Γιώργος Γλυκοφρύδης – Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας

1996, Ιούνιος, Αθήνα

1.

Δεν είχε έρθει ακόμη αλλά ήταν κοντά.

Έτσι το αισθανόταν εκείνος, τουλάχιστον.

Εκείνος, τις καλοκαιρινές νύχτες σαν αυτή, που το μπαλκόνι στο κέντρο της πόλης είχε αρκετό χώρο για ένα τραπεζάκι για το laptop, ένα πορτατίφ, το ποτήρι με το ποτό και τον πάγο, κι ένα τασάκι για το πακέτο με τα τσιγάρα, τράβαγε το καλώδιο του τηλεφώνου μέχρι το μπαλκόνι, κι έβγαινε στο Internet.

Εκείνη, στην άλλη άκρη του πλανήτη, εκεί που ακόμη ήταν σχεδόν μεσημέρι προς απόγευμα, κατέβαζε την τέντα για την απογευματινή αντηλιά, έφτιαχνε έναν καφέ, τσούλαγε ολόκληρο το γραφείο κοντά στο παράθυρο, κι από ‘κει, με θέα τη μεγάλη πόλη με τον ήλιο να κατεβαίνει πίσω της, έβγαινε στο Internet.

Δεν είχε έρθει ακόμη αλλά ήταν κοντά.

Έτσι το αισθανόταν εκείνη, τουλάχιστον.

Στην αρχή ήταν το email. Πάλι τα ίδια θα μου λέει, μου τα ’πε και χθες, έχω αρχίσει να βαριέμαι… σκέφτηκε κοιτάζοντας τα μηνύματα στο inbox της. Αυτός δεν θα το παραδεχθεί ποτέ, βδομάδες τώρα οι ίδιες κουβέντες “Όχι εγώ σ’ αγαπώ, όχι εσύ δε μ’ αγαπάς…” Έχω βαρεθεί να διαβάζω, τι να κάνω ρε γαμώτο…

Το πορτατίφ εκείνου είχε την ικανότητα να μαζεύει όλα τα έντομα της περιοχής. Αυτό τον εκνεύριζε αφάνταστα, και βεβαίως δεν ήταν διατεθειμένος να συμβιβαστεί μ’ αυτό, όπως και με πολλά άλλα στη ζωή του. Ήπιε λίγο από το ποτό κι άναψε ένα τσιγάρο. Συνδέθηκε και βγήκε κατευθείαν στο email. Εδώ και πολλές εβδομάδες δεν ζούσε και για τίποτε άλλο. Και στη δουλειά του ακόμη του το είχαν πει ξεκάθαρα «Φίλτατε, θα φύγεις εάν συνεχίσεις τα ίδια… Κανόνισε…» γιατί βέβαια δεν έκανε απολύτως τίποτε από ό,τι έπρεπε να κάνει. Γιατί απλά δεν μπορούσε. Αφού δεν κοιμόταν. Αφού τις νύχτες ήταν online περιμένοντάς την. Περιμένοντας το μετά το email. Έτσι το είχε ονομάσει κιόλας, «το μετά το email», το σχεδόν απόλυτο της επαφής, το σχεδόν αλήθεια.

Το IRC

 


 

2.

Εκείνη συνήθως αργούσε. Έκανε κι άλλα πράγματα πριν. Πήγαινε σε κάτι βιβλιοθήκες και μάζευε τις ανακοινώσεις της ημέρας, περιδιάβαινε λίγο το Web, ξεφύλλιζε τις ελάχιστες αμερικανικές εφημερίδες που είχαν επιτέλους αποφασίσει να ξοδευτούν για ένα site, κι άλλα τέτοια ίδια. Για να φάει χρόνο για να μπορεί να φύγει πιο γρήγορα από το σχεδόν αφόρητο, το σχεδόν απόλυτα τραγικό.

Το IRC

 


 

3.

Είχαν δικό τους κανάλι, με password και με bot να πετά οποιονδήποτε άλλον έξω. Προσωπικό κανάλι μόνο γι’ αυτούς τους δύο. Ανενόχλητοι. Πλήρως μόνοι σε ολόκληρο τον πλανήτη συζητούσαν με τις ώρες, έλεγαν αστεία, κουτσομπόλευαν άλλους από άλλα κανάλια όταν καμιά φορά έβγαιναν για βόλτα σ’ αυτά· ως ζευγάρι που κουρασμένο από τον έρωτα κλεισμένο μέρες σ’ ένα δωμάτιο βγαίνει να πιει και να φάει κάτι.

Εκείνος θεωρούσε πως αυτό ήταν, πάει, έγινε, βρήκε αυτήν που έψαχνε σε όλη του τη ζωή. Το ότι δεν την είχε αντικρύσει ποτέ του, δεν είχε καμία σημασία. Σημασία είχαν τα λόγια της, η ψυχή της, οι πιθανές ανάσες της πίσω από τις λευκές τελείες πάνω στη μαύρη οθόνη. Μερικές φορές, σχεδόν ξημερώματα πια, πρέπει να είναι πάρα πολύ όμορφη, τι διάολο… Οι έξυπνοι άνθρωποι είναι και όμορφοι ούτως ή άλλως… Οι συνάδελφοί του γελούσαν, μερικοί τόσο πολύ που τους καταλάβαινε, αλλά έδινε τόπο στην οργή, αυτός είχε άλλα να σκέφτεται.

Εκείνη τα έλεγε κάθε πρωί στη διπλανή της στο γραφείο, ή το βράδυ κατά τις οκτώ όταν έβγαινε για φαγητό μ’ έναν τύπο που την τριγυρνούσε καιρό τώρα. Ούτως ή άλλως για ‘κείνη η όλη υπόθεση του IRC έφτανε το πολύ μέχρι τις έξι μ’ εφτά το απόγευμα. Σήμερα όμως, το είχε πάρει απόφαση. Αρκετά είχε τραβήξει η όλη υπόθεση, στο κάτω κάτω μέχρι και provider ήταν διατεθειμένη ν’ αλλάξει για να μην την ξαναβρεί ποτέ πια.

Κι αυτός όμως το είχε πάρει απόφαση. Θα της ζητούσε να συναντηθούν. Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά. Μπορούσε να πάρει την άδειά του όποτε ήθελε. Θα της έκανε και δώρο τα εισιτήρια του αεροπλάνου και μετά σε κάποιο νησί, χαμένοι ξανά σ’ ένα δικό τους κανάλι, θαλασσινό αυτή τη φορά… Έτσι τα σκεφτόταν. Αδιαφορώντας παντελώς για οτιδήποτε μπορεί να είχε σχέση με μια πιθανά διαφορετική πραγματικότητα, διαφορετική από το πώς αυτός ήθελε να είναι, άλλωστε στο κάτω κάτω, στο κάτω κάτω της γραφής, πλήρωνε για τις υπηρεσίες του Internet, κι άμα πληρώνεις είσαι άρχοντας… Αλλά αυτό ποτέ δεν το σκέφτηκε στο μπροστινό μέρος του εγκεφάλου του.

Η σύνδεση έγινε γρήγορα, άλλωστε η πόλη τα καλοκαίρια αδειάζει, ο κόσμος είναι λίγος, κι απ’ τους ελάχιστους που έχουν σχέση με τέτοια πράγματα μένουν μηδαμινοί, το Internet ανασαίνει.

Μπήκε στον IRC server, έριξε μια ματιά τριγύρω, λίγοι και σήμερα, μπήκε στο κανάλι τους και περίμενε. Άναψε ένα τσιγάρο, κοίταξε τα γύρω κτίρια και προσπάθησε ν’ ακούσει τους ήχους από τ’ άλλα διαμερίσματα. Μετά σήκωσε το κεφάλι του και χάζευε τα αστέρια. Το βλέμμα του ξανάπεσε στην οθόνη. Κανείς. Η ώρα περνούσε. Σηκώθηκε. Έβαλε λίγο ποτό ακόμη. Κάθισε ξανά. Κανείς.

Ο κέρσορας άναβε κι έσβηνε. Άναβε κι έσβηνε. Στο άπειρο.

Σηκώθηκε. Άναψε το ραδιόφωνο. Κάθισε ξανά. Η μουσική απαλή κι ο ήχος χαμηλά. Γύρω κοιμούνται.

Κανείς.

«Σήμερα θα τελειώσει.» είχε πει στη διπλανή της το πρωί.

«Στείλε του τουλάχιστον ένα mail…» της απάντησε η διπλανή της «…δεν είναι σωστό έτσι…»

«Ποιο δεν είναι σωστό, παιδάκι μου… Καταλαβαίνεις τι λες; Ποιο δεν είναι σωστό; Ούτε το μικρό του πραγματικό όνομα δεν ξέρω, φαντάζεσαι δηλαδή να είναι δυο τρεις ας πούμε… Επειδή κάθομαι εκεί και παίζω… Βαρέθηκα…Είναι άρρωστο όλο αυτό…»

Το απόγευμα κάθισε στο γραφείο στο σπίτι της κι άνοιξε τον υπολογιστή. Κοίταξε το εικονίδιο που ονομαζόταν «Internet», αλλά δεν το άγγιξε. Τελείωσε κάτι δουλειές που είχε και πριν σηκώσει το ακουστικό για να τηλεφωνήσει σε κάτι φίλους, το μάτι της έπεσε στο ρολόι …μιάμιση ώρα και περιμένεις ακόμη; Αν είναι έτσι, είσαι άξιος της τύχης σου… Σήκωσε το ακουστικό.

 

 

4.

Συμβαίνουν αυτά… σκέφτηκε εκείνος αναστενάζοντας …και στην Αμερική ακόμη πρέπει να βγαίνουν εκτός τα δίκτυα… Κρίμα… Έκλεισε τη γραμμή απευθείας κλείνοντας το modem. Ήταν σχεδόν εκνευρισμένος. Ύστερα από λίγο, αφού χάζεψε λίγο τηλεόραση, ξαναμπήκε.

Η γραμμή καλούσε αλλά το modem του φορέα δεν απαντούσε. Ξαναδοκίμασε. Τίποτε. Α, σήμερα είναι η μέρα φαίνεται… Κι εδώ τα ίδια… Τους τηλεφώνησε.

«Έχουμε διακοπή ρεύματος, κύριε, δυστυχώς…»

«UPS δεν έχετε;»

«Έχουμε αλλά δεν κρατάνε και ώρες… Εξάλλου τα UPS δεν είναι γι’ αυτό…»

«Να βάλετε κι άλλα…»

«Ορίστε;»

«Να βάλετε κι άλλα, λέω… Και γεννήτριες και ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη, αν χρειάζεται… Να κάνετε οτιδήποτε… Δεν πληρώνω για πλάκα, εγώ!»

Το έκλεισε πετώντας το ακουστικό πάνω στη συσκευή. Έπεσε να κοιμηθεί, αλλά δεν κοιμόταν, σκεφτόταν, μία ημέρα χωρίς εκείνη… Την άλλη μέρα το πρωί πήρε τηλέφωνο στη δουλειά. Δεν πήγε. Είπε ότι είναι άρρωστος.

«Ούτε ναρκωτικά να έπαιρνε…» είπε ένας συνάδελφός του. Οι υπόλοιποι δεν σχολίασαν, καν.

Ήρθε η νύχτα. Έβγαλε το γνωστό εξοπλισμό στο μπαλκόνι και μπήκε ξανά. Έφτασε στο κανάλι τους. Άδειο.

Εκείνη, έφτασε στο σπίτι της νωρίς το απόγευμα. Ύστερα από λίγο ακούστηκε το κουδούνι.

Ο νεαρός που μπήκε κάθισε μπροστά στην οθόνη και μετά από ένα τέταρτο την φώναξε. «Εντάξει είμαστε…» της ανακοίνωσε.

«Μπορούμε να σβήσουμε την παλιά σύνδεση;» τον ρώτησε.

«Ναι ναι, βεβαίως…» Το εικονίδιο χάθηκε μαζί με όλους τους φακέλους του.

Ο ήλιος έφτασε στο ύψος του παραθύρου και μπήκε στο δωμάτιο. Εκείνη, αμυδρά σχεδόν, θυμόταν.

Δυόμισι ώρες μπροστά στην μαύρη οθόνη και παρ’ όλα αυτά, χαμογελούσε. Πίστευε ακράδαντα ότι το δίκτυό της ήταν εκτός λειτουργίας. Με τις λίγες γνώσεις που είχε έψαξε για το δίκτυό της και το βρήκε. Και είδε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα. Το id της όμως δεν το βρήκε ποτέ. Ύστερα σκέφτηκε ότι μάλλον έχει κάνει λάθος στο url και συνέχισε να ψάχνει.

Έτσι, μια μέρα έχασε τη δουλειά του. Oύτως ή άλλως τους φίλους του τους είχε χάσει από παλιά. Tο τελευταίο πράγμα που έχασε ήταν η συνδρομή του σ’ αυτό το ίδιο το Internet, μια που δεν είχε λεφτά να την πληρώσει.

Υπήρχε όμως κάτι που πίστευε ότι δεν θα το χάσει ποτέ. Εκείνη._

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: