Αγγέλα Γαβρίλη – Δεν την αλλάξαμε τη ζωή, ακόμα, Κατερίνα

Φανταστείτε ένα κορίτσι να διανύει μια σκοτεινή εφηβεία, να γράφει κάτι τρελά και να κρύβει τα τετράδια, να μην ξέρει πώς να μεγαλώσει, να ζει σε μια γυάλα, να μην έχει φωνή…
Και μια μέρα να παρακολουθεί μια ταινία, την Παραγγελιά του Παύλου Τάσιου. Να βλέπει την Κατερίνα Γώγου να βάφεται και να αφαιρεί έπειτα με αηδία και δάκρυα, το μακιγιάζ από το πρόσωπό της, και να βγάζει από το στόμα της στίχους-λεπίδες. Έπειτα να τρέχει στα βιβλιοπωλεία και να αγοράζει όλα τα βιβλία της, να τα διαβάζει και να μην πιστεύει ότι μπορεί κάποιος να γράφει έτσι…
Με αυτό τον τρόπο μπήκε στη ζωή μου η Κατερίνα Γώγου, σαν μια αλλοπαρμένη νονά-νεράιδα που ήρθε να λύσει τα μάγια που με έδεναν. Ό,τι έγραψα από τότε μέχρι σήμερα και ό,τι θα γράψω, είναι δώρα της. Και το παρόν κείμενο που φιλοξενεί το Παράθυρο, δεν είναι μία παρουσίαση του έργου της κι ας μην αξιολογηθεί έτσι. Είναι ένα κείμενο προσωπικό: το ευχαριστώ που δεν είχα την τύχη να της πω ποτέ.

Γεννήθηκε καλοκαίρι η Κατερίνα (Ιούνιος 1940), και πέθανε φθινόπωρο (Οκτώβριος 1993), αυτόχειρ. Από πέντε χρονών στο σανίδι του θεάτρου, έπειτα δραματική σχολή, σχολή χορού και μετά σινεμά: Η Λαζάρου που «πρόσεχε την Πολυχρονοπούλου που πρόσεχε την Ξανθοπούλου που μίλαγε με τη Γιαδικιάρογλου» στην αξέχαστη σκηνή από Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο, η μικρή αδερφή της Τζένης Καρέζη στο Μια τρελή, τρελή οικογένεια, ζευγάρι με τον Αλέκο Τζανετάκο – σχεδόν πάντα στις ταινίες και για πολλά χρόνια στη ζωή, τρομοκρατημένη από τον «κακούργο» να τρέχει για βελόνα και κλωστή στο Η δε γυνή να φοβήται τον άντρα, αδερφή του Θανάση Βέγγου και μπλεγμένη στην Αντίσταση στο Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;
Όλοι οι ρόλοι της μικροί, αλλά έγραφαν, όπως και το πρόσωπό της: όχι όμορφη, ξεχωριστή. Κι έπειτα οι δύο ταινίες του Παύλου Τάσιου όπου η Κατερίνα ήταν πρωταγωνίστρια, Το βαρύ πεπόνι (1977) όπου κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και η Παραγγελιά (1980): από κάθε άποψη, μέσα στις καλύτερες ταινίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Η παρουσία της στη μεγάλη οθόνη κλείνει το 1984, με την Όστρια, του Αντρέα Θωμόπουλου: και πάλι βραβείο ερμηνείας και βραβείο σεναρίου το οποίο μοιράστηκαν με τον Θωμόπουλο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

κατερινα_γωγου
Αλλά ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, είχε γεννηθεί η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου, η Κατερίνα των Εξαρχείων (γέννημα-θρέμμα), η ποιήτρια των δρόμων, της αναρχίας, η ποιήτρια εκείνων που δεν έχουν φωνή. (Κι αν θέλετε τη γνώμη μου, οι ποιητές γι’ αυτούς υπάρχουν, αλλιώς ας πουλάνε καλύτερα λεμόνια.)
Η πρώτη έκρηξη: Τρία κλικ αριστερά, από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 1978 (μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφόρησε το 1983 στις ΗΠΑ, από τις εκδόσεις «Night Horn Books»).
Ακολούθησαν απανωτά «τρομοκρατικά χτυπήματα» σε όλη τη δεκαετία του ’80: Ιδιώνυμο (1980), Το ξύλινο παλτό (1982), Απόντες (1986), Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988), Νόστος (1990). Το 2002, σχεδόν δέκα χρόνια μετά το θάνατό της, ό,τι έμεινε πίσω της, σε ένα βιβλίο: Με λένε Οδύσσεια, με αδημοσίευτα ποιήματά της, σημειώσεις της, κάποιες ενάρξεις εξιστορήσεων και τρεις παραλλαγές δικών της σεναρίων. Όλα τα παραπάνω, το σύνολο των γραπτών της, συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο που κυκλοφόρησε το 2013 (είκοσι χρόνια μετά την έξοδο,) από τις εκδόσεις Καστανιώτη, Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε.

Εκτός από τα βιβλία της, η φωνή και οι στίχοι της από την Παραγγελιά με τη μουσική επένδυση του Κυριάκου Σφέτσα, κυκλοφορούν από το 1981 σε διάφορες επανεκδόσεις, με τίτλο Στο Δρόμο: τα «μπιπ» της λογοκρισίας της εποχής εκείνης, εντείνουν το συγκλονιστικό αποτέλεσμα που μοιάζει με ντοκουμέντο, με ηχητικό ντοκιμαντέρ. Αλλά είναι ταυτόχρονα μήνυμα σε χρονοκάψουλα που διασχίζει τις γενιές για να φτάνει κάθε φορά σε εκείνους που στέκονται από την απέναντι πλευρά και φωνάζουν, ουρλιάζουν αν χρειαστεί, αλήθειες.

Η Κατερίνα έγραφε, όπως έλεγε η ίδια, με τόση δύναμη που νόμιζε ότι θα σπάσει το στυλό, «γιατί είχαν πονέσει οι μασέλες μου από το να μη μιλάω». Έγραφε και αγωνιζόταν, παίρνοντας θέση για να καταγγείλει την κρατική καταστολή και να υπερασπιστεί δημοσίως όσους διώκονταν. Την τραβούσαν κάθε τρεις στην Ασφάλεια για ανακρίσεις. Την έκαναν στην άκρη οι καθεστωτικοί διανοούμενοι που ήδη από τότε είχαν πιάσει τις θέσεις στο τραπέζι της πασοκικής παντοκρατορίας. Γραφική, περιθωριακή, τρελή, εκτός.

Το πάλεψε πολύ και το πάλεψε καλά. «Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει;», έλεγε. Αλλά οι αντοχές της λιγόστεψαν σταδιακά. Δεν ξέρω γιατί, δεν κρίνω κανέναν που δεν έχω ζήσει τη ζωή του. Γεγονός είναι ότι το αλκοόλ και τα ψυχοφάρμακα, έγιναν το καταφύγιό της και τελικά σε ηλικία 53 ετών, έγιναν και το μέσο εξόδου της.
Αλλά η Κατερίνα ποτέ πραγματικά δεν έφυγε από το πλευρό μας. Το κορμί μόνο κουράστηκε, η φωνή της συνεχίζει. Δεν γνωρίζω άλλη σύγχρονη Ελληνίδα ποιήτρια, που να γράφει έτσι: όχι ως στιλ, αλλά με όλη την ορμή του ακατέργαστου συναισθήματος να μετουσιώνεται σε στίχους-πληγές, σε στίχους-χαστούκια, σε στίχους με νύχια και δόντια αγριμιού. Είναι ζωντανοί οι στίχοι της Κατερίνας και θα μείνουν έτσι – γι’ αυτό και κάθε γενιά τους ανακαλύπτει ξανά, όπως τους ανακάλυψα εγώ. Δεν χρειάζεται αφιερώματα, κριτικές και ανθολογήσεις η ποίησή της. Δεν τα έχει ανάγκη όλα αυτά, κι ας είναι άδικο που παραμένει ακόμα και σήμερα «Εκτός κιβωτού».

κατερίνα_γώγου
Και δεν δέχομαι τους χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς διαβάζω γι’ αυτήν, ως μία ακόμα περσόνα στη μυθολογία των «καταραμένων ποιητών», με τους οποίους επιχειρούν να ερμηνεύσουν το γεγονός ότι είναι τόσο δημοφιλής ακόμα ανάμεσα στους νέους (και μάλιστα σε νέους, που μπορεί να μην διαβάζουν ποίηση).
Η Γώγου είναι το ακριβώς αντίθετο του μύθου, είναι η ωμή πραγματικότητα. Και τα έλεγε και τα έγραφε ως έχουν, αδιαφορώντας για το ποιος ακούει και ποιος όχι. Ήταν γενναία ψυχή, κι ας την είχαν για ξεγραμμένη. Αυτό που έφτιαξε με την ποίησή της, ήταν ένα μονοπάτι από πατημένο χώμα ίσα-ίσα στο χείλος του γκρεμού. Κι από αυτό το μονοπάτι, περάσαμε πολλοί και θα περάσουν κι άλλοι.
Ναι, απαντούν κάποιοι, αλλά μεγάλη ποιήτρια δεν ήταν, επισημαίνοντας σοβαρές αδυναμίες στη γραφή της. Η άποψή μου είναι ότι όταν γράφεις όπως η Γώγου, οι αδυναμίες στη γραφή δεν έχουν καμία σημασία. Αυτά είναι για μας, που παλεύουμε τους στίχους μας, όχι για μια ποίηση-φυσική δύναμη, όπως η δική της: όσο μπορείς να αξιολογήσεις κριτικά μια καταιγίδα, άλλο τόσο μπορείς να αξιολογήσεις ως ποιήτρια και την Κατερίνα Γώγου.
Δεν χρειάζεται κανέναν να τη χαρακτηρίσει μεγάλη ποιήτρια, όπως η αλήθεια δεν χρειάζεται να αποδείξει τον εαυτό της. Τη διαβάζεις και συγκλονίζεσαι, την ακούς να απαγγέλει και σου κόβονται τα πόδια από τη δύναμή της. Με δύο λόγια, αν δεν καταλαβαίνεις γιατί η Κατερίνα Γώγου είναι μεγάλη ποιήτρια, δεν έχεις καταλάβει τίποτα από τη ζωή και τον κόσμο που ζούμε και μπορείς να συνεχίσεις να κοιμάσαι ήσυχος.

…Μέτρησε μόνο τα μεροκάματα που έκανα
μ’ αυτό θα μάθεις πως έζησα.
Μέτρησε έπειτα το νοίκι μας
ποτέ δε φτάνανε να το πληρώσω.
Και πόσο φως έκαψα
ψάχνοντας να βρω τρόπο.
Τράβα μετά και γύρεψε απ’ τον πατέρα σου
για τελευταία φορά χρήματα
και δώσε τα χρέη μου.
Ύστερα πλύνε τα μούτρα σου
και μην αφήσεις κανέναν να σου πει
τι απόγινε με τη μάνα σου.
Μόνο κάτω απ’ αυτές
τις ηλίθιες αποδείξεις
φτιάξε έναν ήλιο απ’ αυτούς που μόνο εσύ έχεις στο νου σου
και κάτω απ’ αυτόν
γράψε με τ’ αστεία παιδικά σου γράμματα
ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ!

(«Ετών 9», Τρία κλικ αριστερά)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: