Γιώργος Γλυκοφρύδης – Η πόρτα

 

Η πόρτα

Τρεις με τέσσερις τα ξημερώματα.

Δεν γνώριζε την ακριβή ώρα, πάντως κάπου εκεί ήταν, τρεις με τέσσερις τα ξημερώματα, στην καρδιά της νύχτας.

Ήταν ξαπλωμένος αλλά αυτό δεν πάει να πει πως κοιμόταν, όλοι οι άλλοι κοιμόνταν, αλλά όχι αυτός, αυτός κοιτούσε την πόρτα.

Το δωμάτιο, όπως όλα τα δωμάτια αυτού του κόσμου, είχε κι αυτό μια πόρτα. Την οποία αυτός κοιτούσε, ιδίως εκείνη την ώρα, ανάμεσα στις τρεις με τέσσερις τα ξημερώματα, στην καρδιά της νύχτας. Δεν την κοιτούσε συνέχεια, μόνο κλεφτές ματιές, συνήθως καθώς διάβαζε κάποιο βιβλίο. Παρόλο που έκλειναν τα μάτια του από την ανάγκη του οργανισμού του για ύπνο, παρόλο που τα βλέφαρά του ήταν πιο βαριά κι από μαρμάρινη πλάκα, παρόλα αυτά, αυτός δεν κοιμόταν, κρατούσε το βιβλίο ανοιχτό για να μπορεί να ρίχνει κλεφτές ματιές, στην πόρτα.

Έβλεπε ανθρώπους όρθιους να τον κοιτούν.

Τίποτε άλλο.

Ανθρώπους όρθιους. Γνωστούς ή άγνωστους να κάθονται όρθιοι εκεί στην πόρτα και να τον κοιτούν. Ούτε να ακουμπούν στο καφάσι της πόρτας, ούτε να γέρνουν, ούτε να στέκονται με το ένα πόδι ακουμπισμένο πίσω, ούτε τίποτε· απλά, εκεί όρθιοι με τα χέρια και τα πόδια ίσια. Όπως στις φωτογραφίες που έχουν οι εγκυκλοπαίδειες. “Ο άντρας”. “Η γυναίκα”. Κι από έναν άνθρωπο για το κάθε φύλο, όρθιο. Ακριβώς εκεί στο κέντρο του παραλληλεπίπεδου της πόρτας. Ώρες ώρες, δε, δεν καταλάβαινε, καν, αν ακουμπούν στο δάπεδο ή αν κάποιος τους έβαλε εκεί, ως φιγούρες από χαρτόνι πάνω από ένα ελάχιστο ρεύμα αέρα που τις κρατά μερικά αναγκαία εκατοστά, ψηλότερα. Αυτό που τον τρόμαζε, όμως, πραγματικά, ήταν ότι μερικές φορές ήταν γνωστοί. Άλλοι νεκροί από χρόνια, λίγοι, πολύ λίγοι αυτοί, κι άλλοι ζωντανοί· που τι δουλειά είχαν να έρθουν μέσα στην καρδιά της νύχτας να τον κοιτούν. Συνήθως ένα βλεφάρισμα αρκούσε για να χαθούν, και δυστυχώς άλλο ένα για να ξανάρθουν, είτε αυτοί που ήταν από πριν, είτε καινούριοι άλλοι, από παλιότερες νύχτες, ή μόνο της εκάστοτε σημερινής.

Τι ψυχές κι αυτές… Μ’ ένα βλεφάρισμα έρχονται μ’ ένα βλεφάρισμα φεύγουν… σκεφτόταν πολλές φορές, κι αυτό τον καθησύχαζε, καθώς όταν μπορούσε να σκέφτεται ήταν ήσυχος.

Το άλλο που τον τρόμαζε, για να μην πούμε αυτό που του προκαλούσε φρίκη, ήταν πως όλοι τους ήταν εντελώς ανέκφραστοι. Τους κοιτούσε στα μάτια αλλά αυτοί δεν είχαν καμία ανταπόκριση.

Τελικά, αποκοιμιόταν. Κάποια στιγμή, αποκοιμιόταν, σε αυτή τη στάση: Γυρτός προς τη μεριά της πόρτας με το βιβλίο στο χέρι.

Ξύπναγε το πρωί, το πραγματικό πρωί, γύρω στις εφτά, για να ξανακοιμηθεί αμέσως, μέχρι αργά το μεσημέρι.

Μετά από πολλούς μήνες αποφάσισε να αγοράσει μία υπερευαίσθητη κάμερα. Να την βάλει εκεί πάνω στο τρίποδο και να την αφήσει να μαγνητοσκοπεί όλη την νύχτα, από τις δύο μετά τα μεσάνυχτα μέχρι ότι ώρα θα γέμιζε η μνήμη της.

Την ίδια ημέρα το μεσημέρι, κάθισε μπροστά στην οθόνη κι έβαλε την κάρτα με την εγγραφή της νύχτας στον υπολογιστή. Έψαξε από δω έψαξε από κει αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν το χωρίς τέλος πλάνο της πόρτας του δωματίου. Λογικά πρέπει να ήταν το μοναδικό πλάνο στην Ιστορία των οπτικοακουστικών τεχνών που έδειχνε μία πόρτα για οκτώ και παραπάνω ώρες. Έκανε ανάλυση σε τρισδιάστατα γραφικά, σε παλιά αναλογικά pixel, σε ψηφιακή χρωματική ανάλυση, σε θερμογραφική ανάλυση, σε υπέρυθρη προσομοίωση, και σε ότι άλλο του πρόσφερε η τεχνολογία. Παρόλα αυτά, το μόνο που έβλεπε ήταν μία πόρτα, και όποια επίδραση μπορούσε να έχει σε αυτήν και στο υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένη, το πέρασμα οκτώ ωρών μιας νύχτας στην καρδιά του χειμώνα. Μέχρι και τις αλλαγές της υγρασίας ήταν σε θέση να μπορεί να βλέπει, μαζί με τις θερμοκρασίες και όλα τα συναφή. Κανένας ζωντανός οργανισμός ή έστω κάτι παραπλήσιο, δεν φαινόταν να έχει ενοχλήσει την πόρτα του, τουλάχιστον για εκείνη τη νύχτα.

Έσβησε τον υπολογιστή.

«Θα πάω σε γιατρό…» μονολόγησε. Και την ίδια στιγμή τηλεφώνησε στον γιατρό του.

«Χρειάζεστε ξεκούραση…» του είπε ο γιατρός, και του φάνηκε τόσο τετριμμένη αυτή η φράση, όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Την ίδια νύχτα τον επισκέφτηκαν ένας παλιός του φίλος από τον στρατό, η πρώτη του κοπέλα από το γυμνάσιο, ένα καμένο κεφάλι που είχε δει σ’ ένα ρεπορτάζ μερικά χρόνια πριν, κι ένας άγνωστος που δεν έμοιαζε σε κανέναν, απλά, ένας άγνωστος.

Μάλλον τρελαίνομαι…

Ξαναπήγε στον γιατρό.

«Γιατρέ… Λέω να κάνουμε ένα εγκεφαλογράφημα, και μετά να το δούμε σε τρισδιάστατη προσομοίωση… Δεν μπορεί, κάτι πρέπει να συμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου… Τουλάχιστον εκείνη την στιγμή…»

«Ακούστε… Αυτά είναι… Για τσαρλατάνους. Όπως λέγανε παλιά. Το ξέρετε φαντάζομαι ότι αυτά τα πράγματα δεν τα δέχεται η επιστήμη… Τον εγκέφαλο τον γνωρίζουμε ελάχιστα…»

Κοίταξε τον γιατρό κουνώντας το κεφάλι και τον διέκοψε. «Τέλος πάντων… Εσείς δέχεστε να το κάνουμε ή όχι; Αν όχι το κάνω και μόνος μου, αγοράζω το μηχάνημα και το κάνω, το πρόβλημα όπως ξέρετε δεν είναι τα λεφτά, τουλάχιστον από εμένα…»

«Θα σας απογοητεύσω…»

«Δεν πειράζει… Κανένα πρόβλημα…»

Σηκώθηκε απότομα, έφτιαξε τα ρούχα του, και βγήκε βροντώντας πίσω του την πόρτα.

Τη νύχτα δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί. Κι όχι από τις κλασικές πια επισκέψεις, αλλά απ’ τα καλώδια που ήταν κολλημένα πάνω στο σώμα του και στο κεφάλι του, και από τους θορύβους των μηχανημάτων που υπήρχαν μέσα στο δωμάτιο.

Σιγά μην έρθει κανείς απόψε… Αλλά ο μόνος που δεν ήρθε ήταν ο ύπνος. Αυτή τη φορά, όμως, αισθανόταν φόβο, που σιγά σιγά τον έβλεπε να τριγυρίζει στα χωράφια του τρόμου, έτοιμος να φωνάξει για ενίσχυση τον πανικό της φρίκης.

Αισθανόταν πως τους καλούσε. Αισθανόταν πως τους προσκαλούσε, και πως τους προκαλούσε. Άσχημα πράγματα όταν συμβαίνουν και τα τρία μαζί, γιατί αυτοί στους οποίους απευθύνονται, δύσκολα μπορούν ν’ αρνηθούν.

Στις τέσσερις παρά τέταρτο ξύπνησε από έναν θόρυβο.

Ναι, πραγματικά, ξύπνησε, γιατί όντως τα μάτια του είχαν κλείσει και είχε αποκοιμηθεί.

Κοίταξε την πόρτα.

Μαύρη.

Ούτως ή άλλως το φως από μέσα ήταν κλειστό.

Κι άλλος θόρυβος.

Κι άλλος, σαν να μετακινούνταν πράγματα, χαρτιά, σακούλες, το τραπέζι της κουζίνας.

Τι γίνετε, ρε…

Ανασηκώθηκε.

Τα μηχανήματα γύρω του ξεκίνησαν. Led άναψαν και δείκτες ανέβηκαν καθώς ο εκτυπωτής έβγαζε την μία σελίδα πίσω από την άλλη.

Άναψε το μεγάλο φως.

Ομιλίες από μέσα. Ναι, λογικά πρέπει να ήταν ομιλίες αυτό που άκουγε.

Κάτι είδε.

Σηκώθηκε εντελώς, έπιασε τα καλώδια απ’ το χέρι και τα τράβηξε μαζί του, βημάτισε αργά τα ελάχιστα βήματα που τον χώριζαν από την πόρτα.

Οι θόρυβοι από την άλλη πλευρά είχαν ξεκαθαρίσει. Κάποιος πήρε μια καρέκλα και την έβαλε στη θέση της, ένα ντουλάπι άνοιξε κι έκλεισε και μετά ακούστηκε ήχος βρύσης. Και μαζί με τους θορύβους υπήρχαν και μυρωδιές. Όπως μυρίζει ένα δωμάτιο με πολλούς ανθρώπους μέσα που έχουν μπει όλοι μαζί πριν από λίγο.

Δεν τολμούσε να κουνηθεί. Δεν τολμούσε να πάει από την άλλη πλευρά της πόρτας. Ο λαιμός του είχε ξεραθεί και μπορούσε ν’ ακούει την καρδιά του να χτυπά.

Από την άλλη, οι θόρυβοι σταμάτησαν, λίγο.

Κάποιος ξερόβηξε, ένας αναπτήρας άναψε κι έσβησε, μυρωδιά τσιγάρου. Όπως κάποιοι που μπήκαν κάπου, βρήκαν θέσεις, σερβιρίστηκαν, και περιμένουν ν’ αρχίσει.

Οι σελίδες στον εκτυπωτή τελείωσαν.

Έβαλε το τρεμάμενο χέρι του μέσα στο σκοτάδι της πόρτας. Ψηλάφισε τον τοίχο της άλλης πλευράς. Βρήκε τον διακόπτη κι άναψε το φως.

Δεν υπήρχε κανείς.

Καθώς έπεφτε με το κεφάλι προς τα πίσω, και πριν αυτό χτυπήσει στην κόχη του κρεβατιού κι ανοίξει στα δύο από το βάρος του σώματος, πρόλαβε και είδε τις καρέκλες που ήταν στη θέση τους, τα ντουλάπια που ήταν κλειστά, και το τασάκι στο τραπέζι που δεν είχε μετακινηθεί ποτέ.

Οι οθόνες των παλμογράφων έδειχναν μια ευθεία πράσινη γραμμή καθώς ταυτόχρονα έβγαζαν τον ίσιο ήχο του θανάτου.

Την επομένη, στις σελίδες του CNN στο Internet, στην κατηγορία “Science and Technology”, υπήρχε μια μικρή παράγραφος που έγραφε:

[Ανακαλύφθηκε bug στο REM κομμάτι των υποσυστημάτων ύπνου του καινούριου αυτόνομου μοντέλου ανδροειδούς Τ3000, της HAL Ltd.

Το bug αυτό, εκτός από τα προβλήματα που δημιουργούσε στο επίπεδο του ύπνου και των ονείρων, δημιουργούσε και απώλεια συνείδησης του εγώ, πράγμα που σημαίνει πως το ανδροειδές σταματούσε να γνωρίζει ότι είναι ανδροειδές, κι αυτό, εκτός των άλλων, το οδηγούσε αναπόφευκτα σε συγκρούσεις με την πραγματικότητα, ή όπως η παλιά ψυχολογία θα έλεγε: «Δημιουργούσε μία πραγματικά σχιζοφρενή προσωπικότητα.» Η γνωστή για τις πρωτοποριακές έρευνές της εταιρεία, ανακοίνωσε πως το ανδροειδές βρέθηκε “νεκρό”, ύστερα από δύο μήνες, από τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος. Το συγκεκριμένο ανδροειδές, που ακούει στο όνομα John La Verne, έχει ήδη περάσει την διαδικασία επαναφοράς και σύντομα θα επιστρέψει στην κανονική ζωή. Η HAL Ltd., σε πείσμα όλων των γνωστών ρατσιστικών εκδηλώσεων απέναντι στα ανδροειδή, τα τελευταία χρόνια, συνεχίζει να διατηρεί δεκάδες από αυτά εν “ζωή”, προσπαθώντας να τα ενσωματώσει στο παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας, μια που χιλιάδες ανθρώπινα εργατικά χέρια απελευθερώνονται για να χρησιμοποιηθούν σε απόλυτα δημιουργικές εργασίες.]

Δίπλα από το κείμενο υπήρχε μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός ανοιχτού πλαστικού κρανίου. Με ημερομηνία, δίπλα. 23 Ιανουαρίου 2096._

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: