Αγγέλα Γαβρίλη – Elizabeth Siddal

Siddal

»Elizabeth Siddal» Dante Gabriel Rossetti , 1854-1855.

Εκτός Κιβωτού

«He and She and Angels Three»

 

A Silent Wood

 

O silent wood, I enter thee

With a heart so full of misery

For all the voices from the trees

And the ferns that cling about my knees.

 

In thy darkest shadow let me sit

When the grey owls about thee flit;

There will I ask of thee a boon,

That I may not faint or die or swoon.

 

Gazing through the gloom like one

Whose life and hopes are also done,

Frozen like a thing of stone

I sit in thy shadow – but not alone.

 

Can God bring back the day when we two stood

Beneath the clinging trees in that dark wood?

 

Οκτώβριος 1869: οι άντρες που ανοίγουν κρυφά μέσα στη νύχτα τον τάφο στο νεκροταφείο Highgate στο Λονδίνο, βρίσκονται μπροστά σε ένα αναπάντεχο θέαμα, που η φήμη του θα αποτελέσει έμπνευση για τον πιο διάσημο «σκοτεινό» ήρωα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, η επί επτά χρόνια νεκρή Elizabeth Siddal είναι αναλλοίωτη, τα κόκκινα μαλλιά της είναι μακριά και ζωντανά, ενώ το σώμα της λάμπει…

Αυτή η φήμη, είναι πολύ πιθανόν να είναι ένα παραμύθι (με την έννοια της παραμυθίας) που έπλασε ο λογοτεχνικός ατζέντης του Dante Gabriel Rossetti (1828-1882), για να κατασιγάσει τις τύψεις του ζωγράφου και ποιητή για την ανόσια πράξη της εκταφής τους σώματος της συζύγου και μούσας του, Elizabeth Siddal: ο Rossetti είχε σκοπό να πάρει το σημειωματάριο με τα ερωτικά ποιήματα – αφιερωμένα σε εκείνην – που έθαψε μαζί της, ώστε να τα εκδώσει.

Η πραγματικότητα όμως είναι, ότι σε αυτή τη φήμη βασίστηκε ο Μπραμ Στόκερ για να δημιουργήσει την Αγγλίδα ηρωίδα του «Δράκουλα», Λούσυ, το πρώτο θύμα του αιμοσταγούς κόμη, που μετατρέπεται σε βαμπίρ.

Αυτή η «γοτθική» εισαγωγή, ταιριάζει απολύτως στη ζωή, το θάνατο και την τέχνη της Elizabeth Siddal, η οποία εκτός από μοντέλο για διάσημους πίνακες και ατυχήσασα μούσα της ψυχής της Αδελφότητας των Προραφαηλιτών, υπήρξε και η ίδια ζωγράφος και ποιήτρια. Με τη δεύτερη αυτή ιδιότητά της, της ποιήτριας, βρέθηκε ανάμεσα στα διασωθέντα πλάσματα της παρούσας Κιβωτού.

Η Elizabeth Eleanor Siddal γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 1829: ο πατέρας της είχε μια μικρή επιχείρηση που έφτιαχνε μαχαιροπήρουνα και ισχυριζόταν ότι η οικογένειά του έχει αριστοκρατική καταγωγή, ενώ είχε και ουαλική ρίζα από τη μεριά της μητέρας της. Αν και δεν πήγε σχολείο, είχε διδαχθεί από τους γονείς της να γράφει και να διαβάζει. Από μικρή αγαπούσε την ποίηση την οποία ανακάλυψε όχι σε κάποιο βιβλίο, αλλά σε ένα φύλλο εφημερίδας με το οποίο είχαν τυλίξει ένα κομμάτι βούτυρο: ήταν ένα τυπωμένο ποίημα του Τέννυσον και το εισιτήριό της στον κόσμο της ποίησης. (Πιστεύω ότι την ποίηση δεν τη διαλέγεις, έρχεται και σε βρίσκει, σχεδόν όπως ο έρωτας, και νομίζω ότι η παραπάνω ιστορία το αποδεικνύει.)

Τα εισόδιά της στον κύκλο των Προραφαηλιτών ως μοντέλο για τους πίνακές τους, έγιναν το 1849 ενώ εργαζόταν σε ένα καπελάδικο. Η «Οφηλία» του Millais το 1852, ήταν σταθμός για την καθιέρωσή της ως μοντέλο της ιδιαίτερης, απόκοσμης και μελαγχολικής, ομορφιάς που αποτελούσε το ιδανικό των ζωγράφων της Αδελφότητας, αλλά και μοιραία για την υγεία της, αφού ποζάροντας ατελείωτες ώρες επί έναν ολόκληρο χειμώνα μέσα σε μια μπανιέρα με νερό, έπαθε πνευμονία από την οποία δεν συνήλθε ποτέ εντελώς.

Από το 1853 που συνδέθηκε με τον Rossetti, υπήρξε σχεδόν αποκλειστικά η μούσα του για μια σειρά από πίνακες που αποθέωναν την ομορφιά της. Παράλληλα, άρχισε και εκείνη να ζωγραφίζει (σχέδια κυρίως και μόνον έναν πίνακα), αυτοπροσωπογραφίες και μεσαιωνικά θέματα, μάλλον άτεχνα και αρκετά ημιτελή. Αυτό που έχει ενδιαφέρον στις αυτοπροσωπογραφίες της είναι ότι αποδίδουν μία ρεαλιστική εικόνα του εαυτού της σε σχέση με την εξιδανικευμένη μορφή της στους πίνακες των Προραφαηλιτών (θυμίζοντας σε αυτό το σημείο, τις αυτοπροσωπογραφίες της Φρίντα Κάλο, που σχεδόν «ασχήμαινε» σκοπίμως τον εαυτό της). Ήταν ίσως μια μικρή «επανάσταση» της  Siddal, που διεκδικούσε με αυτόν τον τρόπο την αληθινή της ταυτότητα και το δικαίωμα ύπαρξης ως αληθινή γυναίκα και όχι ως ιδανική εικόνα.

Μετά από πολλές αναβολές λόγω των αντιδράσεων της οικογένειας του Rossetti, παντρεύτηκαν το 1860 σε στενό κύκλο: εκείνη ήταν τόσο άρρωστη, ώστε χρειάστηκε να τη μεταφέρουν για την ελάχιστη απόσταση μέχρι την εκκλησία.

Η κακή υγεία της, η άτυχη εγκυμοσύνη της και η σχέση της με τον Rossetti που έφθινε, την οδήγησαν στην αυτοκτονία το 1862, από υπερβολική δόση λάβδανου από το οποίο ήταν εξαρτημένη.

Αυτή είναι η επίσημη (και τραγική) ιστορία της Elizabeth Siddal. Αλλά κατά την εκτίμησή μου, η πραγματική Elizabeth αναδύεται διαβάζοντας την ποίησή της.

Από τα ποιήματά της, λίγα είναι αναγνωρισμένα ως δικά της, ενώ υπάρχουν και αρκετά αμφισβητούμενα που της αποδίδονται αλλά δεν είναι σίγουρο ότι τα έγραψε εκείνη.

Όπως διαφαίνεται από το «Σιωπηλό δάσος» στην αρχή του κειμένου, η ποίησή της ήταν απλή και μελωδική, όπως οι αρχαίες μπαλάντες. Aν και από την άποψη της τεχνικής είναι αδύναμα, εκπέμπουν ωστόσο μια αλλόκοσμη αύρα που σε φυλακίζει μέσα τους, στον ιστό μια μαγικής επίκλησης. Αν το διαβάσετε φωναχτά, θα ανακαλύψετε το ρυθμό που έχει ένα ξόρκι:

«In thy darkest shadow let me sit

When the grey owls about thee flit;

There will I ask of thee a boon,

That I may not faint or die or swoon».

Και το επιστέγασμά του, είναι αυτό ακριβώς που επιδιώκει κάθε μαγική πράξη, ήτοι την αλλαγή της πραγματικότητας:

«Can God bring back the day when we two stood

Beneath the clinging trees in that dark wood?»

Το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τα ποιητικά κείμενα της Siddal, είναι ότι πρόκειται για ποίηση βαθιά συναισθηματική. Το κλίμα είναι μελαγχολικό, αποδίδοντας τον εσωτερική της κατάσταση: την ψυχική της αγωνία, τη θλίψη της, το γεγονός ότι υποφέρει από την αποξένωσή της από τον Rossetti αλλά και για την απώλεια του παιδιού τους:

«And mother dear, take my young son,

(Since I was born of thee)

And care for all his little ways

And nurse him on thy knee».

(AtLast)

Αλλά όχι μόνο, επικοινωνεί επίσης το θυμό της αλλά και την υπερηφάνεια τού χαρακτήρα της:

«Ope not thy lips, thou foolish one,

Nor turn to me thy face;

The blasts of heaven shall strike thee down

Ere I will give thee grace».

(Love and Hate)

Το τρίτο χαρακτηριστικό της ποίησής της, είναι το βίωμα του μαρτυρίου, του «ζωντανού θανάτου» όπως το αποκαλεί στους στίχους της. Η ζωή της ήταν δύσκολη, ένα βάρος που κουβαλούσε στους ώμους της ως σταυρό, γι’ αυτό και συχνά μέσα στους στίχους της επικαλείται το έλεος του Θεού, ζητώντας τη λύτρωση μέσω του θανάτου. Δεν είναι θρησκόληπτη, αν και ο Θεός αλλά και βιβλικές εικόνες εμφανίζονται συχνά στους στίχους της, είναι μία ψυχή βασανισμένη που δεν έχει αλλού να στραφεί για βοήθεια. Και δεν λατρεύει το θάνατο όπως αρκετοί ρομαντικοί, τον βλέπει ως τη μόνη διέξοδο στο ψυχολογικό αδιέξοδο μιας ζωής στερημένης από χαρά και αγάπη – εξ ου και τον επέλεξε με την εθελοντική της έξοδο.

«Life and night are falling from me,

Death and day are opening on me,

Wherever my footsteps come and go,

Life is a stony way of woe.

Lord, have I long to go?»

(Lord May I Come?)

Η Elizabeth Siddal δεν ήταν μια μεγάλη ποιήτρια. Αν ήταν, δεν θα είχε θέση σε αυτή την Κιβωτό για εκείνους που δεν διασώθηκαν στην ιστορία της λογοτεχνίας ως σημαίνοντες. Ήταν όμως αυθεντική και έντιμη προς τον εαυτό της στους στίχους της, οι οποίοι αποκαλύπτουν την πραγματική γυναίκα και την αληθινή της ζωή, σε αντίθεση με την εικόνα μίας ιδανικής ομορφιάς πέρα και πάνω από τα ανθρώπινα, που αποτυπώθηκε στους πίνακες των Προραφαηλιτών και πέρασε στους αιώνες. Οι στίχοι της είναι όχι μία κραυγή ύπαρξης όπως της Σύλβια Πλαθ, αλλά ένα τραγούδι που λέει την ιστορία της για όποιον θέλει να την ακούσει.

Και ίσως η πιο δυνατή εικόνα που συμβολίζει τη ζωή της είναι εκείνη του περιστεριού που χάθηκε, το πρώτο που ο Νώε άφησε να βγει από την Κιβωτό:

«Gone gone for ever, like the tender dove

That left the Ark alone».

(Gone)

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: