλαξαν όταν την καταράστηκε μια κακιά μάγισσα.
‘’Θα νιώθεις μόνο πόνο, από εδώ και πέρα’’, της είχε πει. ‘’Τόσο έντονο πόνο που ακόμα και το περιβάλλον σου θα γίνει μαύρο. Κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να σε γλιτώσει. Ούτε η αληθινή αγάπη που πάντα θεωρείται λύσιμο σε όλες τις κατάρες. Εσύ θα αγαπάς, αλλά δεν θα σε αγαπάνε. Και αυτό θα κάνει τον πόνο σου ακόμα πιο μεγάλο.’’
Και οι ώρες περνούσαν με αυτή την θλιμμένη αφήγηση που έλεγε η νεράιδα στο σκιουράκι. Του είπε πως ένιωθε τόσο πόνο που δεν τον άντεχε. Του εξήγησε ότι μερικές φορές πονούσε τόσο πολύ που έγδερνε το σώμα της με αγκάθια, γιατί ο σωματικός πόνος της αποσπούσε την προσοχή. Του είπε πως σκεφτόταν κάθε μέρα να πεθάνει. Μα δεν το έκανε. Γιατί ότι και να είχε πει η μάγισσα εκείνη ήλπιζε ακόμα στην πραγματική αγάπη που θα την έσωνε.
Και έτσι οι ώρες κυλούσαν και σε εκείνο τον τόπο που δεν είχε χρόνο, έφτασε η νύχτα και η νεράιδα έπεσε να κοιμηθεί, κρατώντας στην αγκαλιά της το μικρό σκιουράκι.
Κάπου μακριά σε μια ξένη χώρα, σε έναν άγνωστο τόπο, ένα ρολόι χτύπησε δώδεκα φορές σημαίνοντας μεσάνυχτα, και το σκιουράκι μεταμορφώθηκε σε πρίγκιπα.
Ο πρίγκιπας με τα πράσινα μάτια κοίταξε τις δεμένες πληγές του που του είχε φροντίσει η νεράιδα και έπειτα κοίταξε και εκείνη. Και αποφάσισε να μείνει κοντά της.
Η νεράιδα το επόμενο πρωί ξαφνιάστηκε όταν ξύπνησε από το αχνό φως του πρωινού. Είχε χρόνια να δει το φως. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε γύρω της. Ο κόσμος της φαινόταν πιο όμορφος, και πιο καθαρός, λες και κάποιος είχε φυσήξει όλη την σκόνη από το δάσος.
Το σκιουράκι κοιμόταν πλάι της και εκείνη του χάιδεψε το κεφάλι. Την υπόλοιπη μέρα την πέρασαν μαζί και η νεράιδα χαιρόταν που το ζωάκι έδειχνε όλο και καλύτερα. Και μαζί με αυτό ζωντάνευε και το δάσος που ζούσε.
Η νύχτα ήρθε κανονικά εκείνη την βραδιά και αστέρια φάνηκαν στον ουρανό. Η νεράιδα έπεσε να κοιμηθεί και κάπου μακριά το ρολόι χτύπησε ξανά δώδεκα φορές. Ο σκίουρος έγινε πρίγκιπας και για μια ακόμη φορά κοίταξε την νεράιδα που κοιμόταν στο πλάι του.
Όμως αυτή την φορά η νεράιδα ξύπνησε. Και τρόμαξε πολύ όταν είδε τον πρίγκιπα μπροστά της. Μόνο τα μάτια του της έλεγαν ότι δεν έπρεπε να τον φοβάται, αλλά εκείνη είχε τρομάξει πολύ. Τόσο πολύ που το δάσος πήρε την αρχική μορφή του. Σκοτάδι απλώθηκε παντού, τα πάντα βάφτηκαν γκρίζα και τα δέντρα έπεσαν πάλι στον νεκρικό τους λήθαργο.
‘’Όχι, όχι’’, είπε η νεράιδα στον πρίγκιπα. ‘’Δεν μπορείς να μείνεις εδώ. Νιώθω τόσο πόνο, τόσο ατελείωτο πόνο… που θα στεναχωριέσαι. Δεν θέλω να στεναχωριέσαι.. Δεν μπορείς να σπάσεις την κατάρα…’’
Ο πρίγκιπας σκίουρος όμως της είπε πως ήθελε να προσπαθήσει.
Και η νεράιδα έβαλε τα κλάματα καθώς φοβήθηκε πως αν έμενε εκεί ο πρίγκιπας στο τέλος θα γινόταν και εκείνος γκρίζος, σαν φάντασμα που θα περπατούσε στο δάσος.
Το κλάμα της μετατράπηκε σε άνεμο που ούρλιαζε και παρέσυρε τον πρίγκιπα σκίουρο μακριά έξω από το θλιμμένο της δάσος. Η νεράιδα έτρεξε πίσω του μα δεν μπορούσε να βγει έξω από το δάσος. Έμεινε να κοιτάει πίσω από τα σαπισμένα κλαδιά τον έξω κόσμο, έναν κόσμο που δεν θα μπορούσε να πάει ποτέ.
Πέρασαν έτσι μέρες, βδομάδες και μήνες όπου η νεράιδα στεκόταν στην άκρη του δάσους περιμένοντας τον πρίγκιπα σκίουρο να γυρίσει σε εκείνη. Και όσο περίμενε τόσο ο πόνος της και η απελπισία της μεγάλωναν. Τα δέντρα της ψιθύριζαν αλήθειες που δεν ήθελε να ακούσει. Της έλεγαν πως αν ο πρίγκιπας την αγαπούσε πραγματικά κανένας άνεμος δεν θα μπορούσε να τον διώξει από το δάσος. Γιατί η αγάπη του θα ήταν μεγαλύτερη και θα νικούσε.
Έτσι μια νύχτα η νεράιδα γύρισε την πλάτη της στον έξω κόσμο και χώθηκε ξανά βαθιά στο δάσος. Ένα δάσος που έμοιαζε πιο σκοτεινό από πριν, πιο θλιμμένο, και πιο στοιχειωμένο από ποτέ. Και σε κάθε βήμα της η καρδιά της ράγιζε γιατί πλέον δεν είχε καμιά ελπίδα πως κάποιος κάποτε θα έλυνε τα μάγια.
Και καθώς τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της σκεφτόταν τα λόγια της μάγισσας.
‘’Εσύ θα αγαπάς, αλλά δεν θα σε αγαπάνε. Και αυτό θα κάνει τον πόνο σου ακόμα πιο μεγάλο.’’
Γιατί ποιος άλλωστε θα μπορούσε να ερωτευτεί μια θλιμμένη νεράιδα;

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: