Ελένη Ντούξη – Τρία ποιήματα

ντούξη

Αμυγδαλιά

Θηλάσαμε τη θλίψη

Της πρώτης μας Άνοιξης,

Εκείνη κι εγώ.

Πάντα με ξεγελούσε ο ανθός της

Και μετά έμενα όλη μέρα

Με την πίκρα στο στόμα.

Από μακρυά

Τα πρόσωπα σας δεν φτάνουν

Το ύψος των ματιών μου

Κερί λιωμένο που αποτύπωσε

Των παπουτσιών τα νούμερα

Αντεστραμμένα.

             

Και οι φωνές βουίζουν

Γρανάζια τρένου

Που άσκοπα

Παλεύει να ισορροπήσει

Επάνω στις μεταλλικές του πατερίτσες.

 

Βλέπω τα σώματά σας ξεχειλωμένα

Όπως ξεπλένετε στη θάλασσα

Την κάθε μέρα σας

Με ανεξίτηλη μανία.

Καρπός

Νόμιζε πως θα πέθαινε όρθιος

Καρφωμένος στον ήλιο

με τα πόδια ριζωμένα στη γη

και τα λογικά του στο σάλεμα των φύλλων

σπόροι τρυφεροί στη μήτρα ενός καρπού.

 

Όποιος από τρέλα δάγκωνε το φρούτο

ίσως έβρισκε φυσικό

που ο ήλιος τόσα χρόνια

κρατάει ανάστημα

και το χώμα ριγεί στις φτέρνες.

 

Έτσι θα κολλούσαν οι απαντήσεις

στου τρελού τα δόντια

και ίσως τότε, έβρισκε τα λογικά του

στο φύσημα του ανέμου.

 

Νόμιζε,

ότι θα πέθαινε όρθιος

με τον ουρανό να τον διαπερνά

οριζοντίως.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: