Άννα Αφεντουλίδου – Ιστορίες Εικονικής Ισορροπίας

afentoulidou

Αντί Ιστορίας με Φεγγίτη

Ελα να σού δείξω είπες τον φεγγίτη του σπιτιού
πολύ παλιό αυτό το σπίτι
γυρνούν μέσα του ακόμα ανάσες βογκητά και στεναγμοί
στο βάθος κάστρα του παλιού καιρού

μη μη είπες μη βγαίνεις
αλλά εγώ σκαρφάλωνα κόκκινα τα κεραμίδια τυλιγμένοι σωλήνες παράξενου υλικού
είχα βάψει πρώτη φορά τα νύχια μου ταίριαζαν
κόκκινα
ασημί και το φεγγάρι ταίριαζε
η στέγη της εκκλησίας πολύ μακριά
δεν κινδυνεύαμε
η μέση μου γυμνή γδάρθηκε στην κόψη
πετούσαν σύννεφα πουλιά κι αστέρια
νεράιδες παιδιά και νάνοι
το πιάνο έτριξε γκλανκ
ποτέ δεν έπαιξα, είπες, καλά
μόνο μιλούσα μιλούσα στο ραδιόφωνο
υγρή γλυκιά φωνή
χτυπούσε το κεφάλι μου στο πάτωμα
την ώρα που βυθίστηκες στο σώμα μου

μημη είπα
οι γάτες πάντα περπατούν στην άκρη της βροχής
αλλά εσύ δεν άκουγες
με τράβηξες μέσα σου και χάθηκα
δεν υπάρχουν δεν υπάρχουν έγραφες
κι εγώ σε πίστευα
ό,τι κι αν έλεγες εγώ σε πίστευα
κι ας με ανάγκαζες
μετά

να γλείφω τους λεκέδες

απ΄το παλιό σου αίμα

 

Αν-αιρετικόν

Ο ήλιος μεσουρανούσε παραδόξως ολημερίς. Το ξενοδοχείο είχε πολλούς αλλά μικρούς χώρους. Διάδρομοι, σκάλες, φωταγωγοί. Ηλιόλουστο αλλά, κατά κάποιον τρόπο, στενόχωρο. Μόνο τα κρεβάτια μεγάλα. Πού και πού και τα τραπέζια.
Αυτός γεροδεμένος, με γκρίζα μαλλιά, ντυμένος στα μαύρα, με κοιτούσε επίμονα. Τα γυαλιά του κάπως θαμπά και ιδρωμένα φώτιζαν παράξενα το βλέμμα του. Χείλη καλογραμμένα, φιλήδονα. Τα ένιωθα πάνω μου κι ας έτρωγαν, έπιναν ή γελούσαν. Ο πόθος ύπουλος μού πάγωνε τα δάχτυλα. Θα μπορούσα να σκοτώσω για χάρη του.

Η γυναίκα σχεδόν όμορφη, παρόλα τα χρόνια της. Μαλακό δέρμα, απαλές γραμμές, αφράτο κορμί. Λευκότητα, χαμόγελα, χάρη. Μαζί τους ένα μελαχρινό κορίτσι με πυρόξανθες τούφες στα μαλλιά. Λεπτό, μικροκαμωμένο σώμα νεράιδας. Αέρινη κίνηση, θλιμμένο  βλέμμα, τα  χείλη της άγρια. Τα ρουθούνια τρεμόπαιζαν. Ήθελα πολύ να την πλησιάσω και να την διώξω ταυτόχρονα.

 

Στο λευκό τους κρεβάτι τα σκούρα της μαλλιά ζωγράφιζαν Μέδουσες. Αυτή, μισοσκισμένα εσώρουχα. Εκείνος, γυμνός. Η γυναίκα γαλήνια,  καθισμένη σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, τους κοίταζε πίνοντας τσάι.
Όταν μ’ αγγίζει, παθαίνει κρίσεις επιληψίας, έλεγε χαϊδεύοντας εκστασιασμένος το κορίτσι. Μάτια κενά, υγρά τα χείλη, συστραμμένα τα μέλη. Ψιθύριζε λέξεις λαγνείας.
Θα έρθω, του είπα. Σε λίγο θα έρθω, θα μπω μέσα της και θα την σώσω.
Κλείνοντας λαχανιασμένη την πόρτα πίσω μου, το δωμάτιο χάθηκε.

 

Είχε πολλή ζέστη εκείνο το καλοκαίρι και εγώ δεν είχα ούτε ένα ρούχο, ν’ αλλάξω…
 

Από την ποιητική συλλογή Ιστορίες Εικονικής Ισορροπίας, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013

αφεντ.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: