Βασίλης Καλογήρου – Η βόλτα

καλογήρου

Κεφάλαιο έκτο

 1

  Μερικές ημέρες στο κρεβάτι και γίνεσαι σακάτης. Συνηθίζεις κι απορροφιέσαι. Μπορεί να γαμάς ή να κοκκινίζει το κεφάλι σου απ’ την κάψα του πυρετού κι όσα στο κρεβάτι κάνει κάποιος σαν εσένα, ενώ το μόνο που ‘χεις να επιδείξεις αργότερα είναι μια αρρωστιάρικη έλξη για τον εαυτό σου. Που να βγεις, δηλαδή, στο πεζοδρόμιο να πουληθείς; Σ’ έχει ακυρώσει η γλώσσα που μιλάς. Λες «χαλάσματα» και πνίγεσαι στη σκόνη. Ή λες «κατοχή» και σου ‘ρχεται να καταπιείς ένα φαρμακείο βιταμίνες. Μιλάς καταφατικά και νιώθεις υποτακτικός. Είναι οι συμφωνίες στη μέση, που σ’ έμαθαν να διαφωνείς με τον κόσμο. Πώς να ‘σαι με τον άνθρωπο μετά; Ούτε η σάρκα σου δεν σ’ έχει ανάγκη. Γερνάς σαν βετεράνος ανθρωπιστής δίπλα στα γεγονότα π’ αρνήθηκες κρυμμένος στο σπίτι.

  Αλλά κάπως έπρεπε να αποφύγω το θέατρο. Η Κάτια μ’ είχε ζαλίσει με μια θεατρική παράσταση που έπαιζε στην πόλη και που για μένα ήταν απ’ τα πράγματα που βαριόμουν περισσότερο. Έκανα τον άνθρωπο της τέχνης αλλά με το θέατρο έβγαζα φλύκταινες. Δεν μ’ άρεσε σχεδόν τίποτα σ’ αυτό. Πέρα απ’ το κείμενο, τα ‘βρισκα όλα λάθος. Την σοβαρότητα, τις εκφράσεις, την δήθεν δυστυχία των ηθοποιών στη σκηνή. Τόσα βάσανα κι όμως επιμέναμε να βάζουμε τα φαντάσματα να κυοφορούν, να φορτωνόμαστε κι άλλο βάρος κι άλλη δυσφορία στις μύτες. Το ταλέντο κάποιων το ‘κανε υποφερτό, αλλά στην πόλη μας έρχονταν δεύτερης διαλογής θίασοι. Ξεπεσμένοι  ηθοποιοί της τηλεόρασης φορτώνανε στην πλάτη τους τα πιτσιρίκια και τα τραβολογούσαν στην επαρχία για να μαζέψουν εμπειρίες δίπλα στα απολιθωμένα είδωλα. Φθηνές παραστάσεις γεμάτες προχειρότητα και σαχλαμάρα. Παίρνανε την τέχνη του συγγραφέα και την σφάζανε στο γόνατο για λίγο χειροκρότημα και 5 φράγκα. Έπρεπε να κάνω τον άρρωστο ή τον κουρασμένο και τον άκεφο. Να μείνω σπίτι λίγες μέρες μέχρι να ξεκουμπιστούν γι’ άλλη πόλη, όπου θα συνέχιζαν κάθε βράδυ το βιολί των βαρύγδουπων εκφράσεων και των φανφαρονικών τους αντιδράσεων.

  Το ‘βλεπα- κάπως- σαν τον Σάλιντζερ με λίγα λόγια, με μόνη διαφορά πως ενώ αυτός πήγαινε στις παραστάσεις, εγώ δεν είχα καμιά διάθεση…όμως πήγα. Δεν θυμάμαι πως με τούμπαρε τελικά η Κάτια αλλά ήμουν έξω απ’ το θέατρο στην ώρα μου. Θα ‘θελα ακόμα ένα μισάωρο στη διάθεσή μου για να χωνέψω όλο αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Είχε πολύ κόσμο στο φουαγιέ και δεν το πήρα με καλό μάτι. Άρχισα να υιοθετώ το βλέμμα των μανιακών, σε μια γωνιά, καταντούσα υποχόνδριος. Ήταν εξαρχής μια ήρεμη μέρα χωρίς ιδιαίτερες ανησυχίες, μα τώρα ένιωθα αρκετά άβολα. Μόλις βρεθήκαμε δε, στις μεσαίες θέσεις της αίθουσας, ένιωσα ότι η κατάσταση θα ξέφευγε απ’ τον έλεγχο μου, καθώς θα ‘πρεπε να περάσω ανάμεσα από έναν σωρό πόδια αν κάποια στιγμή μου ‘ρχότανε να την κοπανίσω. Σηκώθηκα με τη δικαιολογία του τσιγάρου και πήγα στην τουαλέτα. Ήπια ένα ζάναξ, έβρεξα το πρόσωπό μου κι άναψα τσιγάρο. Θα ‘χα φύγει στα σίγουρα αν δεν είχα πληρώσει 20 ευρώ κι αν η παράσταση δεν ήταν οι «Βρικόλακες» του Ίψεν. Όχι πως τον εκτιμούσα και τόσο τον Ίψεν-προτιμούσα τον Στρίντμπεργκ λ.χ. ή εκείνον τον εκπληκτικό Τένεσι Ουίλιαμς, με τους αληθινούς διαλόγους, την αληθινή δυστυχία – αλλά μου άρεσε αφάνταστα ο χαρακτηρισμός «βρικόλακες» που έδινε στις εμμονές των χαρακτήρων του. Θα ‘μενα λοιπόν κι εγώ να τα βάλω με τους δικούς μου.

2

 

  Χτύπησε το τελευταίο κουδούνι, τράβηξα καναδυό γρήγορες τζούρες απ’ το τσιγάρο και το ‘σβησα μέσα στον νιπτήρα. Βρήκα τη θέση μου μέσα στα σκοτάδια και βυθίστηκα αναπαυτικά στο κάθισμα, έχοντας το ‘να χέρι μου στο στήθος που το ‘χε τρελάνει η καρδιά μου με τις ανοησίες της. Άρχισε η μουσική και σηκώθηκε η αυλαία. Η πρώτη ηθοποιός ξεχύθηκε στη σκηνή. Εκείνη η προστατευόμενη πουτανίτσα της πλουσιο-οικογένειας του μικρού ζωγράφου. Με του που άκουσα τα βήματα επάνω στο σανιδένιο πάτωμα κι είδα την ψεύτικη έκφραση στο πρόσωπο της, μου ‘ρθε να βάλω τα γέλια. Ήθελα να ειρωνευτώ φωναχτά, να κάνω ένα σαρκαστικό σαματά εναντίον της παράστασης. Έκανα όμως ένα γύρο με το βλέμμα μου και διέκρινα μόνο σοβαρές φάτσες. Αυτά τα ηλίθια κουλτουριάρικα βλέμματα της επαρχίας που δεν έχουν ιδέα από συγκίνηση και τέχνη. Που δεν θα διάβαζαν ούτε μισό διάλογο του Ίψεν αν δεν βρισκόταν κάποιος να τους κοιτάζει. Τώρα είχανε πάρει τα ύφη των καλλιτεχνικών απηχήσεων κι απολαμβάνανε τον εαυτό τους και μόνο, που βρέθηκε σ’ αυτό το πολιτιστικό γεγονός να ψυχαγωγείται και να μορφώνεται από μια τόσο σπουδαία παράσταση. Είχαν έρθει για τον λόγο, αλλά διασκέδαζαν με τις κινήσεις. Ότι σκατό και να τους σέρβιρες, θα το ‘τρωγαν στο όνομα του πολιτισμού οι  γελοίοι κι ας ήταν άσχετοι με όλα.  Στις τελευταίες θέσεις, μια παρέα φοιτητών,  σχολίαζε διαρκώς την παράσταση και χαζογελούσε. Τα μάτια τους μου φάνηκαν τόσο ανόητα που σκέφτηκα ότι θα συμπεριφέρονταν το ίδιο με τώρα αν τους διάβαζες ένα ποίημα του Καβάφη ή ένα απόσπασμα απ’ τον Τολστόι. Γνήσιοι βλάκες, με λίγα λόγια. Στοίχημα, μπάλα, χαχανητά και μαλακία. Ένα παιχνίδι που ‘πρεπε να χαθεί.

  Αφού λοιπόν ήμουνα μόνος, δεν είχε κανένα νόημα να επιχειρήσω την παράσταση γελοιοποίησης. Αρκέστηκα, έτσι, να χαμογελάω, στα μουγκά και να μυρίζω την νικοτίνη απ’ τα δάχτυλα μου, πράγμα που με ηδόνιζε  άμα ήμουν σε χώρους που απαγορευόταν το κάπνισμα.

  Η παράσταση κύλισε κάπως έτσι. Οι ατάλαντοι στο σανίδι βίαζαν τον αδιάφορό μου Ίψεν, οι γελοίοι- και νάρκισσοι όσο οι ηθοποιοί- στις κάτω θέσεις θαύμαζαν σαν κουτορνίθια τα εξελισσόμενα καραγκιοζηλίκια, οι φοιτητές στις πίσω θέσεις διασκέδαζαν την ηλιθιότητά τους κι εγώ σνίφαρα με μανία τα καπνισμένα δάχτυλα μου χαλβαδιάζοντας που και που τις βυζάρες της Κάτιας που φορούσε ένα ντεκολτέ τόσο βαθύ όσο το νόημα που νόμιζε ότι πιάνει ο φλώρος στο διπλανό μου κάθισμα και που συχνά πυκνά το εξέφραζε μ’ ένα πνιγμένο επιφώνημα σαν συγκατάβαση στο μεγαλείο της τέχνης. Όσο για τους προσωπικούς μου βρικόλακες, ούτε γι’ αστείο δεν μπορεί να ειπωθεί πως έγινε κάποια σοβαρή μάχη μεταξύ μας.

3

  Λίγο με το ένα, λίγο με τ’ άλλο, η παράσταση τελείωσε. Η Κάτια επέμενε να πάμε σε κάποιο μπαρ για κάνα ποτό κι εγώ μην έχοντας σοβαρή δικαιολογία αλλά και τόσο ανακουφισμένος που βγήκα από κει μέσα, διατεθειμένος για οτιδήποτε θα μ’ έκανε να το ξεχάσω, την πήγα στο μπαράκι που σύχναζα. Δεν καθίσαμε παραπάνω από μια ώρα, αλλά πρόλαβα να πιω 3 βότκες. Η συζήτησή μας περιορίστηκε σε γενικόλογες μπούρδες. Περί θεάτρου, όπου οργίασα με τις λοιδορίες απέναντι του, περί σχέσεων, όπου έκανα τον ανεξάρτητο και πολλά ανόητα αστειάκια απ’ αυτά που δεν μου έλειψαν ποτέ. Καθόμασταν στο μπαρ. Την είχα στα δεξιά μου. Συνέχιζα να κοιτάζω τα βυζιά της κάπου-κάπου ρίχνοντας- στο ενδιάμεσο- κάποιες ματιές σε δυο γκόμενες δίπλα της αποδεικνύοντας γι’ άλλη μια φορά ότι η αφοσίωση δεν ήταν απ’ τα χαρακτηριστικά μου. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που μπήκε στο μπαρ ένας καθυστερημένος. Παρήγγειλε πορτοκαλάδα κι αμέσως τράβηξε την προσοχή μου. Ρουφούσε με το καλαμάκι το αναψυκτικό του και κοίταγε το ποτήρι σαν να ‘τανε η μόνη του ελπίδα. Μου θύμισε τον εαυτό μου την εποχή που διάβαζα συνέχεια τα γράμματα που μου ‘στελνε η Λίνα, μόνο που αυτός, δεν γύρισε ούτε στιγμή να με κοιτάξει. Ήπιε την πορτοκαλάδα του και την κοπάνησε.  Το θεώρησα υπέροχο. Ο άνθρωπος αυτός βγήκε στις 12 το βράδυ να πιει πορτοκαλάδα.

  Πληρώσαμε και την κάναμε. Η Κάτια προθυμοποιήθηκε να με φιλοξενήσει στο σπίτι της κι αφού της ξεκαθάρισα πως δεν θα γινόταν τίποτα σεξουαλικό μεταξύ μας, την ακολούθησα. Παρά την συμφωνία μας έβαλε ακόμη ένα μαξιλάρι στο κρεβάτι, αντί να μου στρώσει στον καναπέ της. Ήμουν ήρεμος απ’ τα ζάναξ και τις βότκες και σκέφτηκα ότι ένα σκηνικό αγάπης δεν θα με πείραζε αν μ’ έπιανε αμέσως ο ύπνος. Ξάπλωσα λοιπόν δίπλα της και παρατηρούσα τα βουναλάκια που σχημάτιζαν τα σκεπασμένα σώματά μας που σιγοδονούνταν πάνω στο ξεροψημένο απ’ τα παθήματα στρώμα. Όσα βουνά τόση μοναξιά, όσα σεντόνια τόσο ξύλο με τη ζωή και τόσες ήττες. Δέρνει η ζωή πάνω στα κρεβάτια, ανακατεύοντας κρέατα, υφάσματα και σούστες.

  Προσπαθούσε να με κάνει να της δώσω σημασία γυρνώντας μια από δω μια από κει, κοτσάροντας τα βυζιά της στα μούτρα μου, χαϊδεύοντας τα πόδια μου με τα δικά της.

-Ωχ μωρέ Κάτια, νομίζω ότι συμφωνήσαμε κάτι

-Θα μπορούσες τουλάχιστον να με αγκαλιάσεις

-Θα μπορούσα, μα όχι σήμερα

-Εντάξει…συγνώμη…καληνύχτα

-Καληνύχτα…

4

  Γύρισα πλευρό και συνέχισα να σκέφτομαι τα βουνά και τα σεντόνια, τον τρόπο των γυναικών και τον δικό μου, τον έρωτα που είχα ή δεν είχα ακόμα για τη Λίνα, τις 3 βότκες που είχα πιει και πόσο θα ‘θελα να ήταν 5 ή 6, τα ωραία βυζιά της Κάτιας που μείνανε μόνα όλο το βράδυ να παραπονιούνται για την μοναξιά τους, αδυνατώντας να καταλάβουν τον λόγο της απόρριψης, τα παιδικά στιχάκια της Κάτιας που θ’ ακολουθούσαν την επόμενη μέρα εξαιτίας αυτής τη βραδιάς, γεμάτα τόσο θλίψη, γεμάτα τόση αφέλεια και τόση ακίνδυνη μιζέρια που με κάνανε να αηδιάζω άμα τύχαινε να τα διαβάσω.

  Και μέσα σ’ όλα αυτά, προσπαθούσα να ελαχιστοποιήσω τη στιγμή. Όχι να συμπιέσω τον χρόνο που κυλάει συνεχώς δίχως να περιμένει κάποιο σινιάλο, περνώντας μέσα από τοίχους και δέντρα, ή μέσα από σώματα και κομμάτια γης καθισμένα στ’ αυγά τους, ένα ποτάμι που δεν αγγίζεται ποτέ, αλλά να σκεφτώ και να ζήσω  μια στοιχειώδη χρονική διάρκεια. Ένα κουάρκ χρόνου τόσο μικρό που θα ‘κλεινε μέσα του την αιωνιότητα. Που θα ‘ξερε και θα θυμότανε τα πάντα. Σαν ένα πραγματικό ποίημα που είναι πάντα στο παρόν επειδή προηγείται ή έπεται- για ένα ελάχιστο κλάσμα του χρόνου- του παρόντος.

  Επιθυμούσα μικρές αλλεπάλληλες σπίθες που κάνουν τη δουλειά τόσο γρήγορα και δεν ξεχνιούνται ποτέ. Όπως στον έρωτα, μία η άλλη οι στιγμές, υπάρχουν σαν να μην υπάρχουν, διαδεχόμενες τον εαυτό τους.

  Το σχηματισμένο τοπίο πάνω στην κουβέρτα από πόδια και κώλους κι αναπνοές και δυστυχίες ν’ αλλάζει συνεχώς σα να βλέπεις την διαμόρφωση της γης όλα αυτά τα εκατομμύρια χρόνια μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και που είναι αποτελέσματα είτε αγάπης είτε αδιαφορίας. Ή την πορτοκαλάδα να ρουφιέται απ’ τα χείλη ενός καθυστερημένου στις 12 και μισή τα μεσάνυχτα σ’ ένα μπαρ, τόσο γρήγορα όσο δεν είδες ποτέ, ακόμα και την εποχή που ρούφαγες την δική σου σε κάποιο καφενείο που σ’ είχε τραβήξει ο πατέρας σου ή ο παππούς σου ή ακόμα κι όταν ρουφούσες τα φτηνόξιδά σου, μόνος σ’ ένα δωμάτιο-φάντασμα, προσπαθώντας να μεθύσεις στο πι και φι, μήπως κι αρχίσει κάτι να κινείται και βρεις ένα λόγο να ζήσεις ξεμέθυστος.

  Όλος αυτός ο χρόνος που σε καταβάλλει με την ανυπόφορη διάρκεια του, τόσο που κι ένα χύσιμο να σου φαίνεται- χρονικά- ατελείωτο μόνο και μόνο επειδή τελειώνει. Και ψάχνεις την ευτυχία σ’ ότι βαστάει για πάντα- όπως πιστεύεις- ή σ’ αυτό που διαρκεί τόσο λίγο που είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ ή σ’ αυτό που  όντως δεν υπήρξε ποτέ.

5

  Κι ύστερα μου ‘ρχονταν στο νου οι πρώτες μου απαντήσεις. Τι πράγμα; Για ποιο πράγμα; Σε σχέση με ποιο πράγμα; Για το τι σκέφτεσαι ή πως νιώθεις ή τι νομίζεις πλέον και τέτοια. Πάντα να προσπαθώ να ορίσω το κέντρο βάρους έξω από μένα για να δικαιολογήσω την απουσία μου. Κι έτσι βρισκόμουν πάλι στο κρεβάτι. Στο κρεβάτι της Κάτιας. Σακάτης, μη μπορώντας να πηδήξω την Κάτια ή να την αγαπήσω με τον τρόπο που προτιμούσε, χωρίς κανένα σχέδιο για το μέλλον, χωρίς καμιά απαγκίστρωση  από το παρελθόν αλλά κι ούτε μια νομιμοποίηση του μέσω της ζωής μου, προσπαθώντας να πετύχω το άχρονο μέσα στον χρόνο για να μην πονάω ή για να μη χρειάζεται να δίνω κάθε τόσο εξηγήσεις στον οποιονδήποτε με θεωρούσε έναν απλό καιροσκόπο.

  Κι αν τάχα γέμιζε το μάτι μου μ’ αστέρια κι έλεγα: α! κάτι είδα, κι ας μην μπορούσα να ξέρω αν πρώτα είδα ή πρώτα είπα, αυτό δεν θα ‘ταν κάποιο συναίσθημα της προκοπής. Θ’ ακούσεις κι ένα σκυλί να σκυλονιώθει με τη σκυλίσια γλώσσα του κι αν είναι και τυφλό τόσο το χειρότερο για τον χρόνο που ‘ρχεται κατά πάνω σου σαν μια αγέλη από αρτιμελείς φίλους που το καλύτερο που ‘χουνε να κάνουν είναι να σωπάσουν

  Να γιατί δεν γούσταρα το θέατρο. Γιατί ήταν ψεύτικο μπροστά στο δικό μου και ζήλευα που κράταγε δυο τρεις ώρες μόνο.

  Η Κάτια συνέχισε να κουνάει κάθε τόσο τα πόδια της σαν να το ‘κανε για να πάρει κι αυτή μέρος στη ζωή που απέμενε μέχρι να κοιμηθούμε και που περνούσε ανάμεσα απ’ τις σκέψεις μου και τον θόρυβο των σκουπιδιάρικων που ‘χαν βγει ν’ αναγγείλουν την επόμενη μέρα όπου ένας άλλος ήλιος θα ‘βαζε τα κορμιά μας σε τάξη, θα τάιζε τα πεπρωμένα μας με την τροφή που φάγανε, στο παρελθόν, όλοι οι άνθρωποι.

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: