Χρήστος Φούκης – Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς ξεκίνησαν όλα

foukis

Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς ξεκίνησαν όλα

αλλά κατάλαβα από πρώτο χέρι πότε ετοιμάζεται να χυμήξει στου σταυρωμένου το κουφάρι. Είναι κάτι τέτοιες μέρες που δεν έχει τον Χριστό του και δυσκολεύομαι να συνηθίσω τις αλλόκοτες ευγένειες και τα βραδινά μηνύματα με το αστέρι.Το αστέρι στη διαπασών. The party is here. Προσπάθησα πρωτίστως να σκοτώσω την ώρα μου. Κι ύστερα τον εαυτό μου. Οι αυτοκτονικές τάσεις είναι της μόδας πια και οι λέξεις δεν παίρνουν μπρος αν δεν τις ποτίσεις με τάληρο γλυκό από εκδότη τσέπη. Έτσι είναι. Στην κεφαλιά από το ύψος της μικρής περιοχής δείχνεις τα αντανακλαστικά σου και ανεβάζεις την αξία σου στο γκομενικό χρημακαθαριστήριο. Ξέπλυμα μαύρου παρελθόντος. Το παρελθόν αν δεν το προσέξεις βγάζει αίμα και στο τέλος δεν χωράει στα μάτια. Τα καλύτερα μάτια τα έχεις μέσα κι όταν φανερωθούν οι καθρέφτες γύρνα τους ανάποδα. Τα έχουν ξεγελάσει τα μάτια. Δεν υπάρχουν μάτια πια. Τίποτα δεν υπάρχει. Να το θυμάσαι το τίποτα. Να τσακώνεσαι με τον νεκρό που δεν τον νοιάζει αν θα πεθάνεις. Να φτάσεις σε σημείο να ζωγραφίσεις. Με το χέρι στο ξύλο που πότισε αδικία να σκαρφιστείς την επόμενη νύχτα. Να φυλάγεσαι από τον φονιά με την πένα και το δαχτυλίδι. Να προσέχεις την ώρα που θα ξεκινήσεις σαν ξεκίνησαν οι πάντες να πίνουν με το ζόρι και να βλαστημήσεις τη στιγμή που έσβησες το τσιγάρο έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού της. Μπορεί και να φανείς τυχερός τέτοιες μέρες. Το αστέρι εκεί. Στη διαπασών. Συνεχίζει να ρίχνει αστέρια και ευχές για να διαλύσει την επόμενη χρονιά. Θα γεμίσει η πόλη γρίφους που έγραψαν ιστορίες άγριες. Η πόλη θα γίνει πιο άγρια. Έλα πιο κοντά. Θα βήχω για να ξυπνάς. Έχουμε δικιά μας ιστορία να γράψουμε. Και θα αρχίσει κάπως έτσι. Απ’ το τέλος. Με μια φυσαρμόνικα. Με τα καλοσχηματισμένα στήθη σου να με ξεγυμνώνουν και με κάστανα να με ζεσταίνουν. Με ελάφια να ελευθερώνονται κάθε που κάνεις να με φιλήσεις και να σκοτώνονται κάθε φορά που αστοχείς. Με τους γρίφους άλυτους. Να μην μετανιώνεις για αυτό. Και να μην μετανιώνω για τίποτα. Με τα καρφιά στο ξύλο. Με το σχοινί. Με όμορφα άνθη που κρύβουν όμορφα αγκάθια. Με όμορφα αγκάθια που καίνε άσχημα άνθη. Τα άνθη κόβουν και τα ξυράφια μυρίζουν θάνατο τέτοιες μέρες. Αλλά σου αρέσει. Με τα γούστα μας να μη συμφωνούν ποτέ σ’ αυτή την ιστορία. Με το κρασί να συμφωνεί σε ό,τι λέμε. Με τον δρόμο που ξεκινάνε όλα. Με την κάμαρη που καταλήγουν. Με το πρωινό ξύπνημα και το φευγιό. Με μια κατάρα που την τύπωσαν σε ευχετήριες κάρτες και με το ταχυδρομείο να έχει γεμίσει από δαύτες. Με όλα αυτά που έγιναν δικά μας μοναχά για ένα καπρίτσιο και δεν λένε να ξεχαστούν. Χωρίς αυτά. Με εσένα να μου ζητάς τα πάντα. Με τον έρωτα μας να μην ξεφτίζει. Με την επιστροφή. Με την επιστροφή. Με την επιστροφή. Με τον γνώριμο χειμώνα να επιστρέφει. Με τις γιορτές του και τα πανηγύρια του. Με το κλείσιμο στο σπίτι. Πάντα λίγες μέρες μετά από αυτές τις μέρες γερνάω κατά ένα χρόνο. Πόση αηδία αντέχει μια εποχή και πόση γκρίνια. Με το κόλπο να μην πιάνει. Με τις ευχές να μην πιάνουν. Αλλά με το αστέρι εκεί. Στη διαπασών.

Μια φορά κι έναν καιρό… έσβησε.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: