Αγγελική Σιδηρά – Αναπάντεχα κοντά

[Γράφει η Άννα Νιαράκη]

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Αγγελικής Σιδηρά με τίτλο Αναπάντεχα κοντά, ποιήματα της οποίας είχαμε τη χαρά και την τιμή να προδημοσιεύσουμε και να φιλοξενήσουμε σε προηγούμενα τεύχη, είναι μια διαδρομή και μια αναμέτρηση. Ένα ταξίδι της μνήμης, μια περιπλάνηση κινηματογραφική μέσα από τα μάτια της ποιήτριας που καταγράφει τα κομμάτια μιας ολόκληρης ζωής. Η συλλογή, μονταρισμένη τεχνηέντως μας μεταφέρει πότε στο παρόν, πότε στο παρελθόν και πότε στο μέλλον, μέσα από ποιήματα – αποτυπώματα θραυσματωμένου χρόνου. Τα ποιήματα, χωρισμένα σε έξι μικρές υποενότητες, αφηγούνται με τρόπο γλαφυρό τις υπαρξιακές αγωνίες ενός ανθρώπου που έχει αναμετρηθεί με τις χαρές και τις λύπες, που αγωνιά να μην ξεχάσει και ταυτόχρονα να μην λυγίσει κάτω από το βάρος της πραγματικότητας.
Τα υλικά που μεταχειρίζεται η Αγγελικής Σιδηρά για να πλάσει το σύμπαν της συλλογής αυτής είναι ανθρώπινα, οικεία, καθημερινά, φθαρτά και όμως τόσο μαγικά. Ξεκινά την συλλογή με ποιήματα αφιερωμένα σε έξι μικρές αιωνιότητες, τα εγγόνια της, μέσα από τα μάτια των οποίων μαθαίνει να ξαναβλέπει την αρχή των πραγμάτων, αφήνεται να ξεμάθει τις ορθογραφίες και τις κανονικότητες, τους τύπους και τις νόρμες της ενήλικης ζωής και να ανακαλύψει ξανά την ομορφιά της πρώτης φοράς.

«Υπάρχω πάλι γιατί με τα μικρά σου χέρια
αβασάνιστα
όπως αλλάζεις θέση στο αρκουδάκι σου
με μετακίνησεςαπό τον σκυθρωπό κόσμο της ερημιάς μου
στη χώρα των θαυμάτων σου.[…]»
[Αβαπώ, σελ. 11]

Δανείζει τα μάτια της στην απουσία, για να μπορέσει μέσα από αυτά ο αγαπημένος απών να μετέχει στη χαρά της

«[…]
Θαρρούσα πως δεν ήμουν πια εγώ,
δεν ήμουν παρά εσύ
που ‘σβησες μονοκοντυλιά
εννέα χρόνια απουσίας
να την καμαρώσεις. […]»
[Η σημαιοφόρος, σελ. 14]

Μέσα από την καταγραφή τόσο προσωπικών στιγμών, η ποιήτρια κατορθώνει να αρθρώσει την αλήθεια που τόσο δύσκολα αρθρώνεται, να μιλήσει για  το τελευταίο κοινό ταξίδι που μας επιφυλάσσει η ανθρώπινη υπόστασή μας, με έναν τρόπο απαλλαγμένο από περιττούς συναισθηματισμούς, και για αυτό τόσο καίριο. Στον αντίποδα του χρόνου που ξεκινά, ο χρόνος που τελειώνει

[…]
-Παιδί μου λατρεμένο
τώρα μου έβαλες τα δύσκολα.
Με τι καρδιά μετά θ’ αποδημήσω;
Πώς θα σου στέλνω, ακριβέ μου, χαιρετίσματα
από το άγνωστο
που ετοιμάζομαι
οριστικά
να μετοικίσω;»
[Τηλεπάθεια, σελ. 18]

Η επόμενη ενότητα, Λούνα Παρκ, αποτελείται από επτά ποιήματα, τέσσερα από τα οποία είχαν φιλοξενηθεί στο τεύχος Ιανουαρίου 2012. Το Λούνα Παρκ, χώρος «προσομοίωσης» της πραγματικότητας και κατεξοχήν σύμβολο παιδικής αγνότητας χρησιμοποιείται από την ποιήτρια σαν ως τόπος ποιητικής αντιπαραβολής και χρόνος μαγικής προσωρινότητας.

«[…]
Προσωρινά ξεχνάς.
Ξεχνάς τον χρόνο που καραδοκεί
αυτά τα γέλια στα πρόσωπά τους
σε ρυτίδες να μεταλλάξει […]
γιατί και το ξεγέλασμα
είναι συστατικό απαραίτητο
στο αμείλικτο παιχνίδι της ζωής.»
[Επανάληψη, σελ. 22]

Μέσα σε αυτή την ασάφεια πραγματικού μη πραγματικού, καλεί τον αγαπημένο σε έναν ακόμα γύρο του θανάτου
«[…]
‘Ελα λοιπόν, τώρα που ξέρεις, δείξε μου.
Δείξε μου πώς πεθαίνουν!»
[Στο γύρο του θανάτου, σελ. 26]

Το τελευταίο ποίημα αυτής της ενότητας (Κουκλοθέατρο) είναι ταυτόχρονα και μια εισαγωγή στην επόμενη ενότητα, Ηλί, Ηλί, όπου συνομιλεί με το θείο, περιβάλλοντάς το με «την έξοχη ανθρώπινη αδυναμία» [Συ γαρ υπάρχεις, σελ. 31] για να του δώσει τελικά όνομα και υπόσταση

«[…]
Και μόνον όταν θήλασε
την άφατη αγάπη
από Εκείνη
άστραψε στη ματιά Του
Ολόλαμπρη η Ανάσταση.»
[Τα δώρα, σελ. 34]

Στην ενότητα Καύσωνας, η ποιήτρια μιλά για την αφόρητη πραγματικότητα του θανάτου. Μόνο οι οικείοι αναβιώνουν και  βιώνουν το καθημερινό μαρτύριο της απουσίας και του αναπόφευκτου ξεθωριάσματος της μνήμης.

«[…]
Αιωνία η μνήμη που ξεφτίζει
κάθε χρόνο πιο πολύ καθώς σε πλησιάζω.
[…].»
[Αθήνα, σελ. 37]

Το όνειρο επιστρατεύεται για να γεμίσει τα κενά, να γεφυρώσει χάσματα
«[…]
Στ’ όνειρο σε ρωτούσα:
«Μ’ αγαπάς ακόμα;» κι όλο πάλευα
με τα ιδρωμένα μου σεντόνια
περιμένοντας την ανταπόκριση.
Ένας διάλογος ερωτικός εν μέσω καύσωνα
πήρε αναβολή.
Πήρε αναβολή για πάντα.»
[Αθήνα, σελ. 38]

Και οι φωτογραφίες, μάρτυρες μιας ανέμελης νιότης, δεκανίκια των υγιών στα επισκεπτήρια των νοσοκομείων

«[…]
Έχω φυλάξει μια φωτογραφία σου […]
και γελάς, γελάς, γελάς.
Στο φωτογράφο ή στο πουλάκι […]
να σου μηνύσει ανέμελα
πως όλα είναι μονάχα μια ζαριά.
Εξάρες ή ασσόδυο».
[Στο νοσοκομείο, σελ.39]

Χαρακτηριστικά των αγαπημένων ζωντανεύουν στα πρόσωπα των απογόνων, δημιουργώντας την αίσθηση της αέναης παρουσίας και βοηθώντας τη μνήμη να μένει ζωντανή παρά τον χρόνο που στοιβάζεται στην πλάτη της
[…]
εσύ όμως φεύγεις μέσα στην αχλύ
του καύσωνα του αυγουστιάτικου
μένοντας πάντα πλάι μας
καθώς σκορπίζεσαι στα μάτια τους,
στα χείλη, στις φωνές τους».
[Λογγά, σελ. 41]

Η ενότητα με τίτλο trop tard (πολύ αργά στα γαλλικά), περιλαμβάνει ποιήματα που μιλούν για όσα πέρασαν ανεπιστρεπτί, για όσα πια είναι πολύ αργά να γίνουν και για όσα ακόμα κι αν υπάρχει χρόνος, έχει χαθεί το νόημά τους, αφού ο έταιρος πρωταγωνιστής λείπει…πολύ αργά για καινούργιες επιθυμίες

[…]
και μόνο το άρωμά σου επιμένει έσχατο
σε κάποιο ξέφτι της παλιάς μου ρόμπας […]
[Da…te, σελ. 52]

«[…]
Πολύ…πάρα πολύ
υπερβολικά πολύ
αργά.
Υπάρχει κάποιος τρόπος
πού δεν ξέρω
ν’αλλάξεις τις μνήμες σου; […]».
[ Trop…tard, σελ. 53]

Στην τελευταία και μεγαλύτερη ενότητα, ο γλάρος χρόνος, ο αγαπημένος παρομοιάζεται με θάλασσα ενώ ο χρόνος είναι ένας γλάρος που ξεγελά την ποιήτρια να τον ακολουθήσει στη στεριά, κατά το ομώνυμο ποίημα. Στην ενότητα αυτή η ποιήτρια αναμετράται με το χρόνο, το θάνατο, τις αναμνήσεις και την άρνηση. Την άρνηση μας να δεχτούμε την απουσία, τον επέρχομενο θάνατο, τα φουστάνια που δεν θα ξαναφορέσουμε, τις μουσικές που μας καλούν να τις χορέψουμε μα λείπει ο καβαλιέρος. Το γήρας που αλλοιώνει τη μορφή, το φθαρτό της ύπαρξης, τις σκληρές τελετές ενηλικίωσης και τέλος, αυτή την αμείλικτη άνοιξη

«[…]
Εισβάλλω και στα δωμάτια των εραστών.
Μ’ αυτούς θυμώνω πιο πολύ
γιατί έρχεται η άνοιξη
και δεν μπορώ ξανά να ερωτευθώ.[…]»
[Αυπνία, σελ. 66]

Ευτυχώς όμως, όπως το σημάδι στο σαγόνι που επιμένει (25 Μαρτίου 1943, σελ 74), έτσι και η Αγγελική Σιδηρά συνεχίζει να μας χαρίζει δυνατές συγκινήσεις και ποιήματα που ακουμπούν τις πιο βαθειές πτυχές μας.

Τα ποιήματα της συλλογής φιλοξενούνται σε μια καλαίσθητη έκδοση, από τις Εκδόσεις Νέος Αστρολάβος-Ευθύνη. Τον πίνακα που κοσμεί το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνήσει η Ηρώ Νικοπούλου.

anapantexa

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: