Δημήτρης Βλάχος και το Μόρτικο – Αθλητικά και πολιτισμικά στερεότυπα

                 Η πρώτη φορά είναι μια δύσκολη απόφαση. Ο κόσμος μαγνητίζεται από τον ανοιξιάτικο ήλιο, που τον έλκει στο δρόμο για να τρέξει. Ο κόσμος τρέχει την άνοιξη, με την πρώτη ζέστη, για να τον βρει το καλοκαίρι σε καλή φυσική κατάσταση. Εγώ, που πάντα έβγαζα τον εαυτό μου από τον “κόσμο”, χωρίς να υπάρχει πραγματικός λόγος, αποφάσισα να βγω στα τέλη του Νοέμβρη, όταν τα κάστανα σιγοψήνονται στη φωτιά, όταν το καινούριο κρασί μπαίνει στα σπίτια και στις ταβέρνες σαν πρώιμος χριστουγεννιάτικος μουσαφίρης.

          Σκέφτηκα πως ίσως θα ‘πρεπε ν’ αναβάλω την αρχή για την επόμενη μέρα. Έκανε κρύο, ήμουν κουρασμένος απ’ τη δουλειά και η μέρα ήταν μικρότερη απ’ ό,τι συνήθως. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.
Και την επόμενη μέρα θα έκανε κρύο και την επόμενη μέρα θα ήμουν κουρασμένος από τη δουλειά και η επόμενη μέρα θα ήταν ακόμα μικρότερη. Μικραίνουν μέχρι τις είκοσι-μία του Δεκέμβρη αυτές.

             Σκέφτηκα πως ίσως θα ‘πρεπε ν’ αναβάλω την αρχή για την επόμενη μέρα, με την προϋπόθεση πως για εικοσιτέσσερις ώρες θα απείχα από  το κάπνισμα. Θα αφιέρωνα το βράδυ και το επόμενο πρωί στον καθαρισμό των πνευμόνων μου. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος προ-γυμναστικής.
             Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ απαρνηθώ το τσιγάρο μέχρι να κοιμηθώ. Θα κάπνιζα δέκα. Ούτε ένα λιγότερο. Και το πρωί, πριν τη δουλειά, θα χρειαζόμουν δύο τσιγάρα με τον πρώτο καφέ. Δεν μπορώ να λειτουργήσω αλλιώς. Και μια μέρα χωρίς τσιγάρο δεν θα άλλαζε τίποτα στις επιδόσεις μου. Ήταν μια δικαιολογία για να μην βγω από το σπίτι.


Η αρχή έπρεπε να γίνει. Αμέσως. Για χρόνια ανέβαλα την προστασία και τη συντήρηση του σώματος. Και τώρα που τα χρόνια ήταν τριανταπέντε κι είχα να γυμναστώ από τα εικοσιπέντε, κάθε μέρα που περνούσε με απομάκρυνε όλο και περισσότερο από τη νιότη. Το σώμα μου ένα αυτοκίνητο, που κινείται σ’ έναν δρόμο όλο και πιο στενό, μέχρι η αναστροφή να γίνει μη εφικτή.

         Φόρεσα τη μαύρη φόρμα και τα μαύρα αθλητικά παπούτσια που είχα αγοράσει πριν τρία χρόνια, στην προηγούμενη αποτυχημένη απόπειρα εκγύμνασης του καταπονημένου, από τις καταχρήσεις, κορμιού μου. Η φόρμα είχε χρησιμοποιηθεί μόνο σαν πυτζάμα. Πρόσεξα κάποιες μικρές τρύπες κι αναρωτήθηκα αν τις είχε σχηματίσει ο σκόρος ή οι καύτρες νυσταγμένων τσιγάρων. Δεν είχε σημασία. Αυτό που είχε σημασία ήταν να μη γίνονται αντιληπτές από απόσταση μερικών μέτρων. Ένιωσα την άμμο να γαργαλάει τα πόδια μου. Τα μαύρα αθλητικά παπούτσια είχαν φορεθεί μόνο στην παραλία, το προηγούμενο καλοκαίρι. Ξεχασμένα από τότε μέσα στο σάκο, μαζί με μια πετσέτα κι ένα περιοδικό με σταυρόλεξα. Κι ένα μαύρο δαγκωμένο στυλό Bic. Φόρεσα ένα μαύρο μπλουζάκι κι από πάνω ένα μαύρο αντιανεμικό μπουφάν. Κοιτάχτηκα στον ολόσωμο καθρέφτη. Ντυμένος στα μαύρα. “Δεν μοιάζεις με αθλητή”, είπα στο είδωλο μου. “Κάπως έτσι πρέπει να πήγαινε για τρέξιμο ο Johnny Cash”, σκέφτηκα.
       Έκανε κρύο. Το πάρκο της Μοντανιόλα απείχε μόνο μερικές εκατοντάδες μέτρα. Δεν έκανα μεταβολή. Χαιρέτησα τον γέρο θυρωρό που χάζευε τον κόσμο που περνούσε έξω από το κτίριο. Ανταπόδωσε κι έσβησε το τσιγάρο στην άσφαλτο, με το μυτερό του παπούτσι. Σκέφτηκα τις κινήσεις των καπνιστών σαν μηχανική ιεροτελεστία. Κινήσεις που ήταν εδώ και χρόνια κομμάτι του εαυτού μου. Το τρέξιμο θα με βοηθούσε να κρατιέμαι υγιής για να μπορώ να καπνίζω. Επιτάχυνα το βήμα για προθέρμανση.
           Το πάρκο της Μοντανιόλα είναι ένας κύκλος πεντακοσίων μέτρων, περιτριγυρισμένος από δέντρα, παγκάκια, σκουπιδοτενεκέδες, σκύλους κι ανθρώπους. Ένα μεγάλο κακόγουστο συντριβάνι, που δεν ενοχλεί την αισθητική του κόσμου που το επισκέπτεται, βρίσκεται στο κέντρο του κύκλου. Είναι ένα πάρκο φτιαγμένο για τον λαό. Μετανάστες σχηματίζουν πηγαδάκια, άνεργοι πίνουν μπύρες, συνταξιούχοι προσέχουν καθισμένοι στα παγκάκια τα σκυλιά ή τα εγγόνια τους. Κι είναι κι εκείνοι που τρέχουν. Μια παραφωνία ελπίδας στην καταθλιπτική μονοτονία του σκηνικού.
               Αποφάσισα πως μιας κι ήταν η πρώτη φορά, δεν θα έβαζα έναν συγκεκριμένο στόχο. Το μόνο που γνώριζα ήταν το μήκος της περιφέρειας του κύκλου κι έτσι, μετρώντας τους γύρους, θα υπολόγιζα εύκολα την απόσταση. Το άλλο πράγμα που γνώριζα ήταν πως δεν έπρεπε να με βρει το μαύρο σκοτάδι στο πάρκο. Τη στιγμή που έλεγα στον εαυτό μου πως δεν θα άντεχα για περισσότερο από ένα χιλιόμετρο, είδα έναν συνάδερφο δρομέα να περνάει αγκομαχώντας από δίπλα μου κι άρχισα να τρέχω χωρίς να το ξανασκεφτώ. Με τον χαλαρότερο δυνατό ρυθμό. Εξωτερικά δεν έμοιαζα με δρομέα κι εσωτερικά δεν ήμουν. 
             Πριν συμπληρώσω τον πρώτο κύκλο, πρόσεξα μια παρέα σ’ ένα παγκάκι στο βάθος. Κι εκείνοι με πρόσεξαν και κατάλαβα πως μιλούσαν για μένα. Με πλησίασε ένας μελαψός άντρας, μάλλον βορειοαφρικάνος, απ’ το Μαρόκο ή την Αλγερία, υπέθεσα.
“Θέλεις χάσις;” με ρώτησε κι επιτάχυνε το βήμα τόσο, ώστε να βρίσκεται κοντά μου μέχρι να ακούσει την απάντηση. Δεν επιτάχυνε ιδιαίτερα. Ο ρυθμός μου ήταν αργός, λίγο πιο γρήγορος από ένα γρήγορο βάδισμα.

            Είπα ένα “όχι” που δεν ακούστηκε και κούνησα το χέρι για να του επιβεβαιώσω την άρνηση. Παραπάτησα ελαφρά, έχασα το ρυθμό, ανέβασα τους παλμούς λιγότερο από την κούραση και περισσότερο από τον εκνευρισμό.

            “Τι στο διάολο; Δεν βλέπει πως τρέχω; Για πιο λόγο θα έπρεπε να ψάχνω χάσις τρέχοντας;” σκέφτηκα και συμπλήρωσα τη σκέψη με μια δεύτερη, που μου έριξε το ηθικό στο ναδίρ: “Δεν μοιάζω καθόλου με δρομέα”.

           Σταμάτησα πριν συμπληρώσω το χιλιόμετρο κι άρχισα να περπατάω. Γρήγορα, για να μην αφήσω την καρδιά να επανέλθει πρόωρα σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Έβηξα σαν χτικιάρης, δυο τρεις φορές.
Κοίταξα προς το παγκάκι οπού ακόμα καθόταν οι Μαροκινοαλγερινοί. Ένας συνάδερφος, ή πρώην συνάδερφος, δρομέας, πέρασε από μπροστά τους με τη φανταχτερή του φόρμα και τα τελευταίας τεχνολογίας αθλητικά παπούτσια. Δεν του μίλησαν. Ούτε που τον κοίταξαν. “Πρέπει να αγοράσω φόρμες που ταιριάζουν με την ψυχολογία ενός αθλητή” σκέφτηκα και είδα τον μελαψό άντρα να με πλησιάζει για δεύτερη φορά.

“Κόκα; Έκσταση;” ρώτησε.

 “Με κοροιδεύεις ρε άνθρωπε; Δεν βλέπεις πως ήρθα για τρέξιμο;”

 “Τότε γιατί περπατάς;” είπε χαμογελώντας. Δεν κατάλαβα αν το χαμόγελο έκρυβε ειρωνεία.

“Θέλεις μια φωτογραφική μηχανή;” τον άκουσα να φωνάζει όταν είχα ήδη απομακρυνθεί αρκετά.

             Διένυσα πέντε βήματα τρέχοντας κι άλλα πενήντα περπατώντας μέχρι να βγω από το πάρκο. Τα πόδια πονούσαν κι έλειπε εκείνη η ψυχική γαλήνη που λένε πως γεμίζει το κορμί μετά το τρέξιμο.
Πριν γυρίσω στο σπίτι, αγόρασα ένα μπουκάλι με ισοτονικό υγρό κι ένα πακέτο τσιγάρα.

www.facebook.com/dimitris.vlachos.mortico

www.twitter.com/dimortico

dimortico@gmail.com

         

 

 

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: