Δημήτρης Βλάχος & Το Μόρτικο – Η φοβισμένη ψυχή

vlachos

Γέρασε χωρίς να πάψει ποτέ να είναι φοβητσιάρης. Είχε μέσα του μια φοβισμένη ψυχή. Την μέρα που έκλεισε τα ενενήντα, ήταν Μάης, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καθίσει στο μπαλκόνι για να απολαύσει τον πρωινό του καφέ. “Μπορεί να είναι ο τελευταίος” έλεγε πάντα με φόβο κι εκείνη τη μέρα ο φόβος ήταν ακόμα μεγαλύτερος.

Η γυναίκα του, άρρωστη κι ανήμπορη εδώ και χρόνια, καθόταν στον καναπέ του καθιστικού κι έβλεπε τηλεόραση. Κάθε τόσο τον κοίταζε εξεταστικά, πίσω από το κλειστό τζάμι της μπαλκονόπορτας.

Η ψυχή είναι φτιαγμένη από μια κολλοειδή ουσία που φθείρεται με το χρόνο. Όσο η κόλλα χάνει τη δύναμη της, τόσο πιο εύκολα εκείνη μπορεί να απομακρυνθεί από το σώμα. Κι εκείνη τη μέρα, μετά από ενενήντα χρόνια ζωής, ακόμα και το απαλό αεράκι θα μπορούσε να την ξεκολλήσει από τη γέρικη σάρκα.

Η γριά είδε τον φοβητσιάρη σύζυγο να σηκώνει το φλιτζάνι και, με τρεμάμενο χέρι, να το πλησιάζει προς το στόμα. Της φάνηκε πως αυτή η κίνηση κράτησε ώρες. Της φάνηκε πως η όραση έγινε διπλή. Έτριψε τα μάτια της κάτω από τα χοντρά γυαλιά. Δεν ήταν διπλή η όραση. Μια γλοιώδη ουσία είχε αρχίσει να απομακρύνεται, πολύ αργά, από το γέρικο σώμα. Η γριά την είδε να πασχίζει να ξεκολλήσει, σαν παχιά ζελατίνη καλοκαιρινού γλυκού.

Το φλιτζάνι έσπασε σε χίλια κομμάτια διακόπτοντας τη σιωπή, μόλις ήρθε σ’ επαφή με το παλιό μωσαϊκό πάτωμα του μπαλκονιού. Το πρόσωπο του γέρου έγινε κάτασπρο βλέποντας τη ζελατίνη, που είχε το σουλούπι του, να απομακρύνεται αργά, πολύ πιο αργά από όσο συνηθίζουν η μη φοβισμένες ψυχές.

“Γύρνα πίσω! Τώρα!’ κατάφερε να ουρλιάξει με το σχεδόν άψυχο λαρύγγι του, τη στιγμή που κι οι τελευταίες ζελεδιασμένες σταγόνες έφευγαν από το χέρι του για ν’ ακολουθήσουν το υπόλοιπο της ψυχής. Η φοβισμένη ψυχή έσκυψε το ζελεδιασμένο κεφάλι της, έκανε μεταβολή κι επέστρεψε στο σώμα με ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της απομάκρυνσης. Η γριά κούνησε δεξιά κι αριστερά το κεφάλι κι αναστέναξε. Πρώτη φορά έβλεπε τόσο φοβισμένη ψυχή. Χαμογέλασε στον γέρο άντρα της. Ένα χαμόγελο που του ‘λεγε πως δεν έφταιγε εκείνος που ήταν τόσα χρόνια άβουλος, υποτελής και φοβητσιάρης. Εκείνος δεν ανταπόδωσε το χαμόγελο. Σηκώθηκε αμέσως για να πάρει τη σκούπα και το φαράσι. Η γριά έριξε ξανά το βλέμμα της στο υπνωτικό φως της τηλεόρασης.

https://www.facebook.com/dimitris.vlachos.mortico

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: