Μαρία Θεοφιλάκου – Η νύχτα και το τραγούδι των λύκων

«Το σήμερα είναι ένα πράγμα από μόνο του, ξέχωρο από το μέλλον», έγραφε ο Ιρλανδός ποιητής Λούις ΜακΝις (Louis MacNeice, 1907–1963) για τη ραδιοφωνική του παραγωγή “Ο Σκοτεινός Πύργος” το 1946. «Κάθε στιγμή είναι ο εαυτός της».

Δηλαδή εμείς. Εμείς είμαστε η στιγμή, και η στιγμή είναι ο τρόπος μας να περπατάμε το μεγάλο διάνυσμα του χρόνου. Η δικιά μας γενιά έρχεται πίσω από γενιές και γενιές ανθρώπων που σέρνει η καθεμιά μαζί της τη δική της εποχή, φτιαγμένη με τον αγώνα ή τη συγκατάβαση, τη μιζέρια, τον φόβο ή την τρέλα του όχλου της. Άλλες γενιές έρχονται μετά από μας. Καθένας δεν βλέπει παρά την πλάτη της γενιάς που προηγείται και δεν μαντεύει παρά τα χνώτα των επόμενων γενιών στον σβέρκο της. Περπατάμε έτσι εκτεθειμένοι στην ολοένα αμείωτη απόσταση ανάμεσα μας, τόσο που μοιάζουμε στημένοι σε μια στατική φωτογραφία, σε μια νυχτερινή μας λήψη την ώρα που αποφεύγουμε την κατά πρόσωπο αναμέτρησή μας με το σήμερα και με το αύριο μας.

Και αυτή είναι η ώρα που μας κυκλώνουν οι «Λύκοι» του ΜακΝις.

Παρότι υποεκτιμημένος ανάμεσα στους Ώντεν και Σπέντερ της ομάδας των “Thirties Poets” (γνωστής και ως “ομάδα του Ώντεν” – Auden Group), ο ΜακΝις υπήρξε ποιητής με δυνατή πένα, που στους Λύκους (“Wolves”, 1935) έγραψε για ένα λευκό σεντόνι στο μυαλό των ανθρώπων, όταν αυτοί αφήνονται να τους παρασύρει το κύμα του καιρού. Για την επίκληση μίας στιγμής απαλλαγμένης απ’ τα βαρίδια της συνείδησης και της ανησυχίας που αυτή φέρνει. Για μια στατική φωτογραφία, που η δύναμή της είναι ότι δεν εξηγεί τον σκοπό των πραγμάτων ή την ουσία ενός κόσμου που παλινδρομεί προς τον χειρότερο εαυτό του• και η αδυναμία της, αυτή ακριβώς η αγωνία για μια επιπόλαιη απάλειψη των σκιών, που τελικά θα καταφέρουν ούτως ή άλλως να τρυπώσουν στην εικόνα.

Την ώρα λοιπόν που οι «Λύκοι» μας κυκλώνουν, εμείς δεν έχουμε (θα ‘λεγε ίσως ο ΜακΝις με το σαρδόνιο χαμόγελό του) παρά να οχυρωθούμε πίσω από την ακινησία μας, να δοκιμάσουμε την ύστατη επίκληση στην τύχη μας για να τελειώσει κι αυτό το στιγμιότυπο καθαρό. Ένα ακόμα στιγμιότυπο καθαρό από σκιές, κι ύστερα ας είναι πάλι η νύχτα και το τραγούδι των λύκων.
(σημείωμα – μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου)

ΛΥΚΟΙ, του Λούις ΜακΝις

Δεν θέλω πια να είμαι στοχαστικός
Ζηλεύοντας και περιφρονώντας πράγματα αστόχαστα
Βρίσκοντας πάθος στα σκυλιά και στα αδούλευτα χειρόγραφα
Και στα νεαρά κορίτσια που φτιάχνουν τα μαλλιά τους και σε όλα τα κάστρα της άμμου
Που έχουν ξεπλυθεί μέχρι την ώρα του ύπνου των παιδιών, στο επίπεδο της όχθης.
Η παλίρροια έρχεται μέσα και τραβιέται πάλι έξω, δεν θέλω
Να υπογραμμίζω πάντοτε τη διαρκή της φύση ή τη ροή της,
Δεν θέλω να ‘μαι ένας τραγικός ή φιλοσοφικός χορός
Μα να εστιάσω μόνο στο μέλλον το απ’ αυτό πιο κοντινό
Κι ύστερα ν’ αφήσω όπως κυλά η θάλασσα να μας σκεπάσει.
Ελάτε λοιπόν όλοι σας, ελάτε πιο κοντά, φτιάξτε έναν κύκλο,
Ενώστε χέρια και προσποιηθείτε ότι τα ενωμένα
Χέρια θα κρατήσουν μακριά τους λύκους του νερού
Που αλυχτούν κατά το μήκος της ακτής μας. Και ας υποτεθεί
Ότι κανείς δεν τους ακούει ανάμεσα στην κουβέντα και στο γέλιο.

 

 
WOLVES, by Louis Macneice

I do not want to be reflective any more
Envying and despising unreflective things
Finding pathos in dogs and undeveloped handwriting
And young girls doing their hair and all the castles of sand
Flushed by the children’s bedtime, level with the shore.
The tide comes in and goes out again, I do not want
To be always stressing either its flux or its permanence,
I do not want to be a tragic or philosophic chorus
But to keep my eye only on the nearer future
And after that let the sea flow over us.
Come then all of you, come closer, form a circle,
Join hands and make believe that joined
Hands will keep away the wolves of water
Who howl along our coast. And be it assumed
That no one hears them among the talk and laughter.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: