Μαρία Θεοφιλάκου: Ο Ύπνος και η τροχιά των πραγμάτων

  ὕπνῳ καὶ θανάτῳ διδυμάοσιν

  (Ομήρου Ιλιάδα, Π’ 672)

 

 “Who is in charge of the clattering train?

   The axles creak and the couplings strain,

   and the pace is hot and the points are near,

   and sleep hath deadened the driver’s ear,

   and the signals flash through the night in vain,

   for death is in charge of the clattering train”

(Death and his brother, Sleep – Edwin J. Milliken)

 

Η διαδικασία είναι απλή. Μπαίνεις ας πούμε σε ένα τρένο κι αμέσως διαισθάνεσαι τις υπόγειες αλλαγές στους ανθρώπους. Εκεί το πλήθος μιλάει όλο πιο λίγο: βλέμματα που αποστρέφονται, πρόσωπα υπνωτισμένα, βαρύς αέρας. Ο κόσμος σιωπά με μια σιωπή που αγχώνει. Ο δικός σου «απέναντι» είναι κάποιος περίεργος που σε κοιτάει στραβά, σαν να του έχεις πάρει αυτό που τού ανήκει. Παίρνεις λοιπόν γρήγορα μία ιδέα «κοινωνικού αυτοματισμού».

Εν τω μεταξύ γύρω σου αναδιατάσσονται σχέδια, ζωές, χώρες ολόκληρες. Η Αθήνα είναι ένα ξεχαρβαλωμένο τρένο, σκέφτεσαι. Μέσα σε ένα της βαγόνι μπορεί κανείς να γίνει μάρτυρας σε αυτό, φωνάζοντας κάποιο μεταφυσικών προεκτάσεων ερώτημα όπως: «ποιός οδηγεί αυτό το τρένο!». Πιθανώς οι επιβάτες δε θα αναγνωρίσουνε τον στίχο, τον κλεμμένο από το σαρκαστικό ποίημα «O Θάνατος κι ο αδερφός του, ο Ύπνος» (“Death and his brother, Sleep”) του Έντγουιν Τζέιμς Μίλλικεν (Edwin J. Milliken, 1839-1897), ο οποίος έγραφε για το σατιρικό περιοδικό πολιτικής “Punch” (or The London Charivari) του Λονδίνου. Ούτε θα έχουν ίσως υπόψη ότι ακούστηκε από τον Τσόρτσιλ μέσα στη Βουλή των Κοινοτήτων όταν, τον Μάρτιο του 1935, συμπεριέλαβε απόσπασμα του ποιήματος στην ομιλία του υπέρ της ανάμειξης του Ηνωμένου Βασιλείου στον Πόλεμο. Όπως και να ‘χει, είναι μια φράση που  αρχικά θα αποσπάσει μάλλον τα επιτιμητικά βλέμματα κάποιων επιβατών.

Μα ως εκεί. Οι άνθρωποι της πόλης σου θα ξαναβυθιστούν αμέσως στα σπασμωδικά τους σχέδια για επιβίωση. Το ερώτημα θα απαντηθεί από τον ίδιο τον ποιητή: «Ο θάνατος οδηγεί το θορυβώδες τρένο». Κι εσύ μαζί με τους υπόλοιπους θα τηρήσεις τη μακριά σιωπή εις μνήμην των χαμένων αντανακλαστικών του πλήθους. Ίσως μόνο αναρωτηθείς τι θα γινόταν αν ο οδηγός του τρένου του Μίλλικεν, την ώρα που περιτριγυρίζεται από τη γλυκιά πολιορκία του ύπνου, άκουγε τη μακάβρια σατιρική φωνή του ποιητή. Άραγε η βεβιασμένη συνειδητοποίηση της θέσης του θα είχε ελπίδες να μεταφραστεί σε μια αλλαγή στην τροχιά των πραγμάτων;

 

 

O Θάνατος κι ο αδερφός του, ο Ύπνος – Έντγουιν Τζ. Μίλλικεν

Ποιός οδηγεί το θορυβώδες τρένο
Τρίζουν οι άξονες και ζορίζονται οι συνδέσεις.
Δέκα λεπτά πίσω στη διασταύρωση. Γεγονός!
Και τώρα είμαστε είκοσι προς το χειρότερο ακριβώς!
Πρέπει να διορθώσουμε την πτήση μας μέχρι την πόλη.
Κλαγγή και συντριβή! Αυτό είναι το τελευταίο τρένο προς τα κει,
Περνάει αστράφτοντας και αφήνει χνάρι που αχνίζει.
Στοιβάξτε καύσιμα! Κι αυτό δεν πρέπει να αποτύχει.
Σε κάθε μίλι πρέπει εμείς ένα λεπτό να ‘χουμε κερδισμένο!
Ποιος οδηγεί το θορυβώδες τρένο;
Μα η σάρκα και το αίμα, απάντηση απλή!
Μιλήστε για σίδερο φλυαρήστε για ισχύ·
Μα, τελικά, και κάντε ό, τι είστε ικανοί,
Ο άνθρωπος είναι η καλύτερη -κι η πιο φθηνή- μηχανή!
Τα πλούτη το ξέρουνε καλά, και οι γυρολόγοι νιώθουν
Πιο ασφαλείς να τα εμπιστευτούν στους μύες απ’ ό,τι στα μαδέρια.
Με λίγο από μυαλό, και μια συνείδηση​​, από πίσω,
Οι μύες δουλεύουν πιο καλά απ’ τον ατμό ή τον αγέρα.
Καλύτερα, περισσότερο, σκληρότερα με διαφορά·
Και φθηνά, τόσο φθηνά! Οι άνδρες υπεραφθονούν
Άνδρες με τόλμη, εγρήγορση, υπομονή κα πίστη:
Τον καύσωνα του λέβητα και της φωλιάς του κορακιού το ψύχος,
Την πνιγηρή σκόνη στα δύσοσμα ορυχεία,
Τη βορινή ανεμοδούρα πάνω απ’ την παλλόμενη αλμύρα,
Μ’ επίμονη γενναιότητα, ψύχραιμα αψηφούν·
Έτσι, σε σιδηροτροχιές ηχηρές, ή στο κύμα που αέρηδες το χτυπάνε,

Στον λεβιέ της μηχανής, στον κλίβανο πρώτη γραμμή,
Ή στον τροχό του τιμονιέρη, το μεγαλύτερο φορτίο πρέπει να κουβαλούν αυτοί
Μοναχικής αγρύπνιας ή κόπου παρατεταμένου.
Άνθρωπος είναι στο τιμόνι του βροντερού του τρένου!

Άνθρωπος, με την όψη τύπου συνεσταλμένου
Με αμφίεση παντελονιού κοτλέ και λιπαρού καπέλου·
Τιποτένιος απαθής, κάπως τραχύς,
Ωστόσο, αν και αραφινάριστος, ασφαλής.

Με σοβαρά γκρίζα μάτια, κι ένα φρύδι πυκνό,
Το έντονο φως του ήλιου, τη λάμψη του χιονιού
Τα μάτια εκείνα έχουν κοιτάξει και ξανακοιτάξει προ πολλού.

Εκείνα τα κοράκων πόδια μαζεύονται σε λαβύρινθο στρεβλό
Γύρω εκεί σε μία άκρη είναι το πιο ενδεδειγμένο να πνιγούν
Με τη λίγδα των καυσίμων την αιθάλη του καπνού.
Μικροί για να χτυπήσουν φλέβα καλλιτεχνική-
Ένα μπιτόνι πετρέλαιο, μια χούφτα «υπολλείμματα βαμβάκι»,
Η αναλαμπή του κλίβανου, το κλικ του μοχλού,
Και η ανακατωμένη οσμή πετρελαίου και ατμού·

Αυτά είναι τα ζητήματα που το μυαλό παιδεύουν
Του ανθρώπου στο τιμόνι του θορυβώδους τρένου

Απλά ένας άνθρωπος, μα κατά τ’ άλλα στα δικά του μπράτσα,
Σε μια ντουζίνα αυτοκίνητα, σε ατσαλένια αποβάθρα,
Εκατό επιβάτες την πίστη τους αποθέσαν
Σε αυτόν τον φίλο του κοτλέ, της σκόνης και της λέρας.
Εύθυμα συζητάνε, ή ήσυχοι κοιμούνται,
Βέβαιοι ότι ο οδηγός τη σκοπιά του θα κρατήσει
Στου βραδινού σκότους το βαγόνι, ότι δεν πρόκειται να αποτύχει.
Έτσι, ο γδούπος, γδούπος, γδούπος των τροχών στις ράγες
Το σφύριγμα του ατμού που εκτοξεύεται μέσα σε νύχτες μαύρες,
Τους νανουρίζει σε υπνηλία ασφαλή. Για ακούστε!
Τί είναι αυτός ο θόρυβος; Είναι ο ρόγχος στην ανάσα
Ενός ανθρώπου μισοκοιμισμένου – και δίνει μιαν ιδέα του θανάτου!
Γεμάτες ώρες δεκαέξι που συνεχόμενα μοχθεί
Μέσα στον καπνό του θείου, του πετρελαίου την οσμή,
Είπαν αυτές το παραμύθι τους στον άνθρωπο τον κουρασμένο,
Και είναι ο θάνατος που οδηγεί το θορυβώδες τρένο!

Ο Ύπνος – του Θάνατου ο αδελφός, καταπώς λένε οι ποιητές,
Παραφυλάει αθόρυβα στο πλάι του· κάποιο όνειρο
Σπιτιού και ανάπαυλας γλιστράει στην ψυχή του,
Αυτού του εξαντλημένου άνθρωπου, όπως αναπηδά η μηχανή,

Παλλόμενη, και ταλαντεύεται κατά μήκος της γραμμής·
Αυτά τα δάχτυλα του όπιου τού σπρώχνουν το κεφάλι
Πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, στου ελαφριού ύπνου τη ζάλη·
Οι σκιές πετούν, και το γκάζι φεγγοβολάει σκοτεινό

Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα στη δαιδαλώδη πτήση,
Καθώς  μέσα στη νύχτα η μηχανή αναβοσβήνει.
Θνητός μυς και ανθρώπινος νευρώνας
Φτηνός να αγοραστεί και σθεναρός να υπηρετήσει
Αν στραγγιστεί τόσο πάρα πολύ, θα εξασθενίσει και το τιμόνι στραβά θα το γυρίσει.
Παραφορτωμένος και κακοπληρωμένος,
Αυτό το ανθρώπινο εργαλείο για τον εκμεταλλευτή του Εμπορίου,
Κι ας είναι από το δέρμα πιο ανθεκτικό, απ’ το ατσάλι πιο σφιχτό.
Αποτυγχάνει τελικά, καθώς οι αισθήσεις του τρεκλίζουν,
Τα νεύρα καταρρέουν, και με μάτια σφραγισμένα από τον ύπνο,
Γέρνει και ανήμπορος σαν κούτσουρο ξαπλώνει!
Καμιά εκατοστή καρδιές γαλήνια να χτυπάνε συνεχίζουν,
Ανυποψίαστοι πως ο φρουρός τους πάει·
Χείλια εκατό ξέγνοιαστα κουβεντιάζουν,
Κάποιες στιγμές αργότερα από τον πόνο μπορεί και να σφαδάζουν.
Γιατί o ρυθμός είναι ζεστός, κι οι διακλαδώσεις πλησιάζουν,
Και ο Ύπνος το αυτί του οδηγού έχει νεκρώσει·
Και μάταια σινάλια παίζουνε μες στη νύχτα δίχως φρένο.
Ο Θάνατος οδηγεί το θορυβώδες τρένο!

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: