Νίκος Σταμπάκης – Οι βρικόλακες του Λονδίνου

Αν η ταινιοθήκη-φάντασμα, η κρύπτη των χαμένων ταινιών, είναι ένα μουσείο λήθης, υπάρχει ωστόσο μια ημερομηνία που ξεχωρίζει ανάμεσα στις σιωπηλές απώλειες: είναι η 13η Μαΐου 1967, όταν στην αποθήκη Νο 7 της MGM στο Κάλβερ Σίτι της Καλιφόρνιας ξέσπασε πυρκαγιά καταστρέφοντας εκατοντάδες ταινίες του βωβού και του πρώιμου ομιλούντος κινηματογράφου. Ανάμεσά τους, η Θεία γυναίκα (The Divine Woman), χολιγουντιανή συνάντηση της Γκάρμπο με τον συμπατριώτη της Βίκτορ Σγιόστρομ (Victor Sjöström) το 1928, λίγο πριν από το αριστούργημα της αμερικανικής περιόδου του σκηνοθέτη, τον Άνεμο (The Wind). Ανάμεσά τους, επίσης, κάποιες ταινίες με τον Λον Τσέινι (Lon Chaney), μεταξύ των οποίων και δυο από τις συνεργασίες του με τον Τοντ Μπράουνινγκ (Tod Browning): η Μεγάλη πόλη (The Big City) και η θρυλική Το Λονδίνο μετά τα μεσάνυχτα (London After Midnight).

Η παρεξήγηση που απορρέει από τη συνήθη αναγωγή του παρελθόντος σε εμβληματικά θραύσματα θέλει τον Τσέινι πρωταγωνιστή ταινιών φρίκης, κυρίως λόγω της ιδιαίτερα τρομαχτικής μεταμφίεσής του στην πιο κλασική από τις κινηματογραφικές εκδοχές του Φαντάσματος της Όπερας (1925) — ή, ίσως, εξ αιτίας κάποιας σύγχυσης με τον συνονόματό του, και επίσης ηθοποιό, γιο του. Στην πραγματικότητα, ο Τσέινι, γνωστός τότε ως “ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα”, υπήρξε, σε μιαν εποχή κυριαρχίας της κινηματογραφικής περσόνας, όχι τόσο η εξαίρεση όσο η αναγωγή της εξαίρεσης στον κανόνα: η δική του περσόνα υπήρξε ακριβώς η πολυπροσωπία διά των διαρκών μεταμφιέσεων, τις οποίες μετέφερε από είδος σε είδος, από μελοδράματα και ιστορικά ρομάντζα σε εξωτικές περιπέτειες ή ταινίες εγκλήματος και μυστηρίου.

Ο Μπράουνινγκ, ακούραστος ανιχνευτής του τερατώδους που ελλοχεύει στην καρδιά του ανθρώπινου, βρήκε στον Τσέινι τον ιδανικό του πρωταγωνιστή, υποβάλλοντάς τον σε μεταλλάξεις που δεν περιορίζονταν στην όψη του. Πόσες ταινίες, αίφνης, είναι πιο αποτρόπαια ελκυστικές στις νοηματικές τους προεκτάσεις, από το Άγνωστο (The Unknown, 1927); Εκεί όπου ο Τσέινι κερδίζει τη στοργή της νεαρής Τζόαν Κρόφορντ υποκρινόμενος ότι δεν έχει χέρια, και όταν πράγματι τα κόβει για να αποκαταστήσει την απάτη του ανακαλύπτει ότι εκείνη αγαπά έναν αρτιμελή νέο, επιφυλάσσοντας για τον ίδιο το μόνο συναίσθημα ενός φιλικού οίκτου. Ταινία ευτυχώς διασωθείσα, πάντα το ίδιο ανησυχητική.

Απ’ όσα γνωρίζουμε για τη Μεγάλη πόλη (1928), υπήρξε μάλλον από τις λιγότερο τυπικές συνεργασίες των Μπράουνινγκ και Τσέινι, μια πρώιμη γκαγκστερική ταινία. Το Λονδίνο (1927) είναι διαφορετική περίπτωση: ένα gothic expliqué, δηλαδή αφήγηση όπου μια σειρά από φαινομενικά υπερφυσικά συμβάντα βρίσκουν, εν τέλει, τη λογική τους εξήγηση, η ταινία βασιζόταν στο διήγημα του ίδιου του Μπράουνινγκ «Ο Υπνωτιστής» (“The Hypnotist”). Ο Τσέινι πρωταγωνιστούσε ως επιθεωρητής της Σκότλαντ Γιαρντ, που κατέστρωνε ένα ιδιότυπο σχέδιο για να διαλευκάνει το άλυτο μυστήριο της δολοφονίας ενός Άγγλου αριστοκράτη πριν από πέντε χρόνια: εμφανιζόταν στην παλαιά έπαυλη μεταμφιεσμένος σε βρικόλακα, ώστε να διαδοθεί ότι το θύμα επέστρεψε στον τόπο του εγκλήματος κι έτσι να παγιδευτεί ο δράστης.

Η μεταμφίεση αυτή του Τσέινι (που, σε αντίθεση με άλλες, δηλώνεται ως τέτοια στο ενδοαφηγηματικό επίπεδο, αντί να φέρεται ως “φυσική” εμφάνιση του ρόλου του) έχει αναδειχθεί στην πλέον διάσημη της καριέρας του μετά το Φάντασμα της Όπερας και τον Κουασιμόδο. 47 χρόνια μετά την απώλεια της ταινίας, οι διασωθείσες φωτογραφίες από αυτήν την ερμηνεία του (χάρη στις οποίες το 2002 πραγματοποιήθηκε ένα είδος 45λεπτης αναστήλωσης της ταινίας που κυκλοφόρησε σε DVD και πλέον απαντάται στο διαδίκτυο) παραπέμπουν σε μια μορφή φρίκης που αγγίζει το γκροτέσκο χωρίς ωστόσο να χάνει την ποιότητα του ρίγους.

Τόσο η ίδια η μεταμφίεση όσο και οι μορφασμοί του Τσέινι προκαλούν βέβαια την αίσθηση ότι ο συγκεκριμένος επιθεωρητής της Σκότλαντ Γιαρντ πρέπει όντως να απολαμβάνει την εργασία του, καθώς η ανάγκη εξιχνίασης ενός φόνου δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει την επινόηση μιας τόσο αλλοπρόσαλλης φιγούρας που περιφέρεται σε ένα σπίτι κάνοντας χειρονομίες και γκριμάτσες. Ο λόγος για τον οποίον η μεταμφίεση παραμένει αξέχαστη είναι μάλλον ότι, σε αντίθεση με τις λογής δυσμορφίες για τις οποίες είναι κυρίως γνωστοί κάποιοι ρόλοι του Τσέινι, αυτή εδώ, θυμίζοντας περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μαριονέτα που έχει με κάποιον σατανικό τρόπο ζωντανέψει, παραπέμπει ελάχιστα, παρά το ημίψηλο, σε εκτόπλασμα αριστοκράτη. Με τα ομοιόμορφα κοφτερά δόντια του, το γουρλωμένο βλέμμα και το μανδύα που ανακαλεί φτερά νυχτερίδας, ο επιθεωρητής-Τσέινι εξακολουθεί να εμπνέει απορίες για τα ακριβή κίνητρά του.

Ο Μπράουνινγκ με τον Τσέινι θα έκαναν άλλες δύο συνεργασίες, στα 1928-29. Έπειτα, με την έλευση του ομιλούντος, ο Μπράουνινγκ ανέλαβε να σκηνοθετήσει την πρώτη ηχητική εκδοχή του Δράκουλα, με τον Τσέινι και πάλι πρωταγωνιστή. Κι όταν το 1930 ο καρκίνος ματαίωσε το σχέδιο παίρνοντας τον Τσέινι στα 47 του χρόνια, ο Μπράουνινγκ κατέφυγε σε έναν ήδη παλαίμαχο αλλά άσημο ηθοποιό, τον οποίον είχε ήδη, στην πρώτη του ομιλούσα ταινία, σκηνοθετήσει σε δευτερεύοντα ρόλο. Ήταν ο Μπέλα Λουγκόζι.

Lugosi

Το θέμα του Λονδίνου εξακολούθησε ωστόσο να απασχολεί τον Μπράουνινγκ. Έχοντας καταστραφεί οικονομικά από την υποδοχή που γνώρισε το τρομαχτικό του αριστούργημα Τέρατα (Freaks, 1932), επανήλθε το 1935 στην παλιά του επιτυχία, γυρίζοντας μιαν ομιλούσα εκδοχή με πολλές αλλαγές στην υπόθεση, αλλά με την κεντρική ιδέα, του ψεύτικου βρικόλακα, ανέπαφη. Στο σωζόμενο Σημάδι του Βρικόλακα (Mark of the Vampire), ο ρόλος του Τσέινι μοιράστηκε σε δύο ηθοποιούς, τον Λουγκόζι και τον Λάιονελ Μπάριμορ. Ο δεύτερος, ως εξιχνιαστής, δεν ήταν πια αστυνομικός, αλλά καθηγητής με ειδίκευση στον αποκρυφισμό. Όσο για τον Λουγκόζι, υποδυόταν ουσιαστικά τον Δράκουλα, μετονομασμένο σε Κόμητα Μόρα, όμως στο τέλος αποκαλυπτόταν ως ένας απλός τσαρλατάνος, που με το θίασό του είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει το σχέδιο του καθηγητή — παρόμοιο με εκείνο του επιθεωρητή-Τσέινι στην παλαιότερη ταινία.

Το Σημάδι του Βρικόλακα τελειώνει με μια σχεδόν κωμική σκηνή, που αφαιρεί από τον εν τέλει καλοκάγαθο Λουγκόζι και την παρέα του όλη την επιβλητικότητα του υπερφυσικού. Κατακλείδα πιστή στην πρώτη ταινία, αλλά που, για ένα κοινό ήδη προετοιμασμένο για μια πλοκή αδιάλλακτα φαντασιακή από τον ίδιο τον Μπράουνινγκ και τον Δράκουλά του μεταξύ άλλων (στην έκρηξη εκείνη της φρίκης που στοίχειωσε τις οθόνες της ρημαγμένης από το κραχ Αμερικής), φάνηκε ανεπίτρεπτος συμβιβασμός. Η φρίκη είχε πάψει να καταφεύγει στην εξήγηση, το gothic expliqué ήταν πια αποδεκτό μόνο σε παρωδίες, και ο Μπράουνινγκ, εδώ, έμοιαζε αναποφάσιστος.

Γύρισε μόνο δύο ακόμη ταινίες πριν ξεχαστεί μέχρι το θάνατό του, το 1962. Για να ανακαλυφθεί αργότερα, όταν τα Τέρατα απέκτησαν σταδιακά τη θέση που τους άξιζαν ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές του κινηματογράφου. Η μία από τις δυο τελευταίες του καταθέσεις, η Διαβολική κούκλα (The Devil-Doll, 1936), στο σενάριο της οποίας συνεργάστηκε ένας άλλος σκηνοθέτης που πλήρωσε ακριβά την τόλμη του, ο Έριχ φον Στρόχαϊμ, φαντάζει σήμερα σαν σπαραχτική ανάκληση του Λον Τσέινι, από έναν σχεδόν παραιτημένο πια Μπράουνινγκ. Στην απίστευτη αυτή ιστορία του δραπέτη που στέλνει μιαν ανθρώπινη μινιατούρα για να εκδικηθεί εκείνους που τον πρόδωσαν, ο πρωταγωνιστής Λάιονελ Μπάριμορ μεταμφιέζεται σε ακίνδυνη γριούλα, θυμίζοντας το ρόλο του Τσέινι στους Τρεις ανόσιους (The Unholy Three, 1925).

Έπειτα, ο Μπράουνινγκ σώπασε, αφήνοντας τον Λουγκόζι να ακολουθήσει το είδος της υπερφυσικής φρίκης στην παρακμή του, συχνά διασταυρούμενος με τον γιο τού Τσέινι, τον Λον Τσέινι Τζούνιορ. Οι δυο τους μοιράστηκαν τους τρεις βασικούς ρόλους του είδους: τον λυκάνθρωπο, τον Δράκουλα (με αυτό ή άλλο όνομα, ανάλογα με το copyright) και το τέρας του Φρανκενστάιν, ανταλλάσσοντάς τους από ταινία σε ταινία, ενώ γύρω τους ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν — ενίοτε με υπερφυσικές επιπτώσεις, όπως στην Επιστροφή του βρικόλακα (Return of the Vampire, 1944), όπου ο Λουγκόζι (ως κόμης Τέσλα αυτήν τη φορά) ξυπνά από τον αιώνιο ύπνο του εξ αιτίας βομβαρδισμού σε νεκροταφείο του Λονδίνου. Κανείς από τους δύο όμως δεν φόρεσε την ομοιόμορφη οδοντοστοιχία του Τσέινι πατρός στο χαμένο εκείνο Λονδίνο μετά τα μεσάνυχτα.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: