GEORGES BATAILLE – ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

[Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος]

ΜΠΑΤΑΙΓ ΦΩΤΟ

 

Ακουμπώ τον πούτσο μου…

 

Ακουμπώ τον πούτσο μου στο μάγουλό σου
η άκρη του ψηλαφεί τ’ αυτί σου
γλείψε μου τ’ αρχίδια αργά
η γλώσσα σου είναι απαλή σαν νερό

 

η γλώσσα σου είναι τραχιά σαν σφαγέας
είναι κόκκινη σαν αρνίσιο μπούτι
η άκρη της είναι ένα περιστέρι που κρώζει
τον πούτσο μου κατακλύζουν σάλια

 

ο κώλος σου είναι ο θεός μου
ανοίγει σαν το στόμα σου
τον λατρεύω σαν τον ουρανό
τον ευλαβούμαι σαν φωτιά

 

πίνω από τη βαθιά σχισμή σου
απλώνω τα γυμνά σου πόδια
τα ανοίγω σαν βιβλίο
όπου διαβάζω ό,τι με σκοτώνει

 

***

 

Η καρδιά μου είναι παγωμένη τρέμω
από τα βάθη του πόνου μου σε καλώ
με μια απάνθρωπη κραυγή
σαν να γεννώ

 

με στραγγαλίζεις σαν θάνατος
το γνωρίζω αυτό αξιοθρήνητα
σε βρίσκω μονάχα στην επιθανάτια αγωνία
είσαι όμορφη σαν το θάνατο

 

όλες οι λέξεις με στραγγαλίζουν

 

* * *

 

δέσε τα μάτια μου
αγαπώ τη νύχτα
η καρδιά μου είναι μαύρη

 

σπρώξε με μέσα στη νύχτα
όλα είναι ψεύτικα
υποφέρω

 

ο κόσμος μυρίζει σαν το θάνατο
πουλιά πετάνε στα τυφλά
είσαι σκοτεινή σάμπως ένας μαύρος ουρανός

 

* * *

 

η γιορτή θα αρχίσει
στη λάσπη και το φόβο

 

αστέρια θα πέσουν
όταν ο θάνατος πλησιάσει

 

* * *

 

Είσαι ο τρόμος της νύχτας
η αγάπη μου για σένα μοιάζει κραυγή θανάτου
είσαι αδύναμη σαν θάνατος

 

η αγάπη μου για σένα μοιάζει με παραλήρημα
ξέρεις το κεφάλι μου πεθαίνει
είσαι το απέραντο ο φόβος

 

είσαι όμορφη σαν φόνος
η καρδιά μου διαστέλλεται τερατωδώς ασφυκτιώ
η κοιλιά σου είναι γυμνή σαν τη νύχτα

 

* * *

 

Με οδηγείς κατευθείαν προς το τέλος
η επιθανάτια αγωνία έχει ξεκινήσει
δεν έχω τίποτ’ άλλο να σου πω
σου μιλάω από τους νεκρούς
μα οι νεκροί είναι σιωπηλοί

 

* * *

 

Ο τοίχος

 

Ένα πελέκι
δώστε μου ένα πελέκι
για να τρομάξω τον εαυτό μου
με τη σκιά μου στον τοίχο
πλήξη
αίσθημα κενότητας
κόπωση

 

* * *

 

Μοναξιά

 

Αντίχειρας στο μουνί
Μετάληψη πάνω στα γυμνά σου στήθη
ο κώλος μου σπιλώνει το αντιμήνσιο
το στόμα μου εκλιπαρεί Ω Χριστέ
η ευσπλαχνία του ακάνθινου στεφάνου σου.

 

* * *

 

Η Μασσαλιώτιδα της Αγάπης

 

Δύο γυμνοί εραστές τραγουδούν τη Μασσαλιώτιδα
δύο καθημαγμένα φιλιά δαγκώνουν την καρδιά τους
άλογα καλπάζουν προς τα μπρος
καβαλάρηδες νεκροί
χωριό εγκαταλειμμένο
ένα παιδάκι κλαίει
μέσα στην ατέλειωτη νύχτα

 

* * *

 

Καθώς πεθαίνω θα ήθελα να κρατώ

 

Καθώς πεθαίνω θα ήθελα να κρατώ
το αντικείμενο που θα μου δώσεις
να σφίγγω μέσα στο παγωμένο μου χέρι
ύστερα να το λερώσω με τα χείλη μου
με το σάλιο της επιθανάτιας αγωνίας

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: