Κώστας Ζαφείρης – Το τραπέζι των ηθοποιών

zafeiris2

Το τραπέζι των ηθοποιών, κρατημένο από ώρα, ήταν ακριβώς μπροστά στο κέντρο της πίστας. Στολισμένο με φρέσκα λουλούδια και λευκά τραπεζομάντηλα, είχε παραταγμένες τις φιάλες του ακριβού ουΐσκυ που περίμεναν να καταναλωθούν από τους τιμώμενους γλεντζέδες της βραδιάς. Η είσοδος των ηθοποιών, προκάλεσε αναταραχή στην εκλεκτή πελατεία της «Χαραυγής». Οι ματιές προσηλώθηκαν στο θίασο και μαγνητίστηκαν από την πρωταγωνίστρια. Όσοι είχαν παρακολουθήσει νωρίτερα την παράσταση, περιέγραφαν με εύγλωττες και υπερβολικές χειρονομίες αυτά που είχαν δει, αφήνοντας τους υπόλοιπους να ταιριάζουν το θέαμα με τη φαντασία τους και με όσα έβλεπαν, την ώρα εκείνη, με τα μάτια τους. Ακόμα και οι σερβιτόροι έστρωσαν το λευκό τους πουκάμισο και κορδώθηκαν στη θέα της συντροφιάς που έμπαινε. Το άκουσμα της άφιξης της «Γιολάντας με την παρέα της»,έφτασε και μέχρι τους πληβείους του μαγαζιού, κι έτσι μάγειροι και λαντζέρηδες , στριμώχτηκαν σε αθέατες γωνίες, προσπαθώντας να διακρίνουν κάτι κι αυτοί μέσα σους καπνούς και στις σκιές. Ο Καλύβας, σφιγμένος στο σκούρο του κουστούμι, πλησίασε για να προϋπαντήσει τους ηθοποιούς, που του είχαν δώσει την καλύτερη είσπραξη της καριέρας του. Υποκλίθηκε αδιόρατα στις κυρίες, έσφιξε δυο τρία χέρια και χαιρέτησε από μακριά τους δεύτερης τρίτης διαλογής. Έπειτα κάθισε στην τιμητική θέση, στα δεξιά της Γιολάντας που ήταν στο πλευρό του Ηλιάδη, κάνοντας νεύμα στους σερβιτόρους να ξεταπώσουν τις φιάλες το ουΐσκυ, να γεμίσουν τα ποτήρια, να φέρουν πάγους, σόδες, ξηρούς καρπούς και φρούτα, ότι τέλος πάντων χρειαζόταν για να περιποιηθεί όπως αυτός ήξερε τους καλεσμένους του. Για τη Γιολάντα, αυτή η συνύπαρξή της με το αφεντικό του θεάτρου γεννούσε αμηχανία, την οποίαν έκανε προσπάθεια να ξεπεράσει. Χωρίς να της έχει δώσει ποτέ αφορμές, κρατώντας πάντα τις αποστάσεις, ο Καλύβας της προξενούσε πάντα το ίδιο ρίγος και σκοτεινό συναίσθημα, όπως την κοίταγε, και ήξερε ότι ήξερε ότι την κοίταγε, με το απόμακρο βλέμμα του, εννοώντας όσα ήθελε να εννοήσει, αφήνοντας τα υπόλοιπα για να ειπωθούν ή να γίνουν όταν ερχόταν η στιγμή. Όμως η μέθη της παράστασης που πριν από ώρες την είχε απογειώσει, τα γελαστά πρόσωπα των συναδέλφων της, η μουσική που άρχιζε να παίζει σε λαϊκούς δρόμους του κεφιού, το ουΐσκυ που αφειδώς την κέρναγαν οι καβαλιέροι της, προσέχοντας να μην αφήσουν το ποτήρι της άδειο, έκαναν τη Γιολάντα Δαμίρη να χαλαρώνει. Ακόμα κι ο Καλύβας πλάι της, έλεγε ελάχιστα, περισσότερο απολάμβανε την παρουσία της, ακούγοντας το ζουζούνισμα του Ηλιάδη που ακούραστος, φλυαρούσε με ανέκδοτα από το θέατρο, κωμικά παραλειπόμενα από την αποψινή πρεμιέρα και αδιάκοπα κομπλιμέντα στη Γιολάντα που είχε παμψηφεί ανακηρυχθεί, από συναδέλφους και κοινό, Βασίλισσα του Αιγαίου. Μόνο όταν της πρόσφερε τσιγάρο από τη χρυσή ταμπακέρα του, ο Θεόδωρος Καλύβας, της είπε χαμηλόφωνα και βραχνά, κοιτώντας την στα μάτια: «Η ταμπακέρα. Η ταμπακέρα σου μας τρέλανε απόψε Γιολάντα…». Σε λίγο άρχισαν να φτάνουν τα κεράσματα. Σύσσωμη η πελατεία της «Χαραυγής» είχε θεωρήσει υποχρέωσή της να στείλει πανέρια με λουλούδια και φιάλες στο κεντρικό τραπέζι. Οι μισομεθυσμένοι ηθοποιοί δεν πρόφταιναν να σηκώνουν τα ποτήρια εις υγείαν όσων τους κερνούσαν. Ο Άγης Κινδύνης, με κατακόκκινα μάτια, και από ώρα σε παραλήρημα, έμοιαζε να μην κουράζεται να σηκώνει το γεμάτο του ποτήρι σε ασυνάρτητες προπόσεις. Μερικοί πιο τολμηροί από τους ντόπιους, είχαν προσεγγίσει επιτήδεια κάποιες από τις νεώτερες ηθοποιούς, και εκμεταλλευόμενοι τη γενική ευωχία, κερνώντας κιόλας χωρίς διακοπή, προωθούσαν με έντεχνο τρόπο τις ερωτικές τους αβάντσες. Περασμένα, από ώρα, μεσάνυχτα, έκανε την εμφάνισή του στην πίστα το πρώτο όνομα της «Χαραυγής», ο άρχοντας του μπουζουκιού και της καψούρας, Κώστας Καρυπίδης. Με βαμμένο κορακάτο μαλλί και λεπτό μουστάκι, πουκάμισο που στραφτάλιζε στο φως των προβολέων, βαριές αλυσίδες στο λαιμό και δαχτυλίδια στο χέρι, ο λαϊκός βάρδος πλησίασε το τραπέζι των ηθοποιών και σκύβοντας στη Γιολάντα, κατέθεσε περιπαθώς τα μουσικά του διαπιστευτήρια, με βαρύ αναστεναγμό και λαϊκά τσακίσματα της φωνής του. Το γλέντι που είχε ήδη φουντώσει από νωρίτερα, άρχισε πλέον να εκτροχιάζεται. Οι γραβάτες είχαν χαλαρώσει, τα μάτια μισόκλειστα συνέπασχαν στους καημούς των τραγουδιών, τα σώματα είχαν πιάσει να βαραίνουν από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ και τους καπνούς των τσιγάρων. Κάποιοι από τους πιο τακτικούς πελάτες της «Χαραυγής» έφεραν τη βόλτα τους στην πίστα, με μετρημένα βήματα σε βαρύ ζεϊμπέκικο, με την παρέα τους γονατιστή να τους χτυπάει τα παλαμάκια κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της «παραγγελιάς». Όλοι τους έπαιρναν τις στροφές του χορού, με το μάτι στυλωμένο στο κεντρικό τραπέζι, και ιδιαίτερα στη θεατρίνα, που καπνίζοντας και πίνοντας τους παρακολουθούσε, σα να βαθμολογούσε, ένιωθαν, την κορμοστασιά, τη λεβεντιά και τις επιδόσεις τους. Ήρθαν νέα κεράσματα, καθώς και στοίβες πιάτων για σπάσιμο, το αφεντικό, βλέπεις δεν τσιγκουνευόταν τίποτα εκείνη τη βραδιά του θεατρικού του θριάμβου. Οι σερβιτόροι δεν προλάβαιναν να τρέχουν να εξυπηρετήσουν την κατάσταση, αφού το κέφι της κεντρικής παρέας είχε μεταδοθεί και είχε συνεπάρει ολόκληρο το μαγαζί, κι έτσι οι παραγγελίες πλήθαιναν, όπως κανείς δεν ήθελε να φανεί ότι μένει πίσω σ’ αυτή την παράξενη άμιλλα νυχτερινής πλειοδοσίας σε γούστα και μεράκια. Η ορχήστρα, ολοκληρώνοντας τα βαριά λαϊκά, είχε περάσει σε πιο ράθυμους και νταλκαδιάρικους ανατολίτικους ρυθμούς, με τις θηλυκές φίρμες του μαγαζιού να πλαισιώνουν, κάνοντας δεύτερες φωνές, τον Καρυπίδη, ενώ έκλειναν το μάτι στους περισσότερο καλοπληρωτές από τους διασκεδάζοντες πελάτες. Ακόμα κι οι νεώτερες ηθοποιοί που είχαν πια για τα καλά ζευγαρώσει με τους αυτόκλητους καβαλιέρους τους, είχαν γείρει το κορμί πάνω τους και λικνίζονταν στο ρυθμό της αποπλάνησης που κυριαρχούσε. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό άκρατης διασκέδασης, ακατάσχετης οινοποσίας και συμμεριζόμενου από όλους κεφιού, η Γιολάντα σήκωνε το ποτήρι της χαιρετώντας τους καλλιτέχνες, τραγουδούσε μαζί με την υπόλοιπη παρέα, πετούσε πιάτα και λουλούδια στη βομβαρδιζόμενη πίστα και ένιωθε το ρυθμό να περνάει μέσα της, σε κάθε καινούργιο σουξέ που διαδέχονταν τα υπόλοιπα, όλο και περισσότερο. Όταν η γενική απαίτηση της συντροφιάς την έσπρωξε στην πίστα μέσα σε παλαμάκια, σφυρίγματα και κραυγές που δήλωναν τη γενική έξαψη, έριξε πίσω το μαλλί, οι μεγάλοι κρίκοι άστραψαν στ’ αυτιά της, το αναμμένο τσιγάρο έγραψε φωτεινές τροχιές στο χέρι της και πήρε, αργά και με τσακίσματα που κόλαζαν άγιο, τα βήματα ενός ανατολίτικου ρυθμού. Το τσιφτετέλι της Γιολάντας Δαμίρη, έμελλε να μείνει σχεδόν μυθικό στα χρονικά της «Χαραυγής» και της εν γένει νυχτερινής διασκέδασης της πόλης. Όσοι το είδαν εκείνη τη νύχτα αγαπούσαν να το περιγράφουν με ζωηρά χρώματα για αρκετά χρόνια μετά. Πολλοί μάλιστα, στο φως των γεγονότων που θ’ ακολουθούσαν εκείνη τη χρονιά, παρέπεμπαν με νόημα σ’ αυτό για να εξηγήσουν πολλά. Γιατί αυτό το τσιφτετέλι συγκλόνισε με μυστηριακό τρόπο, τους παρισταμένους, που ένιωσαν να φλέγονται από επιθυμία να κυλιστούν στα πόδια της χορεύτριας, την ώρα που εκείνη κύκλωνε με τα βήματά της τον τραγουδιστή, κοίταζε με μισόκλειστα μάτια όσους την παρακολουθούσαν, λύγιζε τον κορμό της και περιέστρεφε τα μακριά της χέρια, χαράζοντας αόρατους κύκλους στον αέρα, κύκλους γητειάς που έκλειναν μέσα τους τούς μαγεμένους θεατές. Στις απότομες αλλαγές του ρυθμού, η Γιολάντα τιναζόταν σύγκορμη, έφερνε απότομες στροφές, πετώντας μπροστά το πόδι της, χτυπώντας δυνατά το τακούνι της και συντρίβοντας τους σωρούς των πιάτων που έπεφταν βροχηδόν μπροστά της. Ο Καρυπίδης είχε κολλήσει σε βαριούς από μικροφώνου αναστεναγμούς, που συνόδευαν το σταθερό ήχο των κρουστών, τα γυρίσματα του κλαρίνου και το ρυθμικό παλαμάκι στο οποίο είχε επιδοθεί με μανία, ο χορός των πιστών, κοκκινίζοντας τις παλάμες του από την προσπάθεια να απαλλαγεί, δι΄ αυτού του τρόπου από την έξαψη που απειλούσε να τον πυρπολήσει.

Από το βιβλίο Η εκδίκηση του τυπογράφου, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2006

zafeiris
http://redkangaroo.wordpress.com

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: