Γίαννης Αναστασόπουλος – ο μικρός Θανάσης και το πρώτο αστέρι

αναστασόπουλος

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μικρό χωριουδάκι πλάι στη θάλασσα που το λέγανε Λιβάδι, ζούσε ένα μικρό αγόρι, ο Θανάσης. Ο Θανάσης ήταν γιος της Έτση και του Αλλιός. Ο Αλλιός ήταν οικοδόμος και η Έτση ξακουστή μαγείρισσα σε όοολο το χωριό και όλοι είχανε να λένε για τα πεντανόστιμα φαγητά της, αλλά και για τα γλυκά της. Ιδίως εκείνο το τσηζκέικ, που όσο απλό κι αν ήτανε στην όψη, τόσο γλυκιά ήτανε η κάθε του μπουκιά. Η Έτση και ο Αλλιός δεν ήταν πλούσιοι όπως συνήθως το εννοούμε, αλλά ό,τι έκαναν, το έκαναν με αγάπη, κι αυτή η αγάπη ήταν ο πλούτος τους, κι η ομορφιά γύρω τους, η φύση.

Ζούσαν σ΄ένα μικρό ξύλινο σπίτι που είχε φτιάξει ο Αλλιός, σε μια όμορφη πλαγιά του χωριού, με θέα τη θάλασσα και μια λωρίδα γης που έμπαινε μέσα της, έτσι που όταν βρισκόσουν εκεί, νόμιζες πως ταξίδευες. Σ’ εκείνο το ξύλινο σπιτάκι περνούσαν τις μέρες τους αγαπημένοι, μεγαλώνοντας τα παιδιά τους, τη Σεμέλη- τη μεγάλη αδερφή του Θανάση και τον ίδιο.  Μάλιστα από μέρα σε μέρα περίμεναν και το τρίτο τους παιδί, που όλοι λέγαν πως θα είναι κορίτσι γιατί της Έτση είχε γλυκάνει πολύ το πρόσωπο κατά την εγκυμοσύνη. Τόσο είχε γλυκάνει όσο σε γλύκαινε και το τσηζκέικ που έφτιαχνε.

Ο Θανάσης που ήταν 6 χρονών και είχε ξεκινήσει να πηγαίνει σχολείο, το αγαπούσε πολύ το χωριό του. Του άρεσε να τρέχει εδώ κι εκεί, στην αμμουδιά στο τέλος της πλαγιάς κάτω απ’ το σπίτι του, να κολυμπάει. Κι όλα αυτά μαζί με τον αγαπημένο του φίλο, τον Άρη. Ο Άρης ήταν ένας μεγαλόσωμος σκύλος που γεννήθηκε σχεδόν μαζί με τον Θανάση, με λίγες μόνο μέρες διαφορά, κι απ’ όταν άφησαν το βυζί της μάνας τους έγιναν πραγματικοί φίλοι, αχώριστοι.

Κάθε πρωί λοιπόν που ξυπνούσε ο Θανάσης για να πάει στο σχολειό και φόρτωνε την τσάντα του με βιβλία, τετράδια, μολύβια και μπογιές, άνοιγε το παράθυρό του και σφύριζε. Κι άκουγε ο Άρης το σφύριγμά του και λύσσαγε στα χοροπηδητά, τα γαβγίσματα και τα γρυλίσματα από τη χαρά του που θα ξεκινούσαν μαζί τη μέρα τους με τον Θανάση. Παίρναν το χωμάτινο δρομάκι που ήταν γεμάτο λουλούδια αριστερά και δεξιά και στη μέση, εκεί που δεν πατούσαν οι ρόδες των αυτοκινήτων. Στην αρχή ήταν οριζόντιο και εύκολο να το περπατήσεις και μετά από λίγο έστριβαν δεξιά στη μεγάαλη κατηφόρα που δύσκολα κρατιόσουν όρθιος αν είχε βρέξει κι οι σόλες των παπουτσιών σου είχαν φαγωθεί, και που στο τέρμα της ξεκινούσε η μεγάαλη ανηφόρα για το σχολειό που για να την ανεβείς έπρεπε ή να ‘χεις φάει όλο το πρωινό σου ή να ‘χεις τον Άρη δίπλα σου να γραπωθείς απ’ το σβέρκο του να σε τραβήξει επάνω.

Το σχολειό ήταν στην ψηλότερη κορφή του χωριού κι απ’ τα παράθυρά του χάζευε ο Θανάσης πού και πού τη θάλασσα, τους γλάρους που τσακώνονταν για το ποιος είδε πρώτος το ψάρι- που τελικά έτρωγε ο πιο γρήγορος, τους ψαράδες που φεύγανε για τ’ ανοιχτά με τα καΐκια τους και κυρίως τον κυρ Παντελή που όλο ιστορίες είχε να πει για το τι του συνέβη τις προάλλες εκεί που τραβούσε τα δίχτυα του, για ένα πελώριο ψάρι που τον παρέσυρε με τη δύναμή του στο βυθό κι είδε την ομορφιά του.

 Περισσότερο απ’ όλα κοιτούσε από κει ψηλά ο Θανάσης το παλιό μισογκρεμισμένο σπιτάκι του παππού και της γιαγιάς του που βρισκόταν πάνω σ’ αυτή τη λωρίδα γης που έμπαινε μέσα στη θάλασσα, έτσι που όταν βρισκόσουν εκεί νόμιζες πως ταξίδευες. Σ’ αυτό το μισογκρεμισμένο σπιτάκι με το ωραίο περιβόλι περνούσε ο Θανάσης πολύ απ’ τον ελεύθερο χρόνο του, και που και που πήγαινε κι ο πατέρας του να κόψει λεμόνια, πορτοκάλια και ρόδια, μιας που ο ίδιος ο Θανάσης ήταν πολύ μικρός για να τα φτάσει.

Όταν τελείωνε το σχολείο ο Θανάσης, και το διάβασμα, κι ήτανε λεύτερος να κάνει ό,τι θέλει, φορούσε τα ρούχα της ‘’δουλειάς’’, γέμιζε ένα μπουκάλι νερό γι’ αυτόν κι ένα για τον Άρη απ’ το πηγάδι στην αυλή του σπιτιού του και φεύγανε τραγουδώντας να πάνε στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς με τ’ ωραίο περιβόλι. Εύκολο το μονοπάτι και ίσιο, ούτε ανηφόρα ούτε κατηφόρα. Διέσχιζε περιβόλια και χωράφια με ξερολιθιές, άλλα απ’ αυτά περιποιημένα κι άλλα παρατημένα, μα όλα μοσχοβολούσαν γη και χορτάρι, ανθούς και ξεραμένα απ’ τον ήλιο σύκα μισοφαγωμένα απ’ τα πουλιά. Ακόμα κι αυτή η καμένη απ’ τον πάγο αμυγδαλιά με τα μονίμως γυμνά κλαδιά και το μαύρο χρώμα στον κορμό που συναντούσες σε μιαν άκρη του μονοπατιού ήταν φορτωμένη με πουλιά που κελαηδούσαν, τουλάχιστον στο πήγαινε που ‘ταν ακόμα μέρα.

Έφτανε στην είσοδο του περιβολιού με το πρασινισμένο απ’ την αρμύρα πορτόνι νωρίς απόγευμα. Άνοιγε, έριχνε μια διερευνητική ματιά τριγύρω, σήκωνε τα μανίκια κι έλεγε στον Άρη, ‘εμπρός, δουλειά τώρα’. Το ‘χε μεράκι να ασχολείται με τη γη. Έμοιασε του παππού του έλεγε η μαμά του που χάρη στον Θανάση είχε τις νοστιμότερες πρώτες ύλες για τις συνταγές της. Ντομάτες και ντοματίνια, πιπεριές πράσινες κόκκινες μυτερές και στρογγυλές, μελιτζάνες απ’ αυτές που φουσκώνουν κι από ‘κείνες που παραμένουν μικρές, κολοκύθια, αγγουράκια, φασολάκια κι άλλα ζαρζαβατικά μάζευε ο Θανάσης απ’ το περιβόλι. Σκάλιζε το χώμα γύρω απ’ τις ρίζες, ξεχορτάριαζε, πότιζε, στερέωνε τα σκίαστρά του, εξέταζε τα φύλλα, το χρώμα, την κορμοστασιά κάθε φυτού- πάντα με τη βοήθεια του Άρη που έτρεχε από δω κι από κει πότε κυνηγώντας κάποιο μυρμήγκι, πότε καμιά πεταλούδα και πότε τον ίσκιο του.

Η ώρα περνούσε κι έπιανε να σουρουπώνει. Ο ήλιος κόντευε να βυθιστεί στη θάλασσα ίσια μπροστά και το φεγγάρι ακόμα δε φαινόταν πίσω απ’ την ψηλότερη πλαγιά του χωριού που βρισκόταν το σχολείο. Το μόνο φωτεινό σώμα στον ουρανό ήταν το πρώτο αστέρι , κι αυτό ήταν το σημάδι που ‘λεγε στον Θανάση σιγά σιγά να πάρει το δρόμο του γυρισμού. Πολλές φορές στο δρόμο για το σπίτι αναρωτιόταν φωναχτά και περίμενε κι απ’ τον Άρη μια κάποια συμβουλή, μια κάποια λύση, πώς να μπορούσε αυτό το αστέρι να το φέρει πιο κοντά στο περιβόλι, να ‘χει για λίγο ακόμα φως, να μην αναγκάζεται έτσι βιαστικά ν’ αφήνει στη μέση τις φροντίδες του.

Μια απ’ αυτές τις φορές λοιπόν κι ενώ τελειώνει το συλλογισμό του ακούγεται από ψηλά:

  « Είμαι ο Λέων –Ναπολέων και τ’ αστέρι που κοιτάς

     δεν κουνιέται από κει πάνω και αδίκως συζητάς

     Τι κι αν θέλεις να το φέρεις στο περβόλι πιο κοντά

     κείνο πάει όπου θέλει, κάτσε τώρα στα τυφλά»

 

Πρώτος ο Άρης εντόπισε το μαύρο πουλί με τα γυαλιστερά φτερά και το μυτερό ράμφος πάνω στην καμένη απ’ τον πάγο αμυγδαλιά με τα μονίμως γυμνά κλαδιά και το μαύρο χρώμα στον κορμό, κι άρχισε να γαυγίζει και να πηδά για να το γραπώσει με τα δόντια του ή έστω να το διώξει. Είχε δει τον Θανάση που στην αρχή φοβήθηκε κι έπειτα στεναχωρήθηκε με τα λόγια του πουλιού, κι αυτό δεν το επέτρεπε σε κανέναν. Το μόνο που κατάφερε ήταν να προκαλέσει ένα γεμάτο κακία και υπεροψία γέλιο στο μαύρο πουλί.

Όχι ότι ήμουν παρών, αλλά σ’ εκείνη τη μεριά του μονοπατιού εκείνο το βράδυ έγινε κανονικός σαματάς. Λίγο η τσιριχτή φωνή και το κορακίσιο γέλιο του Λέοντος-Ναπολέοντος, λίγο το άγριο γαύγισμα του Άρη – την ώρα μάλιστα που η φύση ηρεμούσε- και δεν άργησε να κυκλοφορήσει το νέο.

Την αρχή έκανε ένας τζίτζικας, ερωτευμένος, ο Λευτέρης, που πήρε και το πε στην Ελένη την καλή του που ξάπλωνε και τραγουδούσε στη διπλανή ελιά. Άκουσε με λεπτομέρειες κι η Φώ η νυχτοπεταλούδα και τα ‘πε στον Ηλία τον άντρα της με το νι και με το σίγμα. Εκεί παραδίπλα ήταν κι ο Κώστας ο σαλίγκαρος που τα ‘πε στη μνηστή του τη Ράνια, τηλεφωνικώς. Και πολλοί ακόμα, η κυρία Ειρήνη με τον κύριο Γιώργο οι χελώνες, η Ελευθερία με τον Χρήστο τα σκιουράκια, η κατσίκα η Μαρία με τον έτσι της, η Άντα με τον Σάββα τα γαϊδουράκια, οι κουκουβάγιες ο Σπύρος με την Κατερίνα, μέχρι κι γάτος ο Νικολούτσος τα ‘μαθε από την κυρά Νικολούτσαινα που ‘χε παρτίδες με κάτι ποντικούς στα πέριξ.

Είχαν αναστατωθεί πολύ και ταραχτεί που ένα τόσο δύστροπο κοράκι τα ‘βαζε μ’ ένα μικρό παιδί και ειδικά τον Θανάση που όλα τα ζώα τον είχαν σε πολύ εκτίμηση γιατί έβλεπαν την αγάπη του για τη φύση, την όρεξη και τον κόπο του. Το επόμενο πρωί λοιπόν που ο Θανάσης ήταν στο σχολείο, κανόνισαν συνέλευση. Και ήταν όλοι εκεί, ακόμα κι οι κουκουβάγιες κι οι νυχτοπεταλούδες μετα των γυαλιών ηλίου τους. Έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να βοηθήσουν τον Θανάση, να του σταθούν. Όχι φυσικά πως ήλπιζαν να φέρουν το αστέρι πιο κοντά στο περιβόλι, γιατί κάτι τέτοιο δεν ήταν ούτε στο χέρι τους ούτε στο πόδι τους ούτε στα φτερά τους μήτε στην ουρά τους. Κάτι τέτοιο μόνο το ίδιο το αστέρι θα μπορούσε να το πράξει, αλλά κι αυτό σάματις το ‘ξερε κει που βρισκόταν? Σκέφτονταν μόνο πώς θα κατάφερναν να εξασφαλίσουν λίγο παραπάνω απ’ το φως του για το διάστημα που ο ήλιος κόντευε να βυθιστεί στη θάλασσα ίσια μπροστά και το φεγγάρι ακόμα δε φαινόταν πίσω απ’ την ψηλότερη πλαγιά του χωριού και το μόνο φωτεινό σώμα στον ουρανό ήταν το πρώτο αστέρι. Κι έξυναν το κεφάλι τους με τα χέρια, με τα πόδια , με τα φτερά τους, ακόμα και με την ουρά τους όσα το φτάνανε, αλλά λύση δεν έβρισκαν.

Κι οι ώρες περνούσαν κι εκείνα σκέφτονταν, ακόμα και με κλειστά μάτια που και που, κι ήρθε και πέρασε από κει δίπλα στο μονοπάτι ο Θανάσης κι ο Άρης με τα μπουκάλια το νερό απ’ το πηγάδι και τα ρούχα της ‘δουλειάς’ πηγαίνοντας στο περιβόλι όπως κάθε απόγευμα. Κι αμήχανα τα ζωντανά που λύση δεν εβρήκαν κοιτάζονταν μεταξύ τους σχεδόν με αγωνία, μιας που δεν καταδέχονταν να καταλήξουν πως απλά δε γίνεται τίποτα. Κι αυθόρμητα μα κάπως διστακτικά ακολούθησαν τα βήματα του Θανάση και του Άρη και βρέθηκαν εκεί δίπλα του, στο περιβόλι μέσα από το πρασινισμένο απ’ την αρμύρα πορτόνι. Μ’ εκείνον να φροντίζει τα φυτά του κι εκείνα να τον κοιτούν και να του χαμογελούν. Κι έδειχνε ο Θανάσης ευχαριστημένος με τη συντροφιά και τα ωραία πρόσωπα , το ίδιο κι ο Άρης. Κι η ώρα περνούσε. Κι ο ήλιος κόντευε να βυθιστεί στη θάλασσα ίσια μπροστά και το φεγγάρι ακόμα δε φαινόταν πίσω απ’ την ψηλότερη πλαγιά του χωριού. Και το μόνο φωτεινό σώμα στον ουρανό ήταν το πρώτο αστέρι. Κι είχε περισσότερο φως από άλλες μέρες τέτοια ώρα. Και είχε περισσότερο φως γιατί τώρα λαμπίριζαν στο φως του αστεριού κάποια ζευγάρια μάτια που χθες δεν ήταν έτσι κοντά. Λαμπίριζαν τα’ άσπρα δόντια μέσ’ απ’ τα χαμόγελα, το άσπρο τρίχωμα κι οι άσπρες φτερούγες, τα ίχνη των σαλιγκαριών πάνω στο χώμα.

 

στο αστέρι του οποίου το φως τώρα βλέπω

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: