Ευριδίκη Νικήτα – Το σχοινί της Αφροδίτης

Nikita_JPG

Χαλαρό

Χιονίζει. Μια συνηθισμένη μέρα στο Γκρατς. Χιόνι στοιβαγμένο στις άκρες του δρόμου. Το αλάτι κομματιάζεται κάτω απ’ τα παπούτσια μου, όπως και τότε, που περπατούσα πάντα στην άκρη. Το πεζοδρόμιο είναι βαρετό, όπως καθετί ασφαλές.

Ανεβαίνω τα πρώτα δέκα σκαλιά της πινακοθήκης, κάνω στάση και γυρίζω προς τον κήπο. Οι κορμοί καταλήγουν σε κλαδιά γεμάτα άσπρα φύλλα, που ίσως από μέσα να είναι πράσινα, ίσως και όχι. Το πράσινο εδώ αναμειγνύεται πάντα με το γκρι του ουρανού και βγαίνει ένα καινούργιο χρώμα, ένα πράσινο-μελανί. Το γέλιο των παιδιών αφήνει πολύχρωμες πατημασιές στο χιόνι. Παρηγοριά.

Ανεβαίνω τα επόμενα δέκα σκαλιά και μπαίνω στο φουαγέ. Αγγίζω τα παγωμένα αυτιά μου και στέκομαι στην ουρά για τα εισιτήρια. Κλείνω τα μάτια και χαμογελάω που είμαι μόνος· μόνος, στην πατρίδα, ξανά. Είκοσι χρόνια χιόνι, έρωτας και τσιμέντα. Χαμόγελα και ουίσκι. Και ξαφνικά, ένα σχοινί μακρύ όσο η απόσταση Αθήνα-Γκρατς, μου μπλέχτηκε στο λαιμό. Με τράβηξε να ζήσω στη θάλασσα. Να μου καίει ο ήλιος το δέρμα και την καρδιά. Ζέστη, ψέματα και χαρτιά. Φωνές και ουίσκι. Η χαμογελαστή κοπέλα μού δίνει το εισιτήριο. Της έμοιαζε. Εκείνης τα χείλη γίνονταν κατακόκκινα όταν τα φιλούσα.

Προχωρώ στην αίθουσα με τους σουρεαλιστές. Δεν ξαναφίλησα έτσι. Χαζεύω την «κοιμώμενη Αφροδίτη». Ο ελληνικός ναός στο βάθος είναι σκοτεινός, αλλά δε με φοβίζει. Είμαι ήδη σκελετός εδώ και είκοσι χρόνια που δεν τη φιλάω πια, έτσι γυμνή και κοιμισμένη.  Η κοπέλα με το κόκκινο καπέλο μού χαμογελά κοροϊδευτικά. Έχει λευκό πρόσωπο – μάλλον δεν έχει πρόσωπο. Η μάνα μου είναι, με το σχοινί και της κάνει τη φίλη. Κουράστηκα κιόλας. Διψάω και ίσως πεινάω λίγο. Δεν είμαι σίγουρος, γιατί χρόνια τώρα, με ταΐζουν άλλοι. Κάθομαι σ’ ένα μπορντό βελούδινο σκαμπό. Το πάτωμα τρίζει απ’ τα παπούτσια των άλλων. Θέλω να βγάλω τα δικά μου και να συνεχίσω ξυπόλυτος. Με στενεύουν όλα. Το κασκόλ, τα παπούτσια, οι αναμνήσεις.

 Μια γυναίκα κάθεται ξαφνικά δίπλα μου, με τις παλάμες ανοιχτές στους μηρούς. Δάχτυλα μακριά, λεπτά, ίσως γνώριμα. Ανατριχιάζω. Γυρνάω το κεφάλι και τα χείλη της χαμογελούν. Σηκώνομαι και την κοιτάζω. Το ξανθό τσουλούφι καλύπτει ακόμα το αριστερό της μάτι εδώ και είκοσι χρόνια. Ίσως είναι λίγο ξεβαμμένο, σε αντίθεση με τα μπλε μάτια της. Παραμένει να με κοιτάει.

«Άρης;» μου λέει, «είσαι στ’ αλήθεια εσύ;».

 

Τεντωμένο

Άρης… Είχα ξεχάσει πώς ακούγεται τ’ όνομά μου μέσα απ’ τη φωνή τού έρωτα.

«Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε.

«Μόλις ξεπήδησα απ’ τον πίνακα» σκέφτηκα.

Την αγγίζω στον ώμο. Το καμηλό παλτό της μου χαϊδεύει το χέρι – είναι αληθινή.

«Δουλειές, ξέρεις» της λέω άγαρμπα. Τότε, τ’ απογεύματα στο σπίτι,  μετά τη δουλειά, τη σήκωνα στον αέρα και γελούσε δυνατά. Προχωράμε δίπλα δίπλα στο ξύλινο πάτωμα, αργά σαν σε ναρκοπέδιο, για να γλυτώσουμε τα στόματά μας από την έκρηξη των λέξεων.

Κοντοστέκεται μπροστά σ’ έναν πίνακα γέρνοντας το κεφάλι.

«Το σιντριβάνι της νεότητας» μου λέει, «είναι ο αγαπημένος μου πίνακας. Φαντάσου να βουτούσα απ’ τη μία μεριά και να έβγαινα απ’ την άλλη είκοσι χρόνια νεότερη».

«Φαντάσου να βουτούσαμε μαζί» σκέφτηκα, όπως τότε στα μαξιλάρια του καναπέ. Τότε, που το πρόσωπό της γέμιζε έρωτα και τα μάτια της γίνονταν σχιστά χύνοντας γαλάζιο παντού. Τότε, που τα μάγουλά της κοκκίνιζαν ενώ με αγκάλιαζε με τα μεγάλα, μαλακά στήθη της. Τότε, είκοσι χρόνια πριν, που πέθαινα και ξαναγεννιόμουν μέσα της, με ξέφρενες ανάσες, ιδρώτα, βογκητά. Όλα ένα, κυλούσαν στα σεντόνια, στο χαλί, στους τοίχους. Σταγόνες παροδικής ευτυχίας πριν στενέψει η θηλιά. Η πινακοθήκη μύριζε φυλακή.

«Πάμε για έναν καφέ» της λέω.

«Κάπου που σ’ αρέσει, θα έχουν αλλάξει τόσα από τότε» μου χαμογέλασε και κατεβήκαμε τις σκάλες .

Μπήκα στο καφέ έχοντας γκρίζους κροτάφους. Καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι για δύο δίπλα στο παράθυρο κι εκείνη παρήγγειλε σοκολάτα. Το καμηλό παλτό έντυνε την καρέκλα κι εκείνη έφτιαχνε το τσουλούφι της μες στο πράσινο φόρεμά της. Ακούμπησε τα χέρια της πλεγμένα στο τραπέζι κι εγώ τα πόδια της με τα δικά μου, κάτω απ’ αυτό. Πάντα πατούσα τ’ αδύνατα πόδια της όταν χορεύαμε – ήταν ψηλότερα απ’ τα δικά μου.

Ιδρώνω. Ξετυλίγω το καρό κασκόλ που σφίγγει το παρόν μου. Τα γυαλιά έχουν θαμπώσει απ’ τη ζέστη, την κοιτάζω απέναντί μου και είμαστε πάλι εικοσιπέντε. Μου δείχνει μια οικογενειακή φωτογραφία με τις δυο κόρες κι εκείνον κάποια Χριστούγεννα. Το στόμα μου είναι στεγνό. Παραγγέλνω μαύρο καφέ με λίγο γάλα, ενώ το έλατο με τα στολίδια με πλακώνει. Τα μάτια της χαμογελούν, αλλά δεν ξέρω για ποιον. Κλείνει την τσάντα της κι αγκαλιάζει την κούπα με τα χέρια της. Με κοιτάει ίσια στα μάτια μ’ ένα πάθος που δεν έχει γεράσει ούτε μια μέρα. Τα χείλη της τρεμοπαίζουν και κάνει πως πίνει μια γουλιά σοκολάτα. Οι παλάμες μας ανοιχτές, με τα δάχτυλα καρφωμένα πάνω στο τραπέζι. Το μικρό δραπετεύει αργά και αγγίζει ανεπαίσθητα το δικό της.

Μουσική.

 

Σπασμένο

Τη συνόδευσα μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Η ομίχλη έκανε τις αχνές λάμπες του δρόμου να δείχνουν όλα ίδια. Όλα, εκτός από τα κόκκινα χείλη της με τις δυο μικρές ρυτίδες στις άκρες τους.

Το 74 για το σπίτι της θα περνούσε σε είκοσι λεπτά. Περιμέναμε με τα δάχτυλά μας πλεγμένα σφιχτά, λες και θα πηδούσαμε στον πιο βαθύ γκρεμό. Τότε, κάποια μπαρ είχαν στην τζαμαρία την επιγραφή «ΟΧΙ ΕΛΛΗΝΕΣ». Ευτυχώς, όμως, το ξανθό μαλλί μου ήταν αρκετό για να παραπλανώ τις σερβιτόρες με τα μεγάλα στήθη. Έτσι μπήκα και στο μπαρ δίπλα στο πανεπιστήμιο εκείνο το βράδυ κι ύστερα, αργά τη νύχτα, μέσα της, με την αναπνοή της στο λαιμό μου.

Πώς να ζυγίσεις είκοσι χρόνια αναπνοών.

 Όταν έφυγα, τότε, ο αέρας στο στήθος μου είχε τελειώσει. Δεν έριξε ούτε ένα δάκρυ.

«Γιατί Άρης;» μόνο αυτό είπε κι έφυγε απ’ το σπίτι με τις παντόφλες.

Γιατί ήμουν δειλός. Γιατί έπρεπε να πάρω την Ελληνίδα νύφη από πλούσια οικογένεια και να κάνουμε καλά παιδιά και σόι πάει το βασίλειο. Γιατί  δεν επέμενα αρκετά στο γέρο. Εκείνη με φίλησε όπως ποτέ άλλη καμία. Μαζί της δε φοβήθηκα το άγγιγμα και το χάδι. Μαζί, αναπνέαμε. Κι αυτός, παντρεμένος με τη συγκατάβαση, μου έστειλε ένα εισιτήριο δίχως επιστροφή. Με εκδικήθηκε γιατί του θύμιζα τη δυστυχία του.

Η ομίχλη δημιουργούσε τώρα μια φωτεινή άλω γύρω από τη λάμπα. Το χέρι της έτρεμε μες στο δικό μου, το ένιωθα. Μπορούσα ακόμα να τη νιώθω. Είκοσι γκρίζα χρόνια, μετά από τα πρώτα, τα ηλιόλουστα. Ποτέ δεν απόλαυσα τον πυρωμένο ήλιο της Αττικής, όσο τις χλωμές του αχτίδες στο Γκρατς.

Τα βλέφαρά της τρεμόπαιζαν στο προφίλ.

«Υγρασία» είπε.

«Και τα δάκρυα, υγρασία είναι» σκέφτηκα. Σφίγγω περισσότερο το χέρι της και το νιώθω μικρό και ακίνητο μες στο δικό μου, κρύο, σαν νεκρό. Το τραβάει και το βάζει βαθιά στην τσέπη της. Την κοιτάω μ’ ένα «γιατί». Δε με κοιτάει μ’ ένα «άργησες». Βάζει το άλλο χέρι στην άλλη τσέπη και κοιτάει το φωτεινό πίνακα.

Πέντε λεπτά ακόμα για το 74. Πέντε λεπτά ακόμα πάνω στα χείλη της, ξαπλωμένοι στο σιδερένιο παγκάκι, με τα παγωμένα χνώτα μας να βογκούν όπως τότε. Πέντε λεπτά ακόμα για να της αγοράσω εκείνο το δαχτυλίδι με τη σμαραγδί πέτρα από το κοσμηματοπωλείο της γωνίας και να μας δέσω σαν οικογένεια, με το δικό μου σχοινί.

Πέντε λεπτά, για να φέρω πίσω είκοσι χρόνια.

.

 

 

 

*. Η Ευρυδίκη Νικήτα γεννήθηκε στο Πειραιά. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου κι ειδικεύτηκε στη δερματολογία. Από το 2005, εργάζεται ως δερματολόγος στην Αθήνα.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: