Ναταλία Δεδουσοπούλου – Το σταυροδρόμι

ναταλία

Μια φορά και έναν καιρό, αναγνώστη μου…

….υπήρχε ένα σταυροδρόμι κάπου. Κάποτε. Δεν έχει σημασία που. Και πότε.

Σημασία έχει ότι εκεί που οι δρόμοι ενώνονταν, είχε γεννηθεί ο έρωτας. Γιατί ο ένας δρόμος αγάπησε τον άλλο. Και ο άλλος το ίδιο. Αγαπήθηκαν όσο δεν πήγαινε αυτό οι δυο δρόμοι. Και ένιωθαν ανακούφιση που έστω και για λίγα μέτρα, ενώνονταν οι υπάρξεις τους, τα υλικά τους και οι ψυχές τους.

Αγαπιόντουσαν πολύ αυτοί οι δρόμοι μεταξύ τους.  Από το πρωί που ξημέρωνε μέχρι το βράδυ, μιλούσαν μεταξύ τους και ζούσαν την καθημερινότητα της πόλης στην οποία ήταν μέρος και εκείνοι.

Μιλούσανε αναγνώστη μου. Και γαργαλιόντουσαν το ίδιο όταν τα περιστέρια τσιμπολογούσαν ψίχουλα από πάνω τους. Γαργαλιόντουσαν από αυτά τα μικρά ράμφη και γελάγανε και οι δυο. Και όταν διάβαινε κανένα ερωτευμένο, αγκαλιασμένο ζευγάρι από πάνω τους, αναστέναζαν και οι δυο. Αναστέναζαν, κοκκίνιζαν και ένιωθαν ότι όλη η ευτυχία της πόλης είχε χωρέσει στα δυο ζευγάρια παπούτσια που περπάταγαν πάνω τους, το ένα όσο πιο κοντά στο άλλο γινόταν.

Καμιά φορά άκουγαν καυγάδες. Τότε ο ένας ο δρόμος – που ήταν  πιο ευαίσθητος – στεναχωριόταν πολύ. Και ο άλλος – που πάντα ήταν πιο προστατευτικός – του έδειχνε κάτι άλλο για να αποσπάσει την προσοχή του από τις φωνές. Και πάντα έβρισκε κάτι. Ένα παιδί που έτρεχε με το ποδήλατο του και το χαμόγελο της ευτυχίας που έκλειναν οι τέσσερις ρόδες του ποδηλάτου του, μια φοιτήτρια που περπατούσε φορτωμένη βιβλία και μάτια γεμάτα λάμψη από την νέα γνώση, έναν παππού που αγόραζε παγωτό στο εγγονάκι του, παγωτό που ο μικρός πάντα κρατούσε σαν λάφυρο για λίγα δευτερόλεπτα πριν το φάει.

Όταν δεν έβρισε εικόνες, έβρισκε αρώματα. Τα αρώματα από τα λουλούδια που ήταν σκαρφαλωμένα πάνω στα μπαλκόνια. Το άρωμα από τις πορτοκαλιές που ήταν φυτεμένες στις άκρες τους. Γιατί ήταν αξιοπρεπείς δρόμοι. Και στα πεζοδρόμια τους ήταν στολισμένα με πορτοκαλιές. Που ήταν φίλες τους. Και για χάρη των δρόμων, μοσχοβολούσαν και μερικές φορές έριχναν επίτηδες κανένα πορτοκάλι τους να πέσει από τα κλαδιά, για να το βρουν τα παιδιά και να παίξουν ποδόσφαιρο με την καινούργια τους πορτοκαλί μπάλα. Και οι δρόμοι χαιρόντουσαν να ποδοπατιούνται από τα τρεχαλητά των παιδιών, και δεν χόρταιναν να ακούνε τις φωνές και τα γέλια τους.

Και αν ούτε αρώματα δεν μπορούσε να βρει,  μα μήτε και εικόνες, μιλούσε ψιθυριστά και θύμιζε στον αγαπημένο του δρόμο όλα όσα είχαν ζήσει μαζί. Όλους τους ανθρώπους που είχαν περάσει από πάνω τους. Όλη την αγάπη που είχε περάσει από το σταυροδρόμι. Όλες τις αγκαλιές και τα φιλιά που είχαν δει τα μάτια τους.

Και ο άλλος δρόμος ηρεμούσε. Και οι φωνές απομακρυνόντουσαν και έφευγαν. Και η ζωή και η αγάπη ξαναγυρνούσε στο σταυροδρόμι και συνέχιζε κανονικά να κυλάει.

Μια μέρα ένα τροχαίο έγινε στο σταυροδρόμι. Και οι ερωτευμένοι δρόμοι βάφτηκαν με αίμα. Αυτή την φορά όμως, όσο και αν προσπάθησε ο ένας δρόμος να ηρεμήσει τον άλλον, δεν τα κατάφερε.

Και οι πορτοκαλιές μιλούσαν η μία στην άλλη σοκαρισμένες.

‘’Είναι νέος! Ένα νέο παιδί νεκρό!’’, έλεγε η μια στεναχωρημένη.

‘’Τι κρίμα! Μα δεν είδε το αμάξι;’’, αναρωτιόταν βυθισμένη στην  θλίψη η άλλη.

Τα νέα δεν άργησαν να φτάσουν από κλαρί σε κλαρί σε όλη την γειτονιά. Και όλα τα δέντρα, φυτά, πουλιά και δρόμοι θρήνησαν για το νέο παλικάρι που τόσο άδικα είχε χαθεί στα μέρη τους.

‘’Έχω αίμα πάνω μου’’, μονολογούσε ο ευαίσθητος δρόμος. ‘’Έχω αίμα και κάποιος πέθανε πάνω μου. Έχω αίμα που κυλάει από την επιφάνεια και μπαίνει μέσα μου. Στα σωθικά μου. Στην ψυχή μου. Γέμισαν τα μέσα μου με το αίμα κάποιου νεκρού.’’

Και ο άλλος δρόμος του μιλούσε και του μιλούσε. Και οι πορτοκαλιές έβαλαν τα δυνατά τους να πνίξουν την άσχημη μυρωδιά, με το δικό τους άρωμα, και σταμάτησαν να μιλάνε για τον νεαρό που πέθανε.

Αλλά κάτι μέσα στον ευαίσθητο δρόμο είχε σπάσει. Και μια ρωγμή εμφανίστηκε πάνω του.

Μέρες μετά άνθρωποι πολλοί είχαν μαζευτεί στο σημείο που είχε πεθάνει ο νεαρός. Μηχανικοί, δήμαρχοι, βουλευτές, και απλός κόσμος κινούμενος από την περιέργεια του. Όλοι είχαν μαζευτεί εκεί και εξέταζαν το σημείο που είχε γίνει το τροχαίο. Ακριβώς πάνω στο σταυροδρόμι.

‘’Είναι επικίνδυνο το σημείο!’’’, κατέληξαν τελικά.

‘’Θα φτιάξουμε μια πλατεία! Εδώ ακριβώς!’’, είπε ένας βουλευτής και χειροκροτήθηκε από το πλήθος.

Μα οι δρόμοι κάτω από τα πόδια τους τρομοκρατήθηκαν.

‘’Μια πλατεία; Μα πως θα έφτιαχναν πλατεία πάνω τους; ‘’, αναρωτιόντουσαν.

Τρόμαξαν, και πάλι ο πιο ψύχραιμος δρόμος προσπάθησε να παρηγορήσει τον πιο ευαίσθητο.

‘’Είδες; Θα μας κάνουν πλατεία! Σκέψου πόσα ευτυχισμένα παιδιά θα παίζουν πάνω μας!’’, του έλεγε.

‘’Ναι..ναι…’’, συμφωνούσε και ο άλλος, προσπαθώντας να φανεί δυνατός.

Μιλώντας για τα γέλια των παιδιών που θα έπαιζαν στην πλατεία, συνέχισαν να δίνουν κουράγιο ο ένας στον άλλον θα γινόντουσαν μια όμορφη πλατεία. Που θα έκανε τους ανθρώπους χαρούμενους. Και κυρίως τα παιδιά που θα έπαιζαν εκεί από το πρωί ως το βράδυ. Μια όμορφη πλατεία θα έπαιρνε την θέση τους. Μια όμορφη πλατεία.

Αλλά μέσα τους σκεφτόντουσαν και οι δυο : ‘’Θα μας σκοτώσουν. Θα πεθάνουμε. Θα χωριστούμε και η αγάπη μας θα εξαφανιστεί.’’

Όμως δεν το είπαν ποτέ ο ένας στον άλλον και μόνο λόγια αγάπης έβγαιναν από τα στόματα τους. Γιατί έτρεχαν να προλάβουν τον χρόνο και να θυμηθούν όλα όσα είχαν ζήσει τόσα χρόνια που ήταν μαζί και να μοιραστούν όλη την αγάπη που είχαν μέσα από τις λέξεις.

Και ήρθε η μέρα που μεγάλα μηχανήματα έφτασαν στο σταυροδρόμι. Και άρχισαν να σκάβουν και να σκάβουν χωρίς να νοιάζονται πως κατέστρεφαν και σκότωναν δυο ερωτευμένους δρόμους.

‘’Πονάω! Πονάω πολύ!’’, έκλαιγε ο ευαίσθητος δρόμος καθώς τα μηχανήματα τον άνοιγαν.

‘’Κάνε υπομονή! Κάνε υπομονή!’’, απαντούσε ο άλλος, με σφιγμένα δόντια γιατί και αυτός πονούσε πολύ.

 

Καθώς οι μέρες περνούσαν, τα έργα συνέχιζαν και οι δρόμοι καταστράφηκαν και πέθαναν. Μια πλατεία μπήκε στην θέση που ζούσε το ερωτευμένο σταυροδρόμι. Μια τελικά άψυχη, μουντή πλατεία. Καμία σχέση με αυτή που έλπιζαν οι ερωτευμένοι δρόμοι ότι θα έπαιρνε την θέση τους. Και οι πορτοκαλιές δάκρυσαν στο θέαμα της πλατείας που ήταν άσχημη και κακόγουστη. Και παρόλο που ήταν Άνοιξη, γδύθηκαν και έριξαν όλα τους τα φύλλα κάτω, πενθώντας τους ερωτευμένους δρόμους.

Αλλά η ψυχή των ερωτευμένων δρόμων έζησε. Και να, αν δεις.. εκεί.. γύρω γυρω από την πλατεία, εκεί που ενώνονταν παλιά οι δρόμοι, μικρά άνθη ξεπρόβαλαν ντροπαλά και αγκαλιάστηκαν ευτυχισμένα.

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: