Τάσος Λειβαδίτης – Δύο ποιήματα σε αγγλική μετάφραση

[Μεταφράζει ο Μανώλης Αλυγιζάκης]

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ

 

     Έφυγε ξαφνικά μιά μέρα τού φθινοπώρου, πάνω στό τραπέζι

είχε αφήσει ένα γράμμα, “μή μέ διώξεις” έγραφε, καί μιλούσε γιά

ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τά φώτα ήταν όλα αναμμένα

στό σπίτι, γιά νά ήν καταλάβω πώς, ίσως, δέν είχε έρθει ποτέ,

ενώ πλάι στό γράμμα είχε ακουμπήσεις τό μυστήριο τού θανάτου

του, πού οι αράχνες τό `χαν κιόλας σκεπάσει, “πώς μέ βρήκες, μού

λέει, εγώ δέν υπήρξα”, “γι αυτό”, τού λέω, κι ήταν σάν νά `χαμε

γεννηθεί καί μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, πού έτρεχε μές στό ανατρί-

χιασμα τών δρόμων,

     μά ούτε καί μπορούσα νά πα΄λεψω μ αυτήν τήν πρόσοψη τού

σπιτιού, πού οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ τό

αίμα μου, μές στό σκοτάδι τής νύχτας.

 

 

 

 

THE VISITOR’S LETTER

 

     Suddenly on an autumn day he left, on the table

he left a letter “don’t send me away” it read, and spoke

of a deep inhabitable premonition, in the house all the lights

were turned on, that I wouldn’t understand, perhaps he had

never come, while next to the letter he had left the mystery

of his death, already covered by cobwebs, “how you found me?

He asked, I never existed”, “for this reason” I said and it was

as if we were born and raised in a carriage running into

the shivering roads

       yet I still couldn’t fight against this facial of the house

its walls, ravished, dived deeper than my blood into

the darkness of the night.

 

 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ

 

     Βέβαια όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγη-

τα γι’ αυτούς πού σηκώνουν μ’ έμφαση τό ποτήρι τους πάνω απ’ τό

τραπέζι, χωρίς νά βλέπουν ποιός κρατά, ώσπου, σιγά σιγά, η

καθημερινή χρήση μάς κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα νά

κοιτάζω αλλού ότα χτυπούσε τό κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα

ησύχασαν, ήταν αργά, πού είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,

     ακούμπησα στό τραπέζι γιά νά μήν πέσω, ύστερα μέ κεφάλι

σκυφτό άνοιξα τήν πόρτα κι ακολούθησα τό δρόμο μου.

     Καί τά βράδια, στό δείπνο, τούς άκουγα νά διηγούνται τίς

ιστορίες τους, αποσιωπώντας μέ τρόπο τό σκοτεινό, απόμακρο έξω—

εκεί πού είχαμε ζήσει.

 

DAILY USE

 

      Of course, all these were somehow vague, perhaps even inexplicable

for the ones who raise their glass emphatically over the table, without

seeing who holds it, until, slowly the everyday use makes us mortal,

thus I always tried to look elsewhere when the bell rang, and when

all got quietened, where was the host, why is he hiding,

     I leaned on the table that I wouldn’t fall; then bowing my head

I opened the door and carried on with my path.

     And at night, dinner time, in horror I listened to them narrating

their stories that silenced the dark, remote outside—there where

we had lived.

http://authormanolis.wordpress.com/

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: