Γιώργος Γκανέλης – Έξι ποιήματα

Γκανέλης

 

ΑΠΑΘΕΙΑ

 

Ν’ αρχίζεις το πρωί με χαμόγελο
είναι πια μια πολυτέλεια
να τελειώνεις το βράδυ με λυγμό
μια αναγκαστική συνήθεια.
Να είσαι ο εαυτός σου δύσκολο
να κρύβεσαι πίσω από σκιές θεμιτό.
Έχουν αλλάξει οι ρόλοι
μας έχουν καθυποτάξει οι μέτριοι
κι εμείς θεατές των εξελίξεων.

 

Φτάσαμε στα πρόθυρα του τίποτα
με υποσχέσεις χωρίς προστατευτικό κάλυμμα.
Οι ουρανοί διάτρητοι, το μέλλον αβέβαιο.
Κι οι τουρίστες στο Σύνταγμα
με το σακίδιο στον ώμο ν’ απορούν
βλέποντας επαίτες στους δρόμους
να εκλιπαρούν για βοήθεια.

 

Η απάθεια είναι μια ακόμη ήττα.

 

(Από ανέκδοτη ποιητική συλλογή)

 

 

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Η Ποίηση, πάντα θλιμμένη ερωμένη
θα μας αποχαιρετά
βιαστικά κουνώντας το καπέλο της
μέσα από σμήνη αποδημητικών πουλιών
κι απ’ τον ουρανό λέξεις θα πέφτουν διάσπαρτες.

 

Και μετά ο ήλιος θα παγώνει κάτω απ’ τα πλατάνια
τα σύννεφα θα στέλνουν μιαν ακόμη βροχή
λασπωμένη και κίτρινη
κι η άνοιξη θα διαμελίζεται στα στενά.

 

Η Ποίηση, το πρώτο μας τσιγάρο
η τελευταία μας ελπίδα κι η διάψευσή της.

 

(Aπό ανέκδοτη ποιητική συλλογή)

 

 

 

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

 

Απόμειναν τα πλαστικά όνειρα ριγμένα στις άψυχες ημέρες
πολλά ομοιώματα της νύχτας να περιφέρονται
ωχρά και ταλαιπωρημένα χωρίς διαβατήριο
χωρίς την ελάχιστη δόση ελπίδας, με κινήσεις αργές
και το μαχαίρι καρφωμένο στα τσιμέντα, στην καρδιά
αυτής της πόλης κι ο άνεμος υστερικός να γρατσουνάει
τ’ άδεια κιβώτια της μπύρας, τα λιγοστά χαρτιά
εσένα με τη θεατρική όψη της μετανοημένης
που αύριο θ’ ανατραπεί από τις υποσχέσεις της μέρας .
χωλαίνοντας ο καιρός προσπερνάει, αφήνοντας σκόνη
στα κρύα παράθυρα, ψυχές χωρίς υλικό
χωρίς οράματα, πιο πέρα το άστεγο παιδί ονειρεύεται
το άγγιγμα της ανύψωσης, στοργή και ζεστά πρωινά.

 

Αυτό το φθινόπωρο αντιμάχεται τις ανοιχτές κάμαρες
επουλώνει με βιασύνη την ανία των διακοπών
για να υποδεχτεί επίσημα την πρώτη ψιχάλα
που θα γεμίσει τα κενά, τις άδειες σκέψεις
ρίχνοντας στην ξηρασία του μυαλού υγρό χαμόγελο.
Νομίζω ότι η βροχή δεν έχασε ποτέ το κύρος της.

 

Από την ποιητική συλλογή ‘’Ο σκοπευτής της μνήμης’’

 

Εκδ. Στοχαστής, 2013

 

 

 

 

 
Η ΛΑΣΠΗ
Απόηχοι νυχτερινοί της βροχής
στους δρόμους μια κομπανία λάσπης
που δεν είναι ορατή από τα παράθυρα
δεν επιδέχεται χημική ανάλυση
αυτή η λάσπη η αποξηραμένη αιώνες
σε δημόσιους χώρους,
απόσταγμα μιας πανάρχαιας κληρονομιάς.

 

Ακούω φωνές θριαμβικές
με συνοδεία κιθάρας και βογγητών,
μια μείξη περίεργη
να τυραννά τους ανύποπτους ανθρώπους.
Η λάσπη δεν απαλείφεται
οι φωνές είναι φτιαχτές
τι απόμεινε να οδηγεί το πλήθος ;

 

Είμαστε πια ανίκανοι να παραγράψουμε
μονομιάς τα οικόσημα
τους τρανούς λόγους των Τυχαίων
το ίδιο μας το μυαλό
που κι αυτό ενσωματώθηκε στα καθιερωμένα.
Όμως αυτό το χέρι περιμένει μια κατανόηση
μα τα πριόνια δεν έχουν συναισθήματα :
όποιος δε γίνει λάσπη θ’ ακρωτηριαστεί.

 

Από την ποιητική συλλογή ‘’Ανάπηροι δρομείς’’

 

Εκδ. Στοχαστής, 2012

 

 

 

 

 

ΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

 

Περίπου έτσι διασχίζουμε τις χάρτινες βδομάδες :
μ’ ένα γέλιο που μας το προσφέρουν
οι νεράιδες των περιοδικών
με την καρδιά εγκλωβισμένη.
Τα δίχτυα δεν πιάνουν μόνο ψάρια
συλλαμβάνουν και τη σκέψη
τη στιγμή της προσπάθειας
για μια στάλα φρέσκο παρόν.
Το πεύκο στο δρόμο
μου μίλησε με ύφος παρακλητικό ˙
λίγη σκιά ζητούσε να προσφέρει στους περαστικούς.

 

Βουνά στάχτης από νεκρές υποσχέσεις
μια άνοιξη ουδέτερη
αισθήματα σκορπισμένα μ’ αδιαφορία.
Αυτή όμως η πόλη
τι γύρευε έτσι απρόσκλητη ;
Μήπως έψαχνε το τελευταίο σημάδι
για ν’ αποδείξει την ομορφιά της ;
Οι λίγες καθαρές αυλές και το σπίτι
που χάσκει εδώ κι αιώνες
τα ντεμοντέ ρούχα που εφαρμόζουν τέλεια
σε σώματα ταλαιπωρημένα
είναι τα τελευταία σημάδια της ομορφιάς.
Οι καθρέφτες ήδη άρχισαν να σπάνε …

 

Από την ποιητική συλλογή ‘’Ανάπηροι δρομείς’’

 

Εκδ. Στοχαστής, 2012

 

 

 

 

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

 

Περάσαμε τη μισή ζωή μας
μέσα σε λερά δωμάτια
με τοίχους που έσταζαν απ’ την υγρασία
να καπνίζουμε ατέλειωτα τσιγάρα
θεωρώντας το ταβάνι για ουρανό.
Περάσαμε τη μισή ζωή μας
περπατώντας σε άδειους δρόμους
χαράματα με ομίχλη
σέρνοντας τα αλκοολικά βήματά μας
μπροστά από βιτρίνες καταστημάτων
και διανυκτερεύοντα φαρμακεία.
Κοιτάζοντας τα σκυλιά που μας ακολουθούσαν
σχεδιάζαμε ταξίδια για το καλοκαίρι
μοναχικές εκδρομές στη Σέριφο και στην Αμοργό
και μετά το Σεπτέμβρη να παίρνουμε σβάρνα τις συναυλίες
μέχρι που η πρώτη στάλα της βροχής
να προσγειώσει ανώμαλα τις ελπίδες μας.

 

Περάσαμε τη ζωή μας
γράφοντας στίχους τα μεσάνυχτα
κάτω απ’ το θαμπό φως της κάμαρας
ενώ έξω λυσομανούσε ο άνεμος
παρασέρνοντας χαρτιά, δέντρα και ψυχές.
Περάσαμε τη ζωή μας
κυνηγώντας ανέφικτους έρωτες
κοπέλες με κλειδωμένα χείλη
και μάτια να αιωρούνται στο κενό.

 

Περάσαμε όλη τη ζωή μας
σκυφτοί και μελαγχολικοί
ουδέτεροι παρατηρητές του κόσμου
κατεβαίνοντας τις Κυριακές στο λιμάνι
για ν’ αποχαιρετήσουμε τα πλοία που έρχονταν:
« όταν πιάνεις στεριά χάνεις το όνειρο »
μας έλεγε ο καπετάνιος
« το όνειρο και τη ζωή » θα πρόσθετα.
Γιατί η ζωή μας πέρασε γρήγορα
και φτάσαμε στο τέρμα της διαδρομής˙
τώρα βλέπουμε μόνο ερείπια από αρχαίες κολόνες
αγάλματα ακρωτηριασμένα και τυφλά
μια χώρα ανέστια
να ξενυχτά στις μεγάλες πλατείες.

 

Περάσαμε τη ζωή μας
χωρίς εκείνη να μας προσπεράσει.

(Από ανέκδοτη ποιητική συλλογή)

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: