Δημήτρης Βλάχος και το Μόρτικο – Κρίσεις πανικού

Δεν ανοίγω συχνά το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των ψυχικών διαταραχών. Βρίσκεται όμως στη βιβλιοθήκη μου κι ας μην έχω καμία σχέση με τα επαγγέλματα ψυχικής υγείας. Το αγόρασα γιατί πάντα αναρωτιόμουν τι συμβαίνει μέσα στο κοκάλινο κουτί που περιέχει αυτό που είμαι, την ευτυχία, τη δυστυχία, τους φόβους, τους θεούς και τους διαβόλους μου.

Σήμερα, στο μεσημεριανό διάλειμμα για φαγητό, ξύπνησαν μέσα μου συμπτώματα χαμένα στα πιο σκονισμένα κι αραχνιασμένα ντουλάπια της μνήμης. Έξω έκανε κρύο και μέσα ζέστη. Μπήκα στην ουρά, πήρα “τροφή υγιεινή” (προσέχω τώρα που είμαι ερασιτέχνης δρομέας), κοίταξα τον κόσμο που βρισκόταν μπροστά μου και περίμενε να πληρώσει στο ταμείο. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τον κόσμο που βρισκόταν πίσω μου. Πολύς κόσμος, όλοι πεινασμένοι κι αγχωμένοι για τον ελάχιστο χρόνο που τους απέμενε μέχρι να επιστρέψουν στις δουλειές τους. 

Είχα δέσει σφιχτά το μαύρο κασκόλ γύρω από το λαιμό, μέσα στη βιασύνη να πάω για φαγητό και ν’ αφήσω, το συντομότερο, το καταθλιπτικό γραφείο. Κρατώντας τον μεγάλο πλαστικό δίσκο, δεν είχα ελεύθερο χέρι για να το χαλαρώσω κι αποφάσισα να κάνω υπομονή. Η σκέψη όμως μ’ έκανε να νιώθω ακόμα μεγαλύτερη ενόχληση. Μια θηλιά στο λαιμό, μια εκτέλεση «δι’ απαγχονισμού».  Οι φωνές γύρω μου άρχισαν να γίνονται πιο ενοχλητικές από ποτέ, μέχρι που μεταμορφώθηκαν σ’ ένα άχρωμο βουητό. Η αναπνοή έγινε βαριά, τα πνευμόνια ζητούσαν περισσότερο αέρα, που δεν ήμουν σε θέση να τους προσφέρω. Σήκωσα το κεφάλι ψάχνοντας για κάποιον γνωστό, όχι για άλλο λόγο, αλλά για να καθίσω μαζί του στο τραπέζι (ψεύτικος καθησυχασμός που η καρδιά μου αγνόησε κι άρχισε να χτυπάει δυνατότερα).

Υπάρχει κάποιο όριο στον αριθμό των παλμών που μπορεί μια καρδιά ν’ αντέξει. Δεν έπρεπε να σκέφτομαι την καρδιά, έπρεπε να την αγνοήσω γιατί με κορόιδευε.  Προσπάθησα να θυμηθώ κάτι μακρινό, μια σκέψη να με προστατέψει. Είχα όμως εχθρούς εκείνη τη στιγμή δυο ζωτικά μου όργανα. Σαν να είχαν δημιουργηθεί αντισώματα που ήθελαν να τα αποβάλλουν, να τα διώξουν μακριά από τον υπόλοιπο μου εαυτό. Και πού θα πήγαιναν μόνα τους; Και πώς θα επιβίωνα χωρίς τη σκέψη και χωρίς το μοτέρ που με τρέφει;

Σκέψη φυγής. Ο δίσκος πέφτει από τα χέρια κι αρχίζω να τρέχω σπρώχνοντας τον κόσμο που με βρίζει. Βγαίνω στο κρύο για να πάρω καθαρό αέρα.

 Η εικόνα που ζωγράφισε η βίαιη σκέψη μου ανέβασε ακόμα περισσότερο τους παλμούς κι ο ιδρώτας έσταζε απ’ το πρόσωπο κι οι σταγόνες έβρεχαν το σφιγμένο γύρω από το λαιμό κασκόλ. Δεν μπορούσα να μετρήσω ούτε τις σταγόνες, ούτε και τους παλμούς. Τα χέρια ήταν σαν δεμένα επάνω στον πλαστικό  δίσκο. Έτρεμαν ελαφρά. Είδα ένα ρολόι στον τοίχο που μετρούσε και τα δευτερόλεπτα. Προσπάθησα να κρατήσω με το ένα χέρι, με τη βοήθεια του σώματος, το δίσκο και το άλλο πάνω στην καρωτίδα, για να μετρήσω την ταχύτητα εκείνου του εκνευριστικού ταξιδιού της καρδιάς που μ’ είχε φέρει σε τόσο δύσκολη θέση.

Την τάση φυγής αντικατέστησε η σκέψη της λιποθυμίας. Ξερός στο πάτωμα. Κόσμος γύρω μου για να βοηθήσει. Εγώ ακόμα πιο πνιγμένος, ακόμα πιο αδύναμος. Σαλάτα στα ρούχα, λίγδα από κοτόπουλο στα χέρια. Τέτοιες σκέψεις δεν μπορούσαν να κάνουν την καρδιά να επιβραδύνει.

«Είσαι αθλητής. Όχι επαγγελματίας αλλά η φυσική σου κατάσταση είναι καλύτερη από τον μέσο όρο. Δεν μπορεί να σου συμβαίνει κάτι τέτοιο».

«Δεν είσαι αθλητής. Αποφάσισες να γίνεις χωρίς να συμβουλευτείς κάποιον ειδικό. Η καρδιά σου είναι επιβαρυμένη από χρόνιες καταχρήσεις και τώρα, τρέχει κυνηγημένη να γλυτώσει από τον τελευταίο της χτύπο».

Το σώμα κι η σκέψη είχαν μεταμορφωθεί στους χειρότερους εχθρούς. Αδύνατο να συνεργαστούν. Συγκέντρωσα στα πόδια τις τελευταίες δυνάμεις. Κατάφερα να φτάσω σε έναν πάγκο κι άφησα τον δίσκο. Χωρίς να κοιτάξω άνθρωπο στο πρόσωπο, άρχισα να κινούμαι με σκοπό να βρω το συντομότερο την πόρτα της εξόδου.

Βγήκα, πήρα μερικές βαθιές ανάσες και γύρισα νηστικός στο γραφείο. Εκεί ένιωσα καλά.

Μόλις μπήκα στο σπίτι φόρεσα τις καινούριες φόρμες και τα παλιά αθλητικά παπούτσια για να πάω στην Μοντανιόλα. Ήμουν αποφασισμένος. Καμία αδιαθεσία δεν θα «έκοβε» τη φόρα που είχα πάρει για να βελτιώσω τη φυσική μου κατάσταση. Πριν βγω, άνοιξα το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των ψυχικών διαταραχών. Βρήκα γρήγορα αυτό που έψαχνα. Κρίση πανικού. Η συμπτωματολογία μου το έλεγε ξεκάθαρα. Δεν ήμουν καρδιακός. Δεν έπρεπε να επιτρέψω στο μυαλό να κουμαντάρει την καρδιά πέρα από το επιτρεπτό όριο συνεργασίας. Άλλωστε ήταν κάτι που είχα ξανανιώσει και το νίκησα κρύβοντας το βαθιά στη μνήμη, σαν ξεχασμένο θεό. Σβήνουν οι πιστοί, σβήνει κι ο θεός.

Πριν μπω στο πάρκο άκουσα τη σειρήνα της πυροσβεστικής ή του περιπολικού ή  του ασθενοφόρου. Φτάνοντας στην είσοδο, είδα το ασθενοφόρο να κατευθύνεται προς το μέρος μου. Κάνοντας στην άκρη για να το αποφύγω, μπήκαν στη μέση οι μεσημεριανές σκέψεις που προσπαθούσα να ξεχάσω. Δεν σκέφτηκα τραυματίες μετά από καυγά μεταναστών, με σχισμένα χέρια από αυτοσχέδια μαχαίρια ή από σπασμένα μπουκάλια μπύρας. Δεν σκέφτηκα κάποιον δρομέα που στραβοπάτησε και στραμπούλιξε το πόδι. Σκέφτηκα κάποιον δρομέα που έπεσε την ώρα της προπόνησης. Το σώμα ακίνητο και παγωμένο στην άσφαλτο του πάρκου, προδομένο από την ελαττωματική καρδιά.

          «Τι έγινε;» ρώτησα τον ιδρωμένο νεαρό που συνάντησα μπροστά μου. Έβγαινε από το πάρκο μετά την προπόνηση. Δεν απάντησε. Φορούσε ακουστικά.

Τα έβαλα με τον εαυτό μου κι άρχισα να τρέχω χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν θα πάθαινα τίποτα – κι ας είναι οι παλμοί μου ανεβασμένοι σε σχέση με προηγούμενες εκκινήσεις – (σκέφτηκα όταν είχα ήδη διανύσει τα πρώτα πενήντα μέτρα).

Το πάρκο ήταν σχεδόν άδειο κι η καρδιά είχε επιτέλους έναν δικαιολογημένα ανεβασμένο ρυθμό. Έτρεχα με μεγαλύτερη ταχύτητα από τη συνηθισμένη για να την τιμωρήσω για το μεσημεριανό παιχνίδι που μου έπαιξε και μ’ άφησε σχεδόν νηστικό (είχα φάει μόνο κάτι μπισκότα ξεχασμένα στο συρτάρι του γραφείου).

          Πρόσεξα στο βάθος έναν δρομέα καγκουρό. Αυτή η εικόνα μου μπήκε στο μυαλό μόλις τον είδα. Η τεχνική του ήταν πρωτόγνωρη. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό που έκανε. Παράτησα τον διάλογο με την καρδιά κι επιτάχυνα. Η περιέργεια νίκησε τη φοβία – κάτι που δεν είναι εφικτό όταν στη θέση της φοβίας υπάρχει η πραγματική παθολογία – .

          Ο δρομέας καγκουρό μεταμορφώθηκε (στο μυαλό μου) σε δρομέα καγκουρό κομπρεσέρ, όταν βρέθηκα λίγα μέτρα πίσω του. Τα άλματα που διένυε ήταν μεγάλες καμπύλες που κατέληγαν, όταν άγγιζε το έδαφος, σε δυνατούς κραδασμούς. Σχεδόν ένιωθα τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια μου. Βήμα – καγκουρό – κομπρεσέρ – βήμα – καγκουρό – κομπρεσέρ.

Ξέχασα τα νούμερα και τους παλμούς, ξέχασα την παθολογία της καρδιάς. Ήμουν καλά κι ακολουθούσα έναν τρελό που έτρεχε με μια πρωτόγνωρη, άχαρη τεχνική. Ήμουν περίεργος να δω πώς και πότε θα σταματήσει κι ήμουν σίγουρος πως θα σταματούσε πριν από εμένα. Αυτό που έκανε έμοιαζε άχρηστο και κουραστικό.

Σταμάτησε μετά από ένα τέταρτο κάνοντας σχεδόν επί τόπου άλματα που τον μετακινούσαν ελάχιστα προς την έξοδο του πάρκου.

          «Ποια είναι η τεχνική σου;» ρώτησα λαχανιασμένος.

          «Δεν είναι ακριβώς τεχνική» απάντησε εκείνος επίσης λαχανιασμένος, λιγότερο από εμένα (κι αυτό μου φάνηκε περίεργο).

          «Τι είναι; Γιατί χοροπηδάς τόσο δυνατά; Δεν φοβάσαι πως θα καταστρέψεις τα γόνατα σου;». Η τελευταία ερώτηση τον έκανε να ακινητοποιηθεί.

          Η καρδιά κάθεται πάνω στο διάφραγμα και κάνει τη δουλειά της. Χτυπάει ασταμάτητα. Μπορεί όμως και να σταματήσει. Έχεις ακουστά τον αιφνίδιο θάνατο των αθλητών; Όταν το πρωτοάκουσα σκέφτηκα να μην ξανατρέξω. Μελέτησα όμως το θέμα και βρήκα αυτή τη λύση. Χρησιμοποιώ το διάφραγμα σαν τραμπολίνο. Κάνω την καρδιά να χοροπηδάει επάνω του όσο πιο δυνατά μπορώ. Έτσι, ακόμα κι αν κάποιο πρόβλημα κατά τη διάρκεια της προπόνησης την οδηγήσει στο τελευταίο της χτύπημα, το τραμπολίνο θα την βοηθήσει να ξαναζωντανέψει. Θα την ξυπνήσει μ’ ένα γερό ταρακούνημα.  Μέχρι σήμερα, το τέχνασμα με βοήθησε. Και τώρα εσύ μου λες πως θα καταστρέψω τα γόνατα μου. Κι εγώ φαντάστηκα τον εαυτό μου σε αναπηρική καρέκλα, με τα γόνατα μεταμορφωμένα σε άχρηστη πολτοποιημένη μάζα. Πρέπει να βρεθεί μια λύση και γι’ αυτό το θέμα.

          Αυτά ήταν τα λόγια που μου είπε κι έφυγε χωρίς να χαιρετήσει. Τον είδα να χάνεται στο βάθος με το κεφάλι σκυμμένο. Έμεινα ακίνητος κοιτάζοντας τα φύλλα των δέντρων να γίνονται σκούρα με τον ερχομό της νύχτας.  

Έτριψα τα μάτια, χτένισα τα μαλλιά με την ανοιχτή παλάμη. Πήρα το δρόμο για το σπίτι. Η καρδιά άρχισε να χτυπάει δυνατά.

«Αϊ γαμήσου» της είπα κι έβγαλα τα κλειδιά από την τσέπη.

 

www.facebook.com/dimitris.vlachos.mortico

dimitrisvlachos@outlook.com 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: