Δημήτρης Βλάχος – Εκδίκηση

Εκδίκηση

Ήταν ένας νεαρός που έτρεχε στο πάρκο κάθε μέρα. Ή τουλάχιστον, βρισκόταν εκεί κάθε φορά που βρισκόμουν κι εγώ. Ωραίος. Ή τουλάχιστον, φτιαγμένος με επιμέλεια και υπερβολική λεπτομέρεια για να μοιάζει στον ιδανικό άντρα της εποχής. Γρήγορος. Ή τουλάχιστον, πολύ πιο γρήγορος από εμένα μιας και με προσπερνούσε κάθε δύο γύρους.
Μια κοπέλα στεκόταν σχεδόν πάντα σ’ ένα παγκάκι και τον κοίταζε. Κατάλαβα από την πρώτη στιγμή πως ήταν η κοπέλα του. Ωραία. Η τουλάχιστον, φτιαγμένη με επιμέλεια και υπερβολική λεπτομέρεια για να μοιάζει στην ιδανική γκόμενα της εποχής. Ωραία και για τα δικά μου γούστα δηλαδή.
Ο νεαρός έτρεχε και με προσπερνούσε κάθε τόσο, σαν να με κορόιδευε. Δεν με κορόιδευε. Οι αθλητικές του προσδοκίες ήταν κατά πολύ υψηλότερες από τις δικές μου. Αγνοούσε την ύπαρξη μου. Η ταχύτητα του μεταμόρφωνε την άσφαλτο σε χορτάρι, το πάρκο σε γήπεδο ποδοσφαίρου, τα δέντρα σε αντιπάλους, την γκόμενα σε χιλιάδες οπαδούς που τον δοξάζουν. Μια αόρατη μπάλα έτρεχε μπροστά του και του έδειχνε το δρόμο προς τα δίχτυα.
«Μαλακισμένο», ψιθύριζα κάθε φορά που περνούσε αεράτος και καμαρωτός από δίπλα μου. Ήθελα να τον δω να σκοντάφτει και να πέφτει. Όχι σε οποιοδήποτε σημείο του πάρκου. Τον ήθελα σωριασμένο μπροστά στο παγκάκι που στεκόταν η καλή του και τον θαύμαζε. Ήταν ανώτερης κλάσης αθλητής, όχι όμως αυτό που πίστευε για τον εαυτό του. Δεν θα γινόταν ποτέ αυτό που φανταζόταν. Ήταν πολύ μεγάλος. Πάνω από είκοσι. Σ’ αυτή την ηλικία, ένας επαγγελματίας δεν τρέχει στα πάρκα. Ήταν όμως πολύ μικρότερος από εμένα. Και πιο γρήγορος. Κι είχε και μια όμορφη θαυμάστρια που του έδινε δύναμη. Τον μισούσα. Ήταν ο εχθρός μου στο πάρκο.
Μια μέρα στο γραφείο, ο συνάδερφος και φίλος μου ο Γιώργος, μου μίλησε για τον ξάδερφο του τον Σωτήρη που ήταν παλιός μαραθωνοδρόμος. Ήταν πια πενηντάρης, όμως στο παρελθόν είχε πολλές διακρίσεις κι είχε πάρει μέρος σε αγώνες σε όλον τον κόσμο.
Η ιδέα της εκδίκησης κατέβηκε στο μυαλό σαν το νερό που χύνεται απ’ το ποτήρι ενός αδέξιου σερβιτόρου.
«Τρέχει ακόμα;»
«Ναι. Δεν αγγίζει τα παλιά ρεκόρ, είναι όμως πάντα ένας έμπειρος δρομέας»
«Γουστάρει τις πλάκες;»
«Είναι το δεύτερο αγαπημένο του χόμπι μετά το τρέξιμο».
Ντύσαμε τον Σωτήρη έτσι ώστε να μοιάζει περισσότερο με άστεγο που τρέχει να προλάβει το συσσίτιο, παρά με δρομέα. Βρήκα σ’ ένα μπαούλο κάτι παμπάλαιες φόρμες που είχα ξεχάσει να πετάξω, θυμήθηκα όμως πως υπήρχαν. Τα μαλλιά του ήταν αραιά, κι ένα απλό ανακάτεμα ήταν αρκετό για να του δώσει μια κόμμωση ζητιάνου. Το πρόσωπο, ταλαιπωρημένο από τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες διαδρομές και την αφυδάτωση, έμοιαζε με πρόσωπο ταλαιπωρημένο από την χρόνια αφυδάτωση εξαιτίας του αλκοόλ.
Πήγαμε κι οι τρεις στο πάρκο. Δεν είχα σκοπό να τρέξω. Ήθελα ένα διασκεδαστικό απόγευμα εκδίκησης. «Από τι;» ρώτησα τον εαυτό μου και για μια στιγμή σκέφτηκα πως η κακία με είχε οδηγήσει στη βλακεία. Είδα την κοπέλα να κάθεται στο παγκάκι. Είδα εκείνον, μετά από λίγο, να συμπληρώνει τρέχοντας τον πρώτο γύρο. Τον ξαναμίσησα. Γεμάτος από το «εγώ» του, ωθούνταν από τις ένδοξες φαντασιώσεις να φτάσει το ακατόρθωτο. Να γίνει εκείνο που δεν θα γινόταν ποτέ.
Έκανα τάχα διατατικές ασκήσεις και περίμενα την αρχή του αγώνα, του οποίου μόνο ο ένας από τους δύο δρομείς γνώριζε για την επικείμενη διεξαγωγή. Ο Γιώργος κάθισε σ’ ένα κοντινό παγκάκι κι έκανε τάχα πως διαβάζει εφημερίδα. Ο Σωτήρης γνώριζε αυτό που έπρεπε να κάνει. Για μια στιγμή πήγα να του εξηγήσω. «Ξέρω» με διέκοψε κι άρχισε να τρέχει – επίτηδες άτσαλα- πριν τον προσπεράσει ο εχθρός. Ο αγώνας άρχισε με τον Σωτήρη να προηγείται κατά δέκα περίπου μέτρα.
Μετά από ένα γύρο, ο νεαρός δρομέας δεν είχε ανακτήσει ούτε ένα μέτρο σε σχέση με τον έμπειρο μαραθωνοδρόμο. Υπέθεσα πως προφανώς δεν τον είχε προσέξει, χαμένος όπως βρισκότανε στον γεμάτο δόξες και τιμές φανταστικό κόσμο του. Στον δεύτερο γύρο ο Σωτήρης έριξε το ρυθμό του και, όταν πέρασε από μπροστά μας, άφησε τον μισητό νεαρό να τον περάσει. Αναρωτήθηκα αν η προσπέραση έγινε εξαιτίας της κούρασης του συνεργάτη μου. «Αποκλείεται», ψιθύρισα.
Στον τρίτο γύρο, ο Σωτήρης βρισκόταν ξανά μπροστά κατά ελάχιστα, δύο ή τρία, μέτρα. Ο ρυθμός είχε ανεβεί. Και συνέχισε ν’ ανεβαίνει στον τέταρτο, στον πέμπτο, στον έκτο γύρο. Τώρα το «μαλακισμένο» είχε καρφώσει τα μάτια επάνω στον μαραθωνοδρόμο και τον κοίταζε με απορία. Είχε αρχίσει να κοκκινίζει.
Κοίταξα τον Γιώργο που είχε αφήσει την εφημερίδα στην άκρη και παρακολουθούσε από τη μια τον αγώνα κι από την άλλη τις αντιδράσεις (ή τα μπούτια) της γκόμενας του εχθρού μου. Τον πλησίασα, κάθισα δίπλα του κι άνοιξα την εφημερίδα κοιτάζοντας τον δρόμο όπου διεξαγόταν η κούρσα.
Δεν μετρούσα πια τους γύρους. Μετρούσα την μείωση του φωτός που έπαιρνε μαζί του, σε κάθε στροφή, ο ήλιος που είχε αρχίσει να δύει. Μαζί με τον ήλιο, κι ο κόσμος του πάρκου άρχισε να μας αφήσει μόνους. Εμάς, που γνωρίζαμε πως εκείνη τη στιγμή διεξαγόταν ένας αγώνας δρόμου. Τώρα πια το γνωρίζαμε όλοι. Ακόμα κι η γκόμενα στο παγκάκι. Κυρίως όμως, το γνώριζε ο νεαρός δρομέας.
Δεν περίμενα ποτέ να φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο. Παρακολουθούσα τον πιο ενδιαφέροντα αγώνα δρόμου της ζωής μου. Και τον είχα διοργανώσει εγώ. Ο Σωτήρης έδινε τον ρυθμό. Έπαιρνε όλες τις αποφάσεις. Ο μικρός ακολουθούσε αναψοκοκκινισμένος. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως ένας ρακένδυτος μεσήλικας τον ταπείνωνε μπροστά στην καλή του. Δεν μπορούσε να το χωνέψει πως τα πνευμόνια κι η καρδιά, τα πόδια και το μυαλό είχαν αρχίσει να τον προδίδουν. Σε κάθε γύρο, ο τρόπος που έτρεχε γινόταν όλο και πιο άτσαλος. Άρχισε να μετατρέπεται, από αθλητή, σε στρατιώτη που, τραυματίας και κουρασμένος, έτρεχε για να φύγει από τη φρίκη του πεδίου της μάχης. Έτρεχε για τη ζωή του.
Άφησα την εφημερίδα στο παγκάκι και κοίταξα τον Γιώργο. Με κοίταξε κι εκείνος. Καταλάβαμε. Σηκωθήκαμε ταυτόχρονα και περπατήσαμε μέχρι την άκρη του δρόμου. Μόλις οι δρομείς πέρασαν από μπροστά μας σήκωσα το χέρι. «Σταμάτα» φώναξε ο Γιώργος στον ξάδερφο του. Κανένας δεν μας είδε, κανένας δεν μας άκουσε. Μόνο η κοπέλα, για μια στιγμή γύρισε το κεφάλι προς το σημείο οπού στεκόμασταν. Είχε νυχτώσει και δεν μπόρεσα να διαπιστώσω τίποτα στο πρόσωπο της. Ένοιωσα όμως μια αύρα ανησυχίας να μου γεμίζει το κορμί. Μπορεί να μου την έστειλε εκείνη, μπορεί και να ήταν δικιά μου.
Τους είδαμε να περνάνε για τελευταία φορά από μπροστά μας. Ο μικρός σχεδόν σερνόταν. Κούτσαινε και το ένα χέρι ήταν μόνιμα απλωμένο μπροστά, σαν να ζητιάνευε τη χαμένη του περηφάνια.
«Πάμε να φύγουμε. Δεν είναι μόνο πλακατζής, είναι και μαλάκας. Αν δεν μας δει, θα βαρεθεί και θα φύγει» είπε ο Γιώργος κι αρχίσαμε να περπατάμε προς την έξοδο.
Όταν βγήκαμε από το πάρκο ήταν νύχτα. Χαιρετηθήκαμε πρόχειρα κι ακολουθήσαμε διαφορετικές κατευθύνσεις. Περπατούσα με το κεφάλι σκυμμένο.
Τη στιγμή που άφηνα πίσω μου τον φράχτη στην άκρη του πάρκου, άκουσα ένα ουρλιαχτό να σπάζει το γυάλινο σκοτάδι της πόλης. Μου φάνηκε γυναικείο. Η καρδιά σκίρτησε, τα πόδια λύγισαν. Συνέχισα το δρόμο μου.
Τη στιγμή που βγήκα από το ντους, άκουσα τις σειρήνες ενός ασθενοφόρου. Έφτιαξα μια σκηνή στο μυαλό μου. Μια πιθανή εικόνα του παρόντος. Δεν ήξερα αν είναι σωστή. Υπέθεσα πως ήταν. Το σπίτι μου βρισκόταν στο δρόμο ανάμεσα στο πάρκο και στο νοσοκομείο. Ευχήθηκα να έχω άδικο. Δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ.
Το επόμενο πρωί, στη δουλειά, συνάντησα τον Γιώργο. Δεν ρώτησα αν είχε νέα από τον ξάδερφο του. Δεν μου είπε τίποτα. Και δεν μιλήσαμε ποτέ για εκείνη τη μέρα στο πάρκο.
Μια μέρα μόνο, μου είπε πως είχε μια παλιά μου φόρμα.
«Καν’ την πατσαβούρα» του είπα.
Ήταν η τελευταία φορά που είδα τον νεαρό δρομέα και την κοπέλα του στο πάρκο. Ήταν η ντροπή, ή η σκασμένη καρδιά που τον έδιωξαν από εκείνο το μέρος; Ελπίζω το πρώτο.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: